Η γλώσσα του εκτοπισμού

Standard

της Σάσκια Σάσεν 

μετάφραση: Κατερίνα Δροσοπούλου

 

Η Σάσκια Σάσεν θα βρεθεί αύριο στην Αθήνα, καλεσμένη του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ (Παράρτημα Ελλάδας) και του «Κοινωνία Δημοκρατία». Με την ευκαιρία αυτή δημοσιεύουμε ένα κείμενό της από το Truthout (30.7.2014), όπου παρουσιάζει τις βασικές γραμμές του προβληματισμού του τελευταίου βιβλίου της Expulsions: Brutality and Complexity in the Global Economy (Harvard University Press/Belknap 2014).

ΕΝΘΕΜΑΤΑ 

Πάμπλο Πικάσο, «Τα απομεινάρια του Μινώταυρου σε κοστούμι αρλεκίνου»

Πάμπλο Πικάσο, «Τα απομεινάρια του Μινώταυρου σε κοστούμι αρλεκίνου»

Συχνά αναφερόμαστε στην αύξηση της ανισότητας, της φτώχειας, του εγκλεισμού, των κατασχέσεων κατοικίας και άλλων αδικιών. Και όμως, οι γνωστές συζητήσεις για τη διεύρυνση του χάσματος της ανισότητας δεν αρκούν, αν θέλουμε να συλλάβουμε την ευρύτερη πραγματικότητα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε. Απαιτείται μια νέα γλώσσα. Εγώ χρησιμοποιώ τον όρο «εκτοπισμός» (expulsion), προκειμένου να τονίσω τoν ριζικό χαρακτήρα αυτής της αναγκαίας αλλαγής.

Για παράδειγμα, χρειαζόμαστε έναν νέο όρο για τον ολοένα αυξανόμενο αριθμό ενήλικων ανδρών σε φτωχογειτονιές των ΗΠΑ που δεν είχαν ποτέ δουλειά. Η φράση «μακροχρόνια ανεργία» είναι εξαιρετικά αόριστη και δεν μπορεί να αποδώσει αυτή την ακραία δομική συνθήκη. H γλώσσα μας πρέπει να αναγνωρίσει ότι οι 52 εκατομμύρια άνθρωποι που καταγράφονται από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες ως «εκτοπισμένοι», δεν πρόκειται ποτέ να γυρίσουν σπίτι τους, γιατί τα «σπίτια» τους αντικαστάθηκαν απο πολυτελή κτίρια, φυτείες ή εμπόλεμες ζώνες. Οι μακροχρόνια άνεργοι, όπως και οι μακροχρόνια εκτοπισμένοι, έχουν στην πραγματικότητα αποβληθεί από την κοινωνία.

Αυτές και πολλές άλλες μορφές εκτοπισμού προσλαμβάνουν συγκεκριμένο περιεχόμενο σε διαφορετικά μέρη του κόσμου και σε διαφορετικούς τομείς: στην οικονομία, την κοινωνία, την πολιτική. Πράγματι, είναι τόσο ιδιαίτερες σε κάθε τόπο και τομέα –και συνήθως μελετώνται σε πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο– που είναι πολύ δύσκολο να διακρίνουμε ότι μπορεί, τελικά, να αποτελούν απλώς την επιφανειακή εκδήλωση τάσεων που διαπερνούν οριζόντια τις γνωστές μας σήμερα διακρίσεις. Για να επιστρέψω στα δύο παραδείγματα που ανέφερα παραπάνω: oι ειδικοί στη μακροχρόνια ανεργία στον Παγκόσμιο Βορρά δεν μελετούν πραγματικά τους εκτοπισμένους του Παγκόσμιου Νότου, και αντίστροφα. Εντούτοις, και οι δυο αυτές περιπτώσεις εκτοπισμού, κατά βάση, έχουν ένα απλό κοινό στοιχείο: αφορούν ανθρώπους που εκδιώχθηκαν (συχνά οριστικά) από αυτό που ήταν κάποτε η ζωή τους.

Πρέπει να βρούμε τρόπους να συζητήσουμε τις συστημικές απολήξεις που κρύβονται βαθιά μέσα στην επικράτεια του εθνικού. Αυτές οι απολήξεις δεν πρέπει να συγχέονται με τα εθνικά σύνορα ή άλλες πολιτικο-διοικητικές διαιρέσεις, ακόμα και αν συμπίπτουν σε κάποιες περιπτώσεις. Επιπλέον, απο τη στιγμή που οι άνεργοι ή οι εκτοπισμένοι ή οι τόσες άλλες περιπτώσεις «εξορισμένων» διασχίζουν αυτό το συστημικό σύνορο, γίνονται, κατά κάποιον τρόπο, αόρατοι: είναι μάλλον απίθανο να ληφθούν υπόψη σε μετρήσεις του κατά κεφαλήν ΑΕΠ ή σε μια απογραφή. Και η ορατότητα είναι πολύ μικρή, επειδή μιλάμε για ανθρώπους, τόπους, φαλιρισμένες μικρές επιχειρήσεις, γειτονιές κατεστραμμένες από τυφώνες, γειτονιές κατεστραμμένες από κατασχέσεις για στεγαστικά δάνεια κ.ο.κ

Όλες αυτές οι μορφές εκτοπισμού, και άλλες πολλές που δεν αναφέρονται εδώ, συνυπάρχουν με την ανάπτυξη «της» οικονομίας, ακόμα κι αν το πεδίο αυτής της οικονομίας συρρικνώνεται. Αυτή η συνύπαρξη της ανάπτυξης (όπως συμβατικά μετριέται) με τους εκτοπισμούς για τους οποίου μιλάμε κάνει ακόμα πιο αόρατους εκείνους που εξορίστηκαν από τη δουλειά ή το σπίτι τους.

Σε πολλούς από αυτούς τους εκτοπισμούς αξιοποιούνται σύνθετες μορφές γνώσης που θαυμάζουμε – για παράδειγμα, τα ανώτερα μαθηματικά στους αλγόριθμους των οικονομικών και πολύπλοκες νομικές καινοτομίες, που επιτρέπουν τις μαζικές αρπαγές γης, σαν αυτές που συνέβησαν το 2006. Θεωρώ ότι αυτή η κακή χρήση της γνώσης αποτελεί μείζον ζήτημα για τη σύγχρονη παγκόσμια πολιτική οικονομία. Φέρνει στο προσκήνιο το γεγονός ότι μορφές γνώσης και ευφυΐας τις οποίες σεβόμαστε και θαυμάζουμε αποτελούν συχνά τη βάση μιας αλυσίδας συναλλαγών που μπορούν να καταλήξουν, ξεκάθαρα, σε βαρβαρότητες. Ως παράδειγμα ενός απλού εκτοπισμού μπορεί να αναφέρει κανείς την περίπτωση των χαμηλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας σε ανθυγιεινές συνθήκες, που αποτελούν μέρος της σύνθετης διαχείρισης εξωτερικής ανάθεσης έργου (outsourcing). Αυτές οι σύνθετες μορφές γνώσης παράγουν εκτοπισμούς μεγάλης κλίμακας, όπως όταν κατασκευάζεται ένα τεράστιο φράγμα που θάβει ολόκληρα χωριά και καλλιεργημένες εκτάσεις – και έτσι αποκαλύπτεται η καταστροφική πλευρά της γνώσης αυτής.

Ορισμένες ακραίες περιπτώσεις μας βοηθούν να αντιληφθούμε οδυνηρά αυτή την κακή χρήση της γνώσης. Για παράδειγμα, τα ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια υψηλού κινδύνου (subprimes), που αναπτύχθηκαν τη δεκαετία του 2000, ήταν ένα οικονομικό πλάνο που στόχευε στην ανάπτυξη νέων ειδών εγγυημένων τιτλοποιήσεων και ενυπόθηκου χρέους. Δεν πρέπει να συγχέονται με τα ενυπόθηκα δάνεια της προηγούμενης περιόδου, που ήταν επιδοτούμενα από το κράτος και είχαν στόχο κυρίως να βοηθήσουν τις οικογένειες με χαμηλό εισόδημα να αποκτήσουν το δικό τους σπίτι.

Οι νέες εκδοχές των ενυπόθηκων δανείων χρησιμοποίησαν τα υποθηκευμένα σπίτια χαμηλής αξίας, προκειμένου να καλύψουν τη ζήτηση των επενδυτών για «εγγυημένες» τιτλοποιήσεις (τίτλους δηλαδή που έχουν ως εγγύηση πραγματικά περιουσιακά στοιχεία), σε μια αγορά όπου η εξαιρετικά υψηλή αξία των παραγώγων ήταν 630 τρισ. δολάρια, 14 φορές η αξία του παγκόσμιου ΑΕΠ.

Οι επενδυτές απαιτούσαν πραγματικά περιουσιακά στοιχεία προς εξασφάλιση των τίτλων, και όχι απλώς παράγωγα επιτοκίων βασισμένα σε ατέρμονες υποθετικές ή αβέβαιες εγγυήσεις. Η πολυπλοκότητα της χρηματοοικονομικής τεχνικής αναπτύχθηκε έτσι ώστε να αποσυνδέσει την πραγματική (χαμηλή) αξία του ακινήτου και του στεγαστικού δανείου από τις εγγυημένες τιτλοποιήσεις, στοχεύοντας σε υψηλή χρηματοδοτική ροή. Διάφορα οικονομικά τεχνάσματα χρησιμοποιήθηκαν για να καμουφλάρουν τη χαμηλή αξία των πραγματικών περιουσιακών στοιχείων. Πολύπλοκα χρηματοπιστωτικά εργαλεία αναπτύχθηκαν στην πλάτη των «απλών ανθρώπων». Η πρόκληση ήταν να υπάρξει τέτοια αποσύνδεση, ώστε ακόμα και αν οι αγοραστές των σπιτιών δεν μπορούσαν να πληρώσουν, να μην έχει σημασία. Η υψηλή χρηματοδοτική ροή θα απέδιδε και μόνο εκείνοι που εξαρτιόνταν από τα στεγαστικά θα υπέφεραν τελικά από την κρίση.

Όταν αυτή η σύντομη και στυγνή ιστορία τελείωσε το 2010, πάνω απο 13 εκατομμυρια τέτοια συμβόλαια ειχαν υπογραφεί και 9 εκατομμύρια νοικοκυριά –που θα μπορούσε να σημαίνει πάνω από 30 εκατομμύρια άνθρωποι– έχασαν τα σπίτια τους, σύμφωνα με την Ομοσπονδιακή Τραπεζα των ΗΠΑ. Τώρα, αυτό το χρηματοδοτικό εργαλείο κυκλοφορεί και στη Ευρώπη, όπου κάθε χρόνο πολλές εκατοντάδες νοικοκυριά χάνουν τα σπίτια τους. Ο μεγαλύτερος αριθμός εξώσεων στην Ευρώπη, γινεται στη Γερμανία, μια χώρα που θεωρούμε ότι η κρίση την έχει αφήσει αλώβητη.

Εάν συνυπολογίζουμε όλες τους διαφορετικούς εκτοπισμούς σε όλες τις χώρες, η επίδρασή τους στη διαμόρφωση του κόσμου μας είναι πολύ μεγαλύτερη από την ραγδαία οικονομική ανάπτυξη στην Ινδία, την Κίνα και λίγες ακομα χωρες. Πράγματι, τέτοιες εκτοπίσεις μπορούν να συνυπάρχουν με την οικονομική ανάπτυξη όπως αυτή υπολογίζεται με τα καθιερωμένα κριτήρια.

Αυτοί οι εκτοπισμοί δεν συμβαίνουν απλώς· φτιάχνονται. Τα εργαλεία γι’ αυτή την «κατασκευή» ποικίλλουν — από πολύ βασικές πολιτικές έως σύνθετες τεχνικές που απαιτούν εξειδικευμένη γνώση και πολύπλοκες οργανωτικές δομές. Και οι οδοί για τον εκτοπισμό ποικίλουν επίσης. Συμπεριλαμβάνουν τις πολιτικές λιτότητας που συντέλεσαν στη συρρίκνωση των οικονομιών της Ελλάδας και της Ισπανίας, καθώς και περιβαλλοντικές πολιτικές που παραβλέπουν τις τοξικές εκπομπές από πελώριες εξορυκτικές δραστηριότητες.

Ιστορικά, οι καταπιεσμένοι εξεγέρθηκαν συχνά εναντίον των «αφεντικών» τους. Σήμερα παρά τα κινήματα αντίστασης που αναπτύσσονται παγκοσμίως, τέτοια αντίδραση συνήθως εμποδίζεται από τον τρόπο με τον οποίο οι καταπιεσμένοι εκδιώκονται και επιβιώνουν σε μεγάλη απόσταση από τους καταπιεστές τους. Η πλήρης αντιμετώπιση αυτής της πραγματικότητας απαιτεί να αναγνωρίσουμε τον ριζικό χαρακτήρα αυτών των εκτοπισμών. Λίγες παραπάνω θέσεις εργασίας, λίγη βοήθεια παραπάνω για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών — τίποτα από αυτά δεν αρκεί για να αποκατασταθεί το αίσθημα της κοινωνικής δικαιοσύνης στον κόσμο μας.


Η Σάσκια Σάσσεν στην Αθήνα

Το Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ (Παράρτημα Ελλάδας), σε συνεργασία με την πρωτοβουλία «Για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας και της Δημοκρατίας» οργανώνουν μια σειρά διαλέξεων με τίτλο Rethinking Europe (με ομιλητές από την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες, η οποία, με αφορμή την ελληνική κρίση, έχει στόχο να ξαναθέσει στο επίκεντρο του προβληματισμού το μέλλον της Ευρώπης). Την πρώτη διάλεξη της σειράς, τίτλο Η ελληνική κρίση: κανόνας ή εξαίρεση στην Ευρώπη; θα δώσει η Σάσκια Σάσεν. Θα προλογίσουν η Johanna Bussemer και η Ιωάννα Μεϊτάνη (Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ), τη σειρά Rethinking Europe θα παρουσιάσει ο Πολυμέρης Βόγλης, ενώ τη Σάσια Σάσκεν και το έργο της ο Αντώνης Λιάκος. Αύριο, Δευτέρα 8 Ιουνίου 2015, 19:00 στο Gazarte, Βουτάδων 34, Γκάζι. Ταυτόχρονη μετάφραση από και προς τα ελληνικά και τα αγγλικά.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Η γλώσσα του εκτοπισμού

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s