Στην πορεία για το δημοψήφισμα: Τούτη την ώρα ας είμαστε ειλικρινείς

Standard
αναδημοσίευση από το RedNotebook, 27.6.2015
 του Γιώργου Νικολαΐδη
Νίκος Εγγονόπουλος,

Νίκος Εγγονόπουλος, «Ο όρκος των Φιλικών»

Ας είμαστε ειλικρινείς: μετά και τις πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις με το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων και τη μεταμεσονύκτια προκήρυξη του δημοψηφίσματος από τον πρωθυπουργό, το θολό τοπίο των προηγούμενων ημερών ξεκαθάρισε και σε μεγάλο βαθμό διαφάνηκαν οι βασικές συντεταγμένες των ημερών.

Είναι προφανές λοιπόν πια πως η κυβέρνηση δέχτηκε κατ’ επανάληψη ένα νέο μνημόνιo [1]  και ύστερα από αυτό ένα χειρότερο και μετά ένα ακόμα χειρότερο, υπαναχωρώντας κατ’ επανάληψη και άρδην από τα προεκλογικώς υπεσχημένα. Παρ’ όλα αυτά όμως η διαπραγμάτευση ανατινάχτηκε από τους δανειστές και παρά την υποχωρητικότητα της ελληνικής πλευράς.

Είναι ακόμα προφανές πως δανειστές/θεσμοί/τρόικα δεν ενδιαφέρονταν τελικά για τις ακριβείς χρηματοοικονομικές ρυθμίσεις της όποιας νέας δανειακής συμφωνίας. Εκείνο που ζητήθηκε από τα κόμματα της κυβέρνησης ήταν η πολιτική ταπείνωση: να διακηρύξουν δηλαδή ότι ήταν πεπλανημένα την πενταετία που αντιστέκονταν στα μνημόνια, δηλώνοντας ταυτόχρονα πίστη και υποταγή στη νεοφιλελεύθερη ατζέντα της νέας ευρωπαϊκής εποχής. Γι’ αυτό άλλωστε και τα σημεία τριβής ήταν πολύ περισσότερο «θεσμικά» από όσο «οικονομικά»: η μείωση της γενικής άμεσης φορολογίας, οι ιδιωτικοποιήσεις, η εκποίηση των στρατηγικών τομέων της οικονομίας όπως η ενέργεια και η ναυτιλία, η απορύθμιση περαιτέρω της αγοράς εργασίας, η εξάλειψη των ελάχιστων εγγυήσεων κοινωνικής προστασίας όπως το ΕΚΑΣ και οι συντάξεις, ο διεθνής προσανατολισμός της χώρας. [2]

Είναι επίσης προφανές πως, δεδομένων τούτων, οποιαδήποτε και να είναι η κριτική που ασκεί οποιαδήποτε τμήμα της ελληνικής Αριστεράς στην παρούσα διακυβέρνηση, οτιδήποτε κι αν μεσολαβήσει τις επόμενες ημέρες, αλλά τελικά και με οποιαδήποτε μορφή κι αν έρθει στο λαό το ερώτημα του δημοψηφίσματος, μια μόνο στάση υπάρχει για κάθε αριστερό και αριστερή: εκείνη της συστράτευσης και της ενεργής προπαγάνδισης του ΟΧΙ. Οποιαδήποτε άλλη στάση αποτελεί θλιβερή και μικρόψυχη υπεκφυγή των ιστορικών ευθυνών της περιόδου και επικίνδυνο για το λαό και τον τόπο τυχοδιωκτισμό. Τα ιστορικά διλήμματα, οι δυνατότητες και οι ευκαιρίες για τους λαούς δεν αναδύθηκαν ποτέ όπως μπορεί να τα διαβάσει κανείς στα ιστορικά βιβλία [3] αλλά σε συγκεκριμένες στιγμές που τίποτα δεν εμφανίζεται με την «καθαρότητα» της θεωρίας και η έκβαση των πραγμάτων κρίνει καθοριστικά το πεπρωμένο μιας κοινωνίας.

Και η χώρα βρίσκεται σε ένα τέτοιο σταυροδρόμι επιλογών όπου δεν υπάρχει περιθώριο για κανέναν να «σφυρίζει κλέφτικα». Να το πούμε απλά: σύντροφοι όλων των αποχρώσεων, στις 5 Ιουλίου δεν υπάρχει θέση να ψηφίσει κανείς «παρών», υπάρχει μόνο η ανάγκη να δώσουμε όλοι το «παρών» μας πριν, κατά και μετά το δημοψήφισμα υπέρ του ΟΧΙ.

Είναι όμως άλλο τόσο προφανές πως το όποιο ποσοστό του ΟΧΙ δεν θα αποτελεί για την κυβέρνηση λευκή επιταγή ούτε πολύ περισσότερο θα αναπαριστά το μέρος της ελληνικής κοινωνίας που στηρίζει τις μέχρι τώρα προτάσεις της ελληνικής πλευράς στην τραγελαφική διαπραγμάτευση.[4] Ο λαός που θα ψηφίσει ΟΧΙ στις 5 του Ιούλη δεν θα στηρίξει έτσι ούτε το κείμενο των 47 σελίδων ούτε τα μέτρα των 8 δισ. Θα στηρίξει την απόσειση από τις πλάτες του των επαχθών μνημονίων όλων των αποχρώσεων, θα στηρίξει πάνω από όλα την αποκατάσταση της λαϊκής κυριαρχίας του απέναντι στο Διευθυντήριο των Βρυξελλών και κάθε ξένο δυνάστη. [5] Ο λαός θα στηρίξει την επιλογή του ΟΧΙ γνωρίζοντας πολύ καλά και τις ενδεχόμενες επιπτώσεις του, αποφασίζοντας επί της ουσίας το «μη παρέκει» και αναλαμβάνοντας την ευθύνη για τις μετέπειτα πολιτικές εξελίξεις της ρήξης με τους δανειστές.

Τέλος, για όλους είναι επίσης προφανείς μια σειρά νέες προκλήσεις που αναδύονται για το άμεσο και μεσοπρόθεσμο επόμενο χρονικό διάστημα, δηλαδή:

Η πρόκληση της επεξεργασίας ενός plan B για την ελληνική οικονομία και κοινωνία. Όπως και να το βαφτίσει κανείς, με την επικράτηση ενός ΟΧΙ το ενδεχόμενο μιας εξόδου, συνολικότερης ή μερικότερης, από την πρόσδεση στο άρμα της Ε.Ε. διανοίγει και την ανάγκη σοβαρών προτάσεων για το «πώς αλλιώς» μπορεί να αναδιοργανωθούν η παραγωγή, η οικονομική δραστηριότητα, οι θεσμοί, οι κοινωνικές λειτουργίες [6]. Και αυτή είναι μια ανάγκη που αναγνωρίζουν πλέον και λιγότερο συντηρητικοί σχολιαστές εντός και εκτός Ελλάδας.

Η πρόκληση της σύγκρουσης και εντός της ελληνικής κοινωνίας που έρχεται και είναι πια αναπόφευκτη. Η τακτική της κυβέρνησης όλο αυτό το πεντάμηνο χαρακτηρίστηκε το δίχως άλλο από μια διαρκή προσπάθεια αποφυγής ενός «εθνικού διχασμού». Κι αυτό λάμβανε συχνά τη μορφή υποχωρήσεων, «ανοιγμάτων», προσχωρήσεων σε θέσεις, καταστάσεις και υποκείμενα του αστικού, κυρίαρχου κοινωνικού μπλοκ, προκειμένου να αποφευχθεί η αντιπαράθεση σε όλη τη γραμμή του κοινωνικού μετώπου. Σήμερα, με τις πρόσφατες εξελίξεις –αλλά και τις επόμενες ημέρες πολύ περισσότερο– η τακτική αυτή του κατευνασμού και της αποφυγής της αντιπαράθεσης αποδείχτηκε ατελέσφορη και θα καταστεί ακόμα πιο άτοπη καθώς η κοινωνία θα πολωθεί μπροστά στα αντίθετα ενδεχόμενα που ανοίγονται μπροστά της και ο καθένας θα υποχρεωθεί να λάβει θέση σε αυτά. Και η πόλωση δεν θα είναι «πολιτική» (τι προτιμάει ο καθένας ιδεολογικά) ή «εθνική» (ποια πορεία για την χώρα επιλέγει ο καθένας) όπως συνήθως λέγεται: θα είναι πρωτίστως κοινωνική, ταξική (ανάμεσα σε εκείνους που «έχουν» και μπορούν να προσβλέπουν σε κάποιο μέλλον ακόμα και με πρόγραμμα μισού αιώνα λιτότητας ακόμα και σε εκείνους που πια δεν έχουν κάτι να τραβήξουν από τα ΑΤΜ).

Σε ένα τέτοιο σκηνικό ο κατευνασμός δεν έχει καμία πλέον θέση και η ιστορική εμπειρία έχει δείξει αμέτρητες φορές (με τραγικές για τους λαούς επιπτώσεις) πως η Δεξιά πάντα το αντιλαμβανόταν πολύ καλά αυτό προωθώντας με αμείωτη ένταση και σε όλη της την έκταση τη δική της πολιτικοϊδεολογική ατζέντα. Το στοίχημα είναι αν θα το αντιληφθεί εγκαίρως ετούτη την φορά και η Αριστερά, κατανοώντας πως στην αναπόφευκτη κοινωνική πόλωση που έρχεται θα κερδίσει όποιος ξεδιπλώνει όλη του την πολιτική πρόταση και την προωθεί άφοβα, αμείωτα και χωρίς εκπτώσεις.

Η πρόκληση των αμέσως επόμενων ημερών πριν, κατά και μετά το δημοψήφισμα. Η απάντηση των «θεσμών» (sic!) αλλά και των ντόπιων εταίρων τους στην κίνηση του πρωθυπουργού για διεξαγωγή δημοψηφίσματος-εξπρές δεν θα είναι φυσικά να καθίσουν με σταυρωμένα τα χέρια. Από τη δημιουργία κλίματος τρομοκράτησης και πανικού μέχρι την «από τα κάτω» χρεοκοπία ιδιαιτέρα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, όλα μπορεί να χρησιμοποιηθούν για να εκβιαστεί ο λαός και να καμφθεί το φρόνημά του. Και κάτι τέτοιο αναπόδραστα θα κάνει την αντιπαράθεση ακόμα εντονότερη στο εσωτερικό της χώρας, καθώς εκτός από τους «απέξω» θα στρατευτούν σύσσωμα και τα ντόπια κατεστημένα ενάντια στην πορεία αυτοδιάθεσης του λαού μας χωρίς να διστάσουν απέναντι σε οτιδήποτε. Σε όλα ετούτα με νηφαλιότητα και ψυχραιμία οφείλει σύσσωμη η Αριστερά να σταθεί απέναντι αποτρέποντας τις αρνητικές εξελίξεις και τα εγχειρήματα μετατροπής της Ελλάδας σε μπανανία υποτελών.

Η πρόκληση να αντέξουμε τις μάχες που έρχονται και οι οποίες θα είναι αγώνας αντοχής και όχι ταχύτητας. Όλοι λίγο-πολύ πλέον έπειτα από πέντε χρόνια και πέντε μήνες κρίσης, μνημονίων και αντιπαραθέσεων κάπου μέσα μας αναγνωρίζουμε τη συναισθηματική μας ανάγκη «να τελειώνουν όλα αυτά» κάποτε. Ωστόσο και ανεξάρτητα από την έκβαση του επικείμενου δημοψηφίσματος, ο δρόμος που έχουμε να διανύσουμε ως κοινωνία διαφαίνεται μακρύς και δύσβατος είτε έτσι είτε αλλιώς. Γιατί κανένας στα σοβαρά δεν πιστεύει πλέον ότι ακόμα και αν η κυβέρνηση προσυπέγραφε λευκό χαρτί στις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές μέσα στο επόμενο τρίμηνο οι τελευταίοι δεν θα έγειραν και νέες απαιτήσεις. Και κανένας φυσικά δεν διανοείται ότι αν επικρατήσει ένα περήφανο ΟΧΙ στο δημοψήφισμα της 5ης του Ιούλη διά μαγείας θα ανοίξουν όλες οι πόρτες που είναι σήμερα σφραγισμένες και αίφνης θα λυθούν όλα τα προβλήματά μας. Είτε έτσι είτε αλλιώς λοιπόν απαιτείται αντοχή για τις μάχες που έρχονται και αναμένεται να διαρκέσουν. Σε αυτές τις μάχες όμως δεν επιτρέπεται σε κανέναν να λείψει ακόμα κι αν, όπως λέει ο Μπρεχτ, «τις κρισιμότερες στιγμές οι αγωνιστές αισθάνονται τη μεγαλύτερη κούραση». Γιατί σε τούτη εδώ τη συγκυρία η μάχη δεν αφορά τις ιδεολογικές καταβολές ή τις πολιτικές πεποιθήσεις του καθενός μας. Αφορά την επιβίωση του λαού μας, της χώρας, της κοινωνίας.

Στην ιστορική της απόφαση για την έναρξη του δεύτερου αντάρτικου η Κ.Ε. του ΚΚΕ, και παρά τα όσα είχαν μεσολαβήσει από την απελευθέρωση και μετά, καλούσε το λαό σε «ένοπλη πάλη για να ανοίξει ο δρόμος για ομαλές δημοκρατικές εξελίξεις». Όλοι φυσικά κατάλαβαν περί τίνος επρόκειτο. Ορισμένοι ιστορικοί και σχολιαστές υποστηρίζουν ωστόσο πως, αντιθέτως, η τότε ηγεσία του ΚΚΕ εξακολουθούσε να ελπίζει σε έναν ιστορικό συμβιβασμό σχεδόν μέχρι το τέλος, οδηγώντας έτσι το λαϊκό κίνημα στην τραγική ήττα του Εμφυλίου. Αντιθέτως οι παλατιανοί από την αρχή φάνηκε πως ήξεραν και τι ήθελαν και τι χρειαζόταν να κάνουν για να το κατακτήσουν. Σε κάθε πάντως περίπτωση, όταν οι αντιθέσεις ξεσπούν στις κοινωνίες, έχει καλύτερες πιθανότητες να κερδίσει όποιος διαθέτει την καθαρότερη ματιά απέναντι στην πραγματικότητα, τη μεγαλύτερη αποφασιστικότητα να «το τραβήξει» χωρίς αυταπάτες και την αντοχή να υπομείνει τις αναπόφευκτα απαιτούμενες θυσίες. Κανένας εχέφρων δεν επιθυμεί τον όποιο διχασμό, γιατί όλοι υποψιαζόμαστε τα δεινά που θα επιφέρει. Αλλά και κανείς δεν μπορεί να εθελοτυφλεί μπροστά στις συγκρούσεις που έρχονται. Ο ελληνικός λαός έχει σήμερα τη δυνατότητα να τραβήξει ένα δρόμο κοινωνικής και εθνικής αυτοδιάθεσης αψηφώντας τις σύγχρονες αυτοκρατορίες και τους εγχώριους κολαούζους τους. Ας κάνουμε λοιπόν την κρίση ευκαιρία.

____________

Σημειώσεις

1. Ας μη φοβόμαστε πλέον τις λέξεις. Και το μνημόνιο το δέχτηκε από την τρόικα. Και μερικά στελέχη της προσπάθησαν να το «πουλήσουν» στο εσωτερικό με επιχειρηματολογία και ρητορική που θύμιζαν απελπιστικά την κυβέρνηση του ΓΑΠ. Τα υπόλοιπα μπορούν πλέον να τα υποστηρίζουν μόνο κάποιοι νεοπαγείς συριζοφρουροί ή μονομερώς σκεπτόμενοι με το θυμικό τους υποστηρικτές της κυβέρνησης. Και μολονότι τώρα δεν είναι η στιγμή για κριτικές αναλύσεις, η αποτελεσματικότητα της μέχρι σήμερα τακτικής της υποχωρητικότητας αν μη τι άλλο έδειξε πως έχει αξεπέραστα όρια πέραν των οποίων δεν λειτουργεί και μικρή αποδοτικότητα.

2. Εξάλλου ο Β. Σόιμπλε το είχε πει ξεκάθαρα στις δηλώσεις του το βράδυ εκείνο μετά τη συνεδρίαση του Eurogroup στις 20 Φλεβάρη: «Δεν μας ενδιαφέρει τόσο η δανειακή σύμβαση. Μας ενδιαφέρουν τα μνημόνια» και συνέχισε λέγοντας με αξιοσημείωτα ωμή ειλικρίνεια πως «τα χρήματα δεν ήταν ποτέ το πρόβλημα», αλλά αντιθέτως, όπως εξήγησε, η εφαρμοζόμενη πολιτική και ο έλεγχός της (και άρα η ηγεμονία επί της ελληνικής κοινωνίας και η εκχώρηση της εθνικής κυριαρχίας). Κατά κάποιον τρόπο ετούτη η πτυχή της εξέλιξης των πραγμάτων ήταν «η εκδίκηση του Ντεμπόρ»: η νεοεκλεγμένη κυβέρνηση είχε δώσει πρακτικά γη και ύδωρ αποδεχόμενη να εφαρμόσει πρόγραμμα μνημονιακής λιτότητας και να συνεχίσει χωρίς να καταργήσει τον νεοφιλελεύθερο καταιγισμό νόμων και μέτρων που άλλωστε είχαν ήδη ψηφιστεί, εκείνο που ωστόσο δεν «άντεχε» πολιτικά ήταν η επικοινωνιακή (και όχι η επί της ουσίας) «κωλοτούμπα». Πιέζοντάς την οι δανειστές να αποδεχτεί να διακηρύξει δημόσια πίστη στο νεοφιλελευθερισμό και στα μνημόνια τελικά την εξώθησαν να αναθεωρήσει και τη σύμφωνη γνώμη της στην επί της ουσίας υλοποίηση της πολιτικής του μνημονίου (στην οποία ωστόσο από ό,τι δείχνουν τα πράγματα η κυβέρνηση ήταν μάλλον πρόθυμη τελικώς να προσχωρήσει).

3. Όπου φυσικά αναφέρονται σαν εκ των υστέρων αφαιρετική αποτύπωση και όχι με τις «επιμειξίες» των πραγματικών γεγονότων με τις οποίες εμφανίστηκαν στην πραγματική ζωή.

4. Άλλωστε, αυτό έγινε πασιφανές και από την αναιμική συμμετοχή του κόσμου πριν από δυο βδομάδες, όταν η κυβέρνηση προσπάθησε να καλέσει τη συγκέντρωση υποστήριξης των προτάσεών της. Κανείς δεν παλεύει για να σφαγιαστεί με μέτρο και ευαισθησία.

5. Αυτό κάνει και τη μεμψιμοιρία ορισμένων μερίδων της Αριστεράς πλήρως ακατανόητη: όταν τόσες δεκαετίες φωνάζεις ότι σου φταίει το εοκικό ιερατείο και μόλις σου δίνεται η δυνατότητα να στηρίξεις στην πράξη την αυτοδιάθεση του λαού στη χώρα αποφασίζεις να αναχωρήσεις από το πεδίο της μάχης, τότε μάλλον κάποιο πρόβλημα υπάρχει.

6. Η ανάγκη αυτή έχει επισημανθεί από την αρχή της κρίσης ως έλλειμμα του αριστερού λόγου αμφισβήτησης, χωρίς ωστόσο να έχουν γίνει και πολλά πράγματα για να καλυφθεί το κενό αυτό μέχρι σήμερα. Ωστόσο η ιστορία δεν φέρνει ποτέ τα πράγματα «όπως πρέπει» ή όπως κανείς τα έχει σχεδιάσει ή φανταστεί. Με αυτήν την έννοια είναι επιτακτική ανάγκη να προωθηθεί μια τέτοια διεργασία που θα απαιτηθεί για τη χώρα ακόμα και αν πρέπει να πραγματοποιηθεί in medias res.

Tο ευρωπαϊκό νόημα του δημοψηφίσματος

Standard

αναδημοσίευση από το ηλεκτρονικό περιοδικό «Χρόνος«

του Στάθη Γουργουρή

Έργο του Νίκου Εγγονόπουλου

Έργο του Νίκου Εγγονόπουλου

Στηρίζω πλήρως την απόφαση της κυβέρνησης να θέσει τις προτάσεις των γραφειοκρατών της Ε.Ε., που αφορούν το άμεσο και απώτερο υπαρξιακό μέλλον της χώρας, σε δημοψήφισμα. Είναι γεγονός ότι δημοψηφίσματα δεν πρέπει να γίνονται συχνά. Και κάθε ένα από αυτά έχει ιστορική σημασία – είναι γεγονότα-σταθμός στην ιστορία μιας δημοκρατίας. Στην περίπτωση που αντιμετωπίζουμε το δημοψήφισμα αρμόζει, γιατί οι συνθήκες που αντιμετωπίζει η χώρα την έχουν θέσει σε αδιέξοδο, οι συνέπειες του οποίου αγγίζουν και τις ερχόμενες γενιές.

Η κυβέρνηση είχε τη λαϊκή εντολή να αλλάξει τις συνθήκες των μνημονίων. Η πλειοψηφία των Ελλήνων που δεν ανήκει απαραίτητα στον ιδεολογικό χώρο του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. επέλεξε αυτή την κυβέρνηση για να προσπαθήσει να αλλάξει τις τρέχουσες συνθήκες διαβίωσης των πολιτών και να διασφαλίσει ένα καλύτερο μέλλον εντός της Ευρώπης, χωρίς όμως να θέσει σε κίνδυνο την αυτονομία της χώρας. Στην ιστορία έχει κατατεθεί πια το γεγονός ότι η κυβέρνηση Τσίπρα έχει παλέψει γι’ αυτή τη δημοκρατική εντολή εν ονόματι όλων των Ελλήνων και όχι μόνο των εντεταγμένων στην παράταξη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., εξού και η οξεία εσωτερική κριτική που έχει δεχτεί τόσους μήνες. Ως εκ τούτου, θεωρώ την όλη στάση της κυβέρνησης σε αυτή τη διαπραγμάτευση κάτω από εξωφρενικές συνθήκες εκβιασμού, παρά τα όποια λάθη στην πορεία, παντελώς υπεύθυνη έως και ηρωική. Το γεγονός ότι η δημοτικότητα της κυβέρνησης έχει ανέβει θεαματικά από τα εκλογικά ποσοστά αποδεικνύει ότι οι περισσότεροι Έλληνες αυτή την ηρωική προσπάθεια την αναγνωρίζουν, ασχέτως εάν έχουν εν μέρει πιθανές διαφωνίες για τους χειρισμούς. Συνέχεια ανάγνωσης

Το ευρωπαϊκό νόημα του δημοψηφίσματος

Standard

αναδημοσίευση από το ηλεκτρονικό περιοδικό «Χρόνος», 27.6.2015

του Στάθη Γουργουρή

Έργο του Νίκου Εγγονόπουλου

Έργο του Νίκου Εγγονόπουλου

Στηρίζω πλήρως την απόφαση της κυβέρνησης να θέσει τις προτάσεις των γραφειοκρατών της Ε.Ε., που αφορούν το άμεσο και απώτερο υπαρξιακό μέλλον της χώρας, σε δημοψήφισμα. Είναι γεγονός ότι δημοψηφίσματα δεν πρέπει να γίνονται συχνά. Και κάθε ένα από αυτά έχει ιστορική σημασία – είναι γεγονότα-σταθμός στην ιστορία μιας δημοκρατίας. Στην περίπτωση που αντιμετωπίζουμε το δημοψήφισμα αρμόζει, γιατί οι συνθήκες που αντιμετωπίζει η χώρα την έχουν θέσει σε αδιέξοδο, οι συνέπειες του οποίου αγγίζουν και τις ερχόμενες γενιές.

Η κυβέρνηση είχε τη λαϊκή εντολή να αλλάξει τις συνθήκες των μνημονίων. Η πλειοψηφία των Ελλήνων που δεν ανήκει απαραίτητα στον ιδεολογικό χώρο του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. επέλεξε αυτή την κυβέρνηση για να προσπαθήσει να αλλάξει τις τρέχουσες συνθήκες διαβίωσης των πολιτών και να διασφαλίσει ένα καλύτερο μέλλον εντός της Ευρώπης, χωρίς όμως να θέσει σε κίνδυνο την αυτονομία της χώρας. Στην ιστορία έχει κατατεθεί πια το γεγονός ότι η κυβέρνηση Τσίπρα έχει παλέψει γι’ αυτή τη δημοκρατική εντολή εν ονόματι όλων των Ελλήνων και όχι μόνο των εντεταγμένων στην παράταξη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., εξού και η οξεία εσωτερική κριτική που έχει δεχτεί τόσους μήνες. Ως εκ τούτου, θεωρώ την όλη στάση της κυβέρνησης σε αυτή τη διαπραγμάτευση κάτω από εξωφρενικές συνθήκες εκβιασμού, παρά τα όποια λάθη στην πορεία, παντελώς υπεύθυνη έως και ηρωική. Το γεγονός ότι η δημοτικότητα της κυβέρνησης έχει ανέβει θεαματικά από τα εκλογικά ποσοστά αποδεικνύει ότι οι περισσότεροι Έλληνες αυτή την ηρωική προσπάθεια την αναγνωρίζουν, ασχέτως εάν έχουν εν μέρει πιθανές διαφωνίες για τους χειρισμούς. Συνέχεια ανάγνωσης

Λαός ενωμένος: Για τον λαϊκισμό του μεσογειακού μωβ κύματος

Standard

του Πάολο Γκερμπαούντο

μετάφραση: Αντώνης Γαλανόπουλος

Τζουζέπε Πελίτσα ντα Βολπέντο "Il Quarto Stato" (1901),

Τζουζέπε Πελίτσα ντα Βολπέντο «Il Quarto Stato» (1901),

Είναι ένα αποκαλυπτικό σημάδι του ότι διανύουμε μια από εκείνες τις στιγμές ταχείας ιστορικής μετάβασης, όταν οι πολιτικές κατηγορίες ανακατασκευάζονται με μεγάλη ταχύτητα, το γεγονός ότι ο διαφιλονικούμενος όρος «λαϊκισμός», που συχνά συνδέεται με ξενοφοβικά κόμματα, από την Λίγκα του Βορρά στην Ιταλία, έως το Εθνικό Μέτωπο στη Γαλλία και το Κόμμα της Ελευθερίας στην Αυστρία, έχει αρχίσει να ανακτάται ως μια θετική ταμπέλα από ένα αυξανόμενο αριθμό αριστερών ακτιβιστών στη νότια Ευρώπη αλλά και πέραν αυτής.

Το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι αυτού που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «μωβ κύμα» της Μεσογείου των Ποδέμος και ΣΥΡΙΖΑ –λόγω του χρώματος των συμβόλων τους, και κατ’ αναλογία με το ροζ κύμα των Τσάβες και Μοράλες στη Λατινική Αμερική– αυτοαποκαλούνται λαϊκιστές έχει γίνει ένας πιασάρικος και προκλητικός τρόπος για να εκφράσουν τη διαφορά μεταξύ της ιδεολογίας τους και εκείνης της παραδοσιακής Αριστεράς. Συνέχεια ανάγνωσης

Μετανάστες και πρόσφυγες στην Ελλάδα: πέρα από τα στερεότυπα

Standard

Η καθημερινότητα μπορεί να δημιουργεί δεσμούς του «ανήκειν»

Συνέντευξη της Χηθ Κάμποτ στη Δέσποινα Μπίρη

Μιλάει για τα στερεότυπα και τους πρόσφυγες, την πολιτική της νέας ελληνικής κυβέρνησης, τον «ήπιο ρατσισμό», την ιθαγένεια, τα κοινωνικά ιατρεία

 

Φωτογραφία της Ιζαμπέλας Φραγκούλη

Φωτογραφία της Ιζαμπέλας Φραγκούλη

Τη Δευτέρα 29 Ιουνίου παρουσιάζεται (στο Floral, πλατεία Εξαρχείων), η μελέτη «On the Doorstep of Europe: Asylum and Citizenship in Greece» της Heath Cabbot (καθηγήτρια πολιτισμικής ανθρωπολογίας στο College of the Atlantic, Maine, ΗΠΑ, επισκέπτρια ερευνήτρια στο Πάντειο). Μιλάνε: Αθηνά Αθανασίου (Πάντειο), Γιώργος Τσιμούρης (Πάντειο), Yonous Muhammadi (Ελληνικό Φόρουμ Προσφύγων), Ανδρομάχη Παπαϊωάννου (ανθρωπολόγος, Generation 2.0 for Rights Equality and Diversity), Μαρία Βουτσίνου (δικηγόρος, ειδικός επιστήμονας στον Συνήγορο του Πολίτη) και η συγγραφέας. Με την ευκαιρία αυτή, η Heath Cabbot μίλησε στη Δέσποινα Μπίρη.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Κυριάκος Κατζουράκης, «Υακίνθη», από την ενότητα «Ο δρόμος προς τη Δύση».

Κυριάκος Κατζουράκης, «Υακίνθη», από την ενότητα «Ο δρόμος προς τη Δύση».

Πρώτα πρώτα, ποιοι είναι οι αιτούντες άσυλο στην Ελλάδα; Πιστεύω πως συχνά περιγράφονται μέσω στερεοτύπων, αλλά υποψιάζομαι ότι η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Πείτε μας για τους ανθρώπους τους οποίους συναντήσατε κατά τη διάρκεια της έρευνάς σας.

Πράγματι, oι αιτούντες άσυλο στην Ελλάδα –όπως και παντού– περιγράφονται συχνά μέσω στερεότυπων. Εγώ θα έλεγα, απλά, ότι κατά την εθνογραφική μου έρευνα έμαθα πολύ γρήγορα ότι οι αιτούντες άσυλο είναι (φυσικά) άνθρωποι. Δηλαδή, θυμωμένοι, απογοητευμένοι, χαρούμενοι, αστείοι, ενοχλητικοί – όλα τα παραπάνω. Στην Ελλάδα ακούγεται συχνά η φράση ότι οι μετανάστες και οι πρόσφυγες «είναι άνθρωποι σαν εμάς». Συνήθως αυτή ή φράση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι «χρειάζονται φροντίδα, βοήθεια, και συμπάθεια» – αν και η φράση αυτή ενισχύει τη διάκριση μεταξύ του «εμείς» και του «αυτοί». Κατά τη γνώμη μου, όμως, πρέπει να αναγνωρίσουμε τις διάφορες πολύπλοκες και συχνά αντιφατικές εμπειρίες και ανθρώπους πίσω από την στερεοτυπική εικόνα του αιτούντος άσυλο ή του πρόσφυγα. Ένα από τα στερεότυπα είναι πολύ αληθινό όμως: οι αιτούντες άσυλο αλλά και οι αναγνωρισμένοι πρόσφυγες στην Ελλάδα αντιμετωπίζουν τεράστια προβλήματα όσον αφορά την αστυνομία, το μετέωρο και αβέβαιο νομικό στάτους τους, την έλλειψη πρόσβασης στα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα και υπηρεσίες, οι οποίες είναι απαραίτητες για τη συνέχιση της ζωής τους ως βιολογικών όντων (ας ξεχάσουμε για το παρόν το ζήτημα του κοινωνικού βίου τους…). Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι πρέπει να αντιμετωπίζουμε τους αιτούντες άσυλο με μια ρομαντική και εξιδανικευμένη οπτική· δεν είναι απλώς «θύματα». Όπως όλοι οι άνθρωποι, έχουν βέβαια τα δικά τους συμφέροντα, πολιτική, ανάγκες, και εμπρόθετη δράση. Αν κάνετε λίγη παρέα με ανθρώπους οι οποίοι έχουν καταθέσει αίτημα για άσυλο, τα στερεότυπα καταρρέουν.

Στο βιβλίο μου αναλύω πολύ προσεκτικά την παραγωγή στερεοτύπων μέσω της διαδικασίας του ασύλου και της παροχής νομικής και κοινωνικής υποστήριξης στον τομέα των ΜΚΟ. Δικηγόροι, κρατικοί υπάλληλοι, αλλά και οι ίδιοι οι αιτούντες άσυλο χρησιμοποιούν τα στερεότυπα στρατηγικά για να «χτίσουν» καλά αιτήματα για άσυλο. Ταυτόχρονα αυτοί οι διάφοροι διάδικοι συμμετέχουν στην παραγωγή στερεοτύπων σχετικά με το «ποιος αξίζει προστασία ή βοήθεια» (και ποιος δεν την αξίζει), ποιος είναι «αληθινός πρόσφυγας» και ποιος είναι «μόνο μετανάστης». Υποστηρίζω ότι αυτή η στερεοτυπική διάκριση, ενώ προσφέρει προστασία σε μερικούς, έχει ως αποτέλεσμα πολλές μορφές βίας και αποκλεισμού. Συνέχεια ανάγνωσης

Θύτες και θύματα: οι μετανάστες στο δελτίο των 8

Standard

Το κείμενο γράφτηκε με την ευκαιρία του Αντιρατσιστικού Φεστιβάλ και με αφορμή μια συζήτηση με αυτό το θέμα, στο πλαίσιό του.  To Φεστιβάλ τελικά δεν θα γίνει, λόγω του δημοψηφίσματος, αλλά το θέμα βέβαια που συζητά παραμένει και σημαντικό και διαρκώς επίκαιρο

της Χριστίνας Τσαμουρά

8-tsamoyra

Μέσα από το τζάμι του λεωφορείου. Μετανάστες που μόλις έφτασαν στον Πειραιά. Φωτογραφία: Reuters (Πηγή: http://www.todayonline.com)

Προσκρούοντας τη μια στη ζοφερή πραγματικότητα της ανθρωπιστικής κρίσης και την άλλη στις πολιτικές και ιδεολογικές τους σκοπιμότητες, τα κεντρικά δελτία των ειδήσεων καλύπτουν πλέον το μεταναστευτικό με τους πιο αντιφατικούς τρόπους.

Η μέχρι πρότινος εικόνα που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αναπαρήγαγαν τα κανάλια για πρόσφυγες και μετανάστες ήταν σαφής: «Λαθραίοι εισβολείς με δόλια κίνητρα, φορείς ασθενειών και αρπαγείς των δουλειών των ντόπιων, που στην καλύτερη περίπτωση διαταράσσουν την ομαλή ζωή των Ελλήνων στις κατά τα άλλα φιλήσυχες γειτονιές τους, ενώ στη χειρότερη είναι ικανοί για τα φρικωδέστερα των εγκλημάτων». Η εποχή που το ρατσιστικό στερεότυπο του μετανάστη-«υπανθρώπου» και η ρητορική του μίσους μονοπωλούσαν τα δελτία των 8 νομιμοποιώντας και διαδίδοντας το χρυσαυγίτικο λόγο δεν είναι πολύ μακρινή. Όλοι θυμόμαστε τα θρυλικά «ρεπορτάζ» στις συνοικίες του κέντρου, βγαλμένα λες από ατζέντα ακροδεξιών επικοινωνιακών επιτελείων, τη συστηματική αδιαφορία για τις βάναυσες επιθέσεις κατά αλλοδαπών που κατά κόρον σημειώνονταν, τη δυσκολία των «πογκρόμ» να θεωρηθούν ειδήσεις, την ανυπαρξία των προσφύγων –έστω και ως λέξης– στον επίσημο δημοσιογραφικό λόγο, ο οποίος αντιθέτως έβριθε από «λαθρομετανάστες». Και ξαφνικά, ή όχι και τόσο ξαφνικά, το φονικό. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο Τζούλιο, ο Αμάρ και οι άλλοι φίλοι της κόρης μου

Standard

της Ειρήνης Βλάχου

7-blaxoy

«Ιθαγένεια για όλα τα παιδιά!». Από τη συναυλία στο Σύνταγμα, 24.6.2015. Φωτογραφία του Μάριου Λώλου

 Η κόρη μου γεννήθηκε και μεγαλώνει στο κέντρο της Αθήνας. Στα Εξάρχεια, μια γειτονιά με πολλά προβλήματα, πολλά σχολεία, πολλά παιδάκια. Γεννήθηκε πριν έξι χρόνια. Πάει στο νηπιαγωγείο, και πριν το νηπιαγωγείο πήγε στον παιδικό σταθμό της γειτονιάς. Πριν πάει στον παιδικό σταθμό της γειτονιάς πηγαίναμε μαζί στην παιδική χαρά και παίζαμε με άλλα παιδιά που μετά ήταν συμμαθητές της στον παιδικό σταθμό της γειτονιάς και στο νηπιαγωγείο και παίζουν ακόμα μαζί στο δρόμο κάθε απόγευμα. Τα λένε Γιώργο, Νίκο, Μάρκο, Τζούλιο, Αμάρ, Αποστόλη, Ναθαναήλ, Γαβριέλλα, Χρήστο, Δέσποινα, Αθηνά, Λου, Αλιέσα. Αυτοί όλοι έχουν οι περισσότεροι και μεγάλα αδέλφια που πάνε στο δημοτικό, στο γυμνάσιο, κάποια και στο λύκειο. Τα τελευταία είναι εκνευριστικά παιδιά, γιατί σου δείχνουν πώς θα γίνουν τα δικά σου όταν μεγαλώσουν, μερικά διαβάζουν συνέχεια, για να μπουν σε σχολές, για τις οποίες αλλάζουν γνώμη κάθε εβδομάδα, έχουν όλη την ώρα ένα κινητό στο χέρι και δεν ασχολούνται ποτέ με τα μικρά. Στη γειτονιά έχουμε και μεγαλύτερα παιδιά που έχουν τελειώσει και το λύκειο, πάνε, ας πούμε, στο πανεπιστήμιο ή και το έχουν τελειώσει.

Στη γειτονιά έχουμε όλοι πραγματικούς δεσμούς, και μεταξύ μας και με τη χώρα. Κρατάμε η μία το παιδί της άλλης, όταν η άλλη πρέπει να δουλέψει, καθαρίζουμε μόνοι μας το δρόμο, βάφουμε μόνοι μας τον τοίχο του παιδικού σταθμού, κάνουμε συγκεντρώσεις γονέων, βρισκόμαστε υπερβολικά συχνά και συζητάμε πάντα τα ίδια: για τα παιδιά, τα μπαλέτα, τα κολυμβητήρια, την πολιτική, πολύ για την οικονομία, τη δουλειά, τα χρήματα, τα νοίκια, τα φάρμακα, τους γιατρούς, τα σχολεία. Συνέχεια ανάγνωσης