Διασταυρώσεις και Συναρμογές

Standard

Από την Γκιαούρ Ιζμίρ στην Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων

Το Τμήμα Φιλολογίας του ΑΠΘ ανακήρυξε, την Παρασκευή 22 Μαΐου επίτιμο διδάκτορα την ιστορικό Πόπη Πολέμη, τιμώντας τη συμβολή της στην ιστορία του βιβλίου και των ιδεών. Για τους ανθρώπους με το έργο το ήθος και την προσφορά της Πόπης Πολέμης, δεν χρειάζονται πολλά και ηχηρά λόγια. Γι’ αυτό θα πούμε μόνο ότι, στην περίπτωση αυτή, η τιμή επιστρέφει στο τιμώντα. Και θα σταματήσουμε εδώ, για να παραθέσουμε όσο το δυνατόν εκτενέστερα αποσπάσματα από την ομιλία της στην τελετή – μια τελετή που δεν ήταν τελετή, αλλά μια γιορτή όπου περίσσευε η χαρά, η συγκίνηση και τα ειλικρινή αισθήματα.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

της Πόπης Πολέμη

7-polemi aΜαζί με τις θερμές ευχαριστίες για την τιμητική απόφαση του Τμήματος Φιλολογίας, θα ήθελα να ξεκινήσω τη σύντομη αυτή κατάθεση με την ομολογία ενός παλαιού κρίματος, κι ας μην πιστεύω στην δι’ εξομολογήσεως εξιλέωση. Όταν τον περασμένο Οκτώβρη η Μαίρη Μικέ, παλαιά συμφοιτήτρια και φίλη, μου έκανε λόγο για την επικείμενη πρόταση που κατέληξε να μας συγκεντρώσει σήμερα εδώ, η συγκίνηση ήταν εύλογη, προπάντων γιατί η πρωτοβουλία πήγαζε από το Τμήμα με το οποίο με συνδέουν τόσες αναμνήσεις. Ελπίζω οι φίλοι να με συγχωρήσουν αν πω πως, ούτως ή άλλως, η τιμή μού φάνηκε υπερβολική. Ωστόσο, δεν είναι αυτός ο λόγος που η πρώτη αντίδραση ήταν ευγενικά να αρνηθώ. Είναι γιατί μου είχε κακοφανεί πολύ όταν ο Φίλιππος Ηλιού αποδέχθηκε την αντίστοιχη πρόταση από το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, για την οποία πίστευα ότι δικαίως του έγινε, αλλά ήμουν απόλυτα πεπεισμένη πως ο ίδιος δεν θα συναινούσε. Βλέπετε, όταν είχα κτυπήσει την πόρτα του τον Σεπτέμβρη του ’82, αυτό συνέβη, μεταξύ των άλλων, επειδή εκείνος ο αποσυνάγωγος αριστερός ουδεμία σχέση είχε με πανεπιστήμια και επίσημους θεσμούς. Εξού και η απογοήτευση, καθώς θεώρησα πως δεχόταν να ενσωματωθεί συμβολικά σε ό,τι τον έβρισκε αντίθετο, αφού προηγουμένως τον είχε αποκλείσει. Η ειρωνεία δε ήταν πως το τηλεφώνημα της Μαίρης ήρθε ακριβώς είκοσι χρόνια μετά την τελετή εκείνη της 25ης Οκτωβρίου του 1994, στη χαρά της οποίας αγενώς είχα αρνηθεί να συμμετάσχω. Σαν κάποιος να μου τραβούσε το αυτί, γελώντας με συγκατάβαση.

Οφειλές 

Έκτοτε, βέβαια, κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι και οι εμμονές έγιναν αντικείμενο μεταθανάτιων αναστοχασμών, με ποικίλα συναισθήματα. Ωστόσο ό,τι με εμπόδισε να φανώ για άλλη μια φορά κακότροπη, ας είναι και από τύψεις, ήταν η πεποίθηση ότι στο πρόσωπό μου ερχόσαστε να τιμήσετε εκείνους πλάι στους οποίους πορεύτηκα και τις συλλογικότητες όπου είχα την τύχη να ενταχθώ. Να τιμήσετε τη μνήμη του Φίλιππου Ηλιού και του Μάνου Χαριτάτου. Τους φίλους και ομοτέχνους στο ΕΛΙΑ, στα ΑΣΚΙ και στο Μουσείο Μπενάκη. Την ιδρυτική ομάδα του περιοδικού Τα Ιστορικά, τον Σπύρο Ασδραχά και τον Βασίλη Παναγιωτόπουλο, προσφιλείς δασκάλους από τα χρόνια στο Παρίσι, με τους οποίους συνεχίζουμε τη διαδρομή. Την Άννα Ματθαίου και τον Στρατή Μπουρνάζο, που μαζί, ανάμεσα σε άλλα πολλά, στήσαμε την έκδοση των απάντων του Φίλιππου. Την Αναστασία Μυλωνοπούλου, την Ειρήνη Ριζάκη και τη Σάντρα Βρέττα, διόλου τυχαία Θεσσαλονικιές και οι τρεις, με κοινή Alma mater τη Φιλοσοφική Σχολή, με τις οποίες μοιραζόμαστε, δέκα χρόνια τώρα, τις δυσκολίες και τις χαρές της καθημερινής δουλειάς στο Βιβλιολογικό Εργαστήρι «Φίλιππος Ηλιού». Να μνημονεύσω τελευταία τη φοιτητική παρέα που η μεγάλη χαρά απόψε είναι πως βρίσκεται εδώ. Είμαι σίγουρή πως αυτήν την παρέα είχαν κατά νου όταν προέκριναν τούτη την τιμητική διάκριση η Μαίρη Μικέ αλλά και η Λίζυ Τσιριμώκου, η οποία είχε σταθεί για μας η πολύτιμη διάμεσος με τον κόσμο των δασκάλων: τον κόσμο που σφράγισαν, τα χρόνια της Μεταπολίτευσης, ο Δημήτρης Μαρωνίτης, ο Νικηφόρος Παπανδρέου, ο Γιώργος Σαββίδης, ο Νίκος Χουρμουζιάδης, αφήνοντας για το τέλος τον Άλκη Αγγέλου και τον Πάνο Μουλλά, χάρη στους οποίους έγινε η διασταύρωση της φιλολογικής μας σκευής με την ιστορία, η μαθητεία στην κρυφή γοητεία της βιβλιογραφίας, η μύηση στο πνευματικό κλίμα του Κωνσταντίνου Δημαρά και η οικείωση με τη βιοτροπία και τις «ασέβειες» του ιστορικού Φίλιππου Ηλιού. […]

Κλείνοντας με τις εξομολογήσεις, να σας πω πως η μοναδική φορά που παραστάθηκα σε ανάλογη τελετή σε τούτην εδώ την αίθουσα ήταν όταν, τον Μάρτιο του ’77, τιμήθηκε ο Νίκος Σβορώνος. Είχε επιλέξει να διαβάσει τη σύνοψη της διατριβής που κατέθεσε στη Σχολή το 1942, αλλά οι χαλεποί καιροί δεν του είχαν επιτρέψει να προσέλθει στην προφορική υποστήριξη. Το λόγο του για τη «νομισματική κυκλοφορία στην Τουρκοκρατία, εικόνα εξαρτημένης οικονομίας», όποιος τον ξαναδιαβάσει σήμερα στην Επιστημονική Επετηρίδα της Φιλοσοφικής Σχολής, θα τον βρει, εκτός από σοφό και εμπερίστατο, απολύτως επίκαιρο για τους δικούς μας χαλεπούς καιρούς. Ωστόσο τότε, όσοι είχαμε συρρεύσει για να δούμε από κοντά τον ζωντανό θρύλο της Αριστεράς, σύντομα κουραστήκαμε και οι περισσότεροι σιγά σιγά αποχώρησαν. Στην περίπτωση αυτή πάντως τύψη δεν με βαραίνει, καθώς από ντροπή για το θόρυβο που προκαλούσαν τα βήματα στο ξύλινο πάτωμα είχα μείνει ώς το τέλος. Κι αν σας τα θυμίζω όλα αυτά, δεν είναι φυσικά για να υπονοήσω άτοπες αντιστοιχήσεις, αλλά για να δικαιολογήσω τη δική μου απόφαση να σας μιλήσω σήμερα για κάτι βιωματικό και λιγότερο ακαδημαϊκό. Να σας αφηγηθώ ένα από τα πιο γουστόζικα περιστατικά που μας συνέβησαν τα τελευταία χρόνια στο Βιβλιολογικό Εργαστήρι και συνδυάζεται με τα έργα και τις ημέρες της μικρής ερευνητικής μας συντροφιάς.

Το «Σεχλεραϊκόν Αλφαβητάριον»

Το «Ανσαϊλανζάρ Σεχλεραϊκόν Αλφαβητάριον»

Το «Ανσαϊλανζάρ Σεχλεραϊκόν
Αλφαβητάριον»

Όταν καταπιάνεσαι με τη βιβλιογραφία, και μάλιστα όταν, στην τροχιά του Φίλιππου Ηλιού, τη βιβλιογραφία δεν την αντιμετωπίζεις ως αυτοσκοπό αλλά ως εργαλείο κατανόησης, ιστορικής κατανόησης των μηχανισμών που διέπουν την κοινωνική εξέλιξη, η ατέρμονη, συχνά ανιαρή δουλειά ισοσκελίζεται με την ολοένα καθαρότερη εποπτεία του συνόλου που αποκτάς στη διάρκεια της έρευνας. Και ασφαλώς η μεγάλη χαρά είναι όταν τα βιβλία γίνουν αφορμές για συναντήσεις πολύτροπες. […] Ούτως ή άλλως, η ρουτίνα του βιβλιογράφου είναι να συλλέγει ψηφίδες και σπάνια συναντά ευρήματα αναπάντεχα που να τον εκπλήσσουν, όπως συνέβη με το αχρονολόγητο σμυρναϊκό έντυπο που έφερε τον παράδοξο τίτλο Σεχλεραϊκόν Αλφαβητάριο. Όταν στο Βιβλιολογικό Εργαστήρι ετοιμάζαμε τον δεύτερο τόμο της Ελληνικής Βιβλιογραφίας του 19ου αιώνα με αφετηρία τα κατάλοιπα του Φίλιππου Ηλιού, συμμορφωθήκαμε με τη δική του επιλογή και δεν το εντάξαμε στη χρονολογική του θέση, καθώς θεωρήθηκε αμφίβολη η χρονολόγηση «περί το 1820» των προηγούμενων βιβλιογράφων Γκίνη και Μέξα. […]

Σε μια σύναξη, όμως, από εκείνες που συνηθίζουμε για να συνδράμουμε με τον οβολό μας τα ΑΣΚΙ, ένας φίλος των ΑΣΚΙ αλλά και του Βιβλιολογικού Εργαστηριού, ο Μανώλης Βουρλιώτης, έφερε να μου χαρίσει ένα αταύτιστο, όπως θεωρούσε, φυλλάδιο που είχε βρει ψαχουλεύοντας σε κάποιο παλαιοβιβλιοπωλείο. Στο ημίφως του μπαρ, προς μεγάλη μου κατάπληξη, είδα πως είχα στα χέρια μου το λανθάνον εκείνο Ανσαϊλανζάρ Σεχλεραϊκόν Αλφαβητάριον, όπως είναι ο ορθός τίτλος, τυπωμένο Εν Σμύρνη.

Στο φως της ημέρας, την επομένη, ήταν σαφές από τα τυπογραφικά στοιχεία ότι αποτελούσε έκδοση μεταγενέστερη του 1820, όπως ορθά είχε εικάσει ο Φίλιππος Ηλιού, κι ας μην είχε τη δυνατότητα της αυτοψίας. Έκδοση, μάλιστα, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, καθώς επρόκειτο για απόπειρα επινοημένης διεθνούς γλώσσας. Το πρώτο ανάλογο δείγμα στη γλώσσα μας που είχαμε εντοπίσει ώς τότε ήταν η Γραμματική και μέθοδος της παγκοσμίου αλληλοεθνούς γλώσσας Βολαπύκ (Volapük) του 1887, προσαρμογή στα καθ’ ημάς από τον Δημήτριο Σαρεγιάννη της κατασκευασμένης από το 1879 γλώσσας του Γερμανού Johann Martin Schleyer […] Το 1887, επίσης, εκδόθηκε στη Βαρσοβία και το πρώτο εγχειρίδιο της ευρύτερα γνωστής εσπεράντο […] την οποία είχε επινοήσει ο Ρωσοπολωνοεβραίος Λάζαρος Λουδοβίκος Ζάμενχοφ και εισάγεται στην Ελλάδα ιδίως μέσω του Σαμιώτη γιατρού Ανακρέοντα Σταματιάδη, που από το 1907 και έπειτα εκδίδει σχετικά έντυπα πάσης φύσεως.

Ωστόσο, η «Σελεράϋ γλώσσα παγκόσμιος», όπως την ονοματίζει ο «εφευρετής» της στον «πρόλογό» του αποδείχθηκε προγενέστερη όλων αυτών. Αναμφίβολα, ο κατάλογος των κατασκευασμένων γλωσσών είναι ιδιαίτερα πλούσιος από την εποχή του Καρτέσιου και του Λάιμπνιτς και τις πολυάριθμες απόπειρες στην κοσμοπολιτική ευρυχωρία του Διαφωτισμού. Εκεί όπου εντάσσεται άλλωστε και η «μεθοδική γλώσσα» του Δανιήλ Φιλιππίδη (1817), η οποία όμως προορίζεται «να διευκολύνει την συνεννόηση των επιστημόνων» και δεν αποβλέπει «σε ένα όργανο παγκόσμιας συνεννόησης». Αντίθετα, η Σεχλεράι εντάσσεται σε εκείνες τις απόπειρες που αποσκοπούν, κατά τη διατύπωση του Σαρεγιάννη, να συνδέσουν διά της γλώσσης «εις έν τα πολύτροπα και πολύθροα έθνη». Απόπειρες σε πείσμα ή, αλλιώς, σε δημιουργικό αντίλογο με τον αιώνα των εθνών, τότε που θεωρούσαν ακόμη πως τα μόνα σύνορα που έπρεπε να υπερβούν ήταν τα σύνορα της γλώσσας. […]

Ξεφυλλίζοντας προσώρας το νέο μας απόκτημα διαπιστώναμε ότι ο υπογράφων τον πρόλογο Τγρανσάρ υποστήριζε πως «η Σελεράϋ γλώσσα παγκόσμιος, κατασκευασμένη και πεπλουτισμένη ουκ ως άλλαι γλώσσαι απαλλήλοθεν, αλλά από των θησαυρών της ασπίλου και αμολύντου Μητρός της φυσικής αφελούς φαντασίας». Για να διακηρύξει στη συνέχεια προς τους πιθανούς κατηγόρους του ότι την Εφεύρεσίν του την παρουσιάζει «ταπεινοφρόνως εις το Δημόσιον, ου διά νέον ξεχωρισμόν και υπεραύξησιν εθνογλωσσίας, αλλά τουναντίον ως συναρμογήν αυτών, όσον το δυνατόν εντελήν». […]

Η αυτονόητη περιέργεια για το αναπάντεχο εύρημα και οι άπειρες δυνατότητες που προσφέρει το διαδίκτυο είχαν ως αποτέλεσμα να εντοπίσει η συνεργάτρια Αναστασία Μυλωνοπούλου το κείμενο που έλυσε όλες μας τις απορίες. Γραμμένο από τον James Russell, καθηγητή Αρμενικών Σπουδών στο Τμήμα Γλωσσών και Πολιτισμών της Εγγύς Ανατολής του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, τιτλοφορείται «The Sehlerai Language» και είχε αναρτηθεί λίγες μόνο μέρες πριν το αναζητήσουμε, τον Φεβρουάριο του 2013, στο διαδικτυακό αρχείο Fiat Lingua. Όσα εν συντομία θα σας εκθέσω στη συνέχεια τα αντλώ από αυτό το εξαιρετικό άρθρο του James Russel.

Μπέντρος Τινγκίρ: Ο «εφευρετής» της γλώσσας Σεχλεράϊ 

Συντάκτης του φυλλαδίου, περι ού ο λόγος, και εφευρετής της γλώσσας Σεχλεράϊ ήταν ο Αρμένιος Μπέντρος Τινγκίρ. Γόνος ευκατάστατης αρμενοκαθολικής οικογένειας της Κωνσταντινούπολης, των Τινγκιριάν, γεννήθηκε εκεί το 1799, φοίτησε στο καθολικό σεμινάριο των Μεχιταριστών στη Βιέννη και έγινε ιερέας το 1818. Ύστερα από μια πολυδαίδαλη γεωγραφική και πνευματική διαδρομή, εγκατέλειψε το ιερατικό σχήμα, και περί το 1840 εγκαταστάθηκε οριστικά στη Σμύρνη, όπου έκτισε μια απομονωμένη κατοικία στα Άσπρα Χώματα, κοντά στο προάστιο Μπουτζάς. Χορτοφάγος και μισογύνης, σύμφωνα με σύγχρονες μαρτυρίες που ενδεχομένως υποκρύπτουν την δύσκολα κατονομαζόμενη τότε ομοφυλοφιλία, έζησε εκεί ώς τα γεράματά του, και πέθανε, στην κυριολεξία οικεία βουλήσει, το 1881. Στο υπέρθυρο της ιδιότυπης κατοικίας του ήταν χαραγμένη η λέξη «Ayzeradant», δηλαδή ναός της σοφίας, που ανακαλεί τον αντίστοιχο μασονικής έμπνευσης ναό στον «Μαγεμένο Αυλό» του Μότσαρτ (1791), προϊόν της Βιέννης των Φώτων, όπου γαλουχήθηκε στα νιάτα του ο Μπέντρος. Αν και η παρουσία των Αρμενίων στις Στοές της Ανατολής ήταν αναμφίβολα ισχυρή και η διάδοση των παγκόσμιων γλωσσών συναρτάται συχνά με το διεθνικό μασονικό πρόταγμα, η σύνδεση του ίδιου με τους Φραμασόνους της Σμύρνης δεν μπορεί να τεκμηριωθεί. Εκείνο όμως που δεν χωρά αμφιβολία είναι το γεγονός ότι ο Μπέντρος Τινγκίρ, γνώστης, εκτός από την αρμενική, τουρκική και γερμανική γλώσσα, της ελληνικής, λατινικής, αραβικής, περσικής, ιταλικής, αγγλικής, γαλλικής και σανσκριτικής, οραματίστηκε και κατασκεύασε, σε αυτόν τον γεωγραφικό και πολιτισμικό χώρο, μια παγκόσμια γλώσσα, σχεδίασε το αλφάβητό της, έγραψε ποιήματα σε αυτήν και σκόπευε, μετά το εγχειρίδιο που μας απασχολεί εδώ, να εκδώσει γραμματική και λεξικό, τα οποία είτε δεν εκδόθηκαν είτε δεν έχουν ακόμη εντοπιστεί.

Ο James Russel γνώριζε την ύπαρξη του εγχειριδίου που βρίσκεται τώρα στα χέρια μας από μια σύνοψη και μετάφραση σε εσπεράντο την οποία ο εσπεραντιστής Ανακρέων Σταματιάδης που συναντήσαμε προηγουμένως, παρουσίασε το 1921 στο περιοδικό Bizantio που εξέδιδε στην Κωνσταντινούπολη. Ύστερα από μια περίπλοκη αναζήτηση –«An internet detective story» την αποκαλεί–, ο Russel εντόπισε ένα αντίτυπο της γαλλικής έκδοσης του εγχειριδίου στην παρισινή βιβλιοθήκη Nubar της Union Générale Arménienne de Biefaisance. Γιατί ο Μπέντρος το εγχειρίδιο της γλώσσας που κατασκεύασε το εξέδωσε όχι μόνο στα ελληνικά, τη lingua franca της περιοχής, αλλά και στην όντως διεθνή τότε γαλλική γλώσσα, τη γλώσσα και των πολυάριθμων Φραγκολεβαντίνων της Ανατολής. Αυτή η γαλλική έκδοση φέρει τον τίτλο Als Haïlanzar Alpha-Gnomonomic de Seh-lerai Ouvrage και αναπαράγει εν πολλοίς τη δομή του ελληνικού κειμένου. Το ψευδώνυμο Tghransar αναγράφεται εδώ στη σελίδα τίτλου, καθώς και η ένδειξη Smyrne 1864. Συνεπώς το ελληνικό πρωτότυπο (με αυτή τη λέξη χαρακτηρίζεται στη γαλλική εκδοχή), αν δεν είναι σύγχρονο, του 1864 και αυτό, είναι κατά τι προγενέστερο, και πάντως εκδόθηκε αρκετές δεκαετίες μετά το 1820 των βιβλιογράφων. […]

Και ο James Russel ολοκληρώνει τη δική του περιδιάβαση καταθέτοντας με τον τρόπο του ένα στεφάνι στη μνήμη της ύστερης οθωμανικής πολυεθνοτικής πόλης της Ιωνίας, πόλης που μέσα στην ευφορία του Τανζιμάτ σφράγισε και την αναγέννηση της αρμενικής παιδείας. Πριν όμως από αυτή την «ελεγεία» για έναν ακόμη χαμένο παράδεισο, και για να συμπληρωθεί ο φάκελος της έρευνάς του, ο Russel επικαλείται «το άγιο δισκοπότηρο όσων εφηύραν τις επινοημένες γλώσσες, την ανθρώπινη αδελφοσύνη και αμοιβαία βοήθεια υπεράνω των θρησκευτικών πεποιθήσεων και των εθνικών συνόρων, το οποίο σήμερα θα μπορούσε να βρίσκεται στο διαδίκτυο, όπου με συναδελφική αλληλεγγύη οι επιστήμονες, ήσυχοι ήρωες του πνεύματος, υφαίνουν το μαγικό χρυσοποίκιλτο υφάδι της γνώσης».

Μέσω Σμύρνης στη Θεσσαλονίκη των αρχών του 20ού αιώνα

Η βιογραφία της Μ. Saltiel γραμμένη από την κόρη της

Η βιογραφία της Μ. Saltiel γραμμένη από την
κόρη της

Όπως καταλαβαίνετε, δεν χρειαζόταν αυτή η λυρικότροπη επίκληση για να ψηφιοποιήσουμε και να του στείλουμε το αντίτυπο που εξ ουρανού μας είχε πέσει. Και οι εκπλήξεις συνεχίζονται. Γιατί εκεί που είχαμε ανακαλύψει έναν εκκεντρικό διεθνιστή αρμένιο λόγιο και ένα ουτοπικό εγχείρημα του 19ου αιώνα, βρεθήκαμε να επικοινωνούμε με έναν συνομήλικό μας Έλληνα, Εβραίο και Αριστερό, για να θυμηθούμε το ωραίο βιβλίο του θεσσαλονικιού Μωυσή Μπουρλά. Γιατί και ο Russel, όπως μας έγραψε, είναι εγγονός μιας θεσσαλονικιάς Εβραίας, της Marguerite Saltiel (1900-1996), που είχε μεταναστεύσει στην Αμερική το 1920. Ως αντίδωρο, μάλιστα, μας έστειλε αντίτυπο της βιογραφίας της που είχε συντάξει και εκδώσει, έναν χρόνο μετά το θάνατό της, το 1997, η κόρη της Gloria Sananes Stein, με τίτλο: Marguerite. Journey of a Sephardic Woman.

Έτσι βρεθήκαμε να ταξιδεύουμε κι εμείς από το ένα λιμάνι του Αιγαίου στο άλλο, και μέσω Σμύρνης να ξαναγυρίζουμε απρόσμενα στη Θεσσαλονίκη των αρχών του 20ού αιώνα. Στο γύρισμά του ακριβώς γεννήθηκε η σεφαραδίτισσα Marguerite, έμαθε τα καλά γράμματα που πρόσφερε στους ομοθρήσκους της η Alliance Israélite Universelle, με τα μάτια ανοιχτά στην εκκοσμικευμένη ευρωπαϊκή, γαλλική ιδίως παιδεία. Ενώ ο κόσμος γύρω της άλλαζε άρδην μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, κι ενώ στο πολύβουο σκηνικό της Θεσσαλονίκης ερχόντουσαν να προστεθούν οι Αγγλογάλλοι της Στρατιάς της Ανατολής, πρόφτασε, νεαρότατη κοπέλα, να εργαστεί ως ανταποκρίτρια στη γαλλόφωνη εβραϊκή εφημερίδα L’Ιndépendant, καύχημα των μετέπειτα δύσκολων χρόνων της ωριμότητάς της. Όλα τελείωσαν τον Αύγουστο του 1917, με την πυρκαγιά που κατέστρεψε τον κόσμο της. Η πυρόπληκτη οικογένεια κατέφυγε για λίγο στην Κορυτσά, όπου η Marguerite φέρεται να δίδαξε σε σχολείο, εκτελώντας παράλληλα και κάποια σκοτεινή αποστολή στο όνομα των Συμμάχων. Τελικώς όλοι μαζί επιβιβάστηκαν το 1920 στο υπερωκεάνιο «Πατρίς», το μπειρικέικο «Πατριδάκι» όπως το έλεγαν στην Άνδρο, ίσως στο τελευταίο υπερπόντιο ταξίδι του, που τους έφερε γεμάτους προσδοκίες από τον Πειραιά στον νέο κόσμο. […]

Τόσες γνωριμίες και συναντήσεις μέσα από ένα τόσο δα βιβλιαράκι, θα συμφωνήσετε, δεν είναι και λίγο. Γιατί, να το ξαναπούμε, η χαρά στις δικές μας τις δουλειές –και η βιβλιογραφία δεν αποτελεί εξαίρεση– είναι όταν πίσω από τα χαρτιά και τα κείμενα, τις πλίνθους και τα αγάλματα, αγγίζουμε τον άνθρωπο, ζωντανό ή τεθνεώτα, με ό,τι αποτελεί την ιδιοσυστασία του, με ό,τι τον αγκυρώνει στη στιγμή του, στην πάλη με τις πραγματικές συνθήκες της ζωής του και στην προσπάθεια να υπερβεί την πεπερασμένη του ύπαρξη. Δεν τις είπαν τυχαία επιστήμες του ανθρώπου αυτές που υπηρετούμε, κι ας χάνουν με τη χρήση και την κατάχρηση οι λέξεις το νόημά τους.

Ο Μπέντρος Τινγκίρ, λοιπόν, και εκείνο το σταυροδρόμι λαών, γλωσσών, θρησκειών και πολιτισμών που στάθηκε η Giaour Izmir, η πόλη του Κοραή και του Σεφέρη, που επέτρεψε και σε έναν Αρμένιο να υπάρξει και να οραματιστεί, όπως είχε επιτρέψει λίγα χρόνια πρωτύτερα στον Βούλγαρο Κωσταντίν Φώτεινοφ να ιδεαστεί και να εργαστεί για την βουλγαρική αναγέννηση, μας έφερε ξανά εδώ στην Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων, στην πόλη όπου όλοι γνωρίζουμε πως τον μισό πληθυσμό της στις αρχές του 20ού αιώνα αποτελούσσαν οι Εβραίοι. Την πόλη της ένοχης σιωπής και των φαντασμάτων, όπως εκ των υστέρων μάθαμε να την προσλαμβάνουμε.

Γιατί των δικών μας τουλάχιστον νεανικών χρόνων η παιδεία, αντί να αναδεικνύει το μωσαϊκό και τις γόνιμες διασταυρώσεις που υπήρξαν ο πλούτος και της Σμύρνης και της Θεσσαλονίκης, τα συγκάλυπτε όλα αυτά και τα αποσιωπούσε. Από την νησιωτική παλαιά Ελλάδα φτάνοντας σε τούτη την πόλη και σε τούτη τη Σχολή το 1976, γνώρισα φυσικά τη Θεσσαλονίκη πρωτεύουσα των προσφύγων, με τους Θρακιώτες και τους Πόντιους, τους Καππαδόκες και τους Καραμανλήδες. Αλλά να είναι άραγε σύμπτωση που απ’ όσο θυμάμαι δεν έτυχε τότε από κανέναν να ακούσω πως εδώ δίπλα που χαιρόμασταν τον ήλιο βρίσκονταν, λίγες μόνο δεκαετίες πρωτύτερα, τα εκατοντάδες χιλιάδες μνήματα των θεσσαλονικιών Εβραίων; Η θαμπή τους εικόνα υπήρχε βέβαια στη λογοτεχνία, αλλά προσωπικά χρειάστηκε να βρεθώ σε μιαν άλλη πόλη, στο Παρίσι, και χάρη στη Ρίκα Μπενβενίστε να μυηθώ στην πάλλουσα μνήμη της άλλοτε κυρίαρχης κοινότητας. Αθέατοι ήταν άλλωστε και οι Βλάχοι και οι Σαρακατσάνοι, με την πλούσια απογονή τους στην πόλη, όσο για τους σλαβόφωνους Μακεδόνες ούτε λόγος να γίνεται στη Θεσσαλονίκη των πρώτων χρόνων της Μεταπολίτευσης. Είχαν πρωτοαποκαλυφτεί μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου το ’79/’80 σε ένα χωριό της Καστοριάς, στο σπίτι μιας συμφοιτήτριας που πολύ θα ήθελα να ξανασυναντήσω. Αλλά χρειάστηκε να περάσουν πολύ περισσότερα χρόνια για να ενταχθούν στο νοητικό μου σύμπαν χάρη στα διαβάσματα και τις περιδιαβάσεις στις πόλεις και στα χωριά της Μακεδονίας.

Ομολογουμένως για να χαρείς την ποικιλία, πρέπει να διαθέτεις τα νοητικά εργαλεία ώστε να μπορέσεις να την αφουγκραστείς, να την σκεφτείς χωρίς φόβο και ιστορικοποιώντας την να την κατανοήσεις. Να έχεις διαμορφώσει και τις ετοιμότητες για πιθανές εν επιγνώσει συναρμογές, για να ξαναθυμηθούμε τον Μπέντρος Τινγκίρ και τον ουτοπικό δρόμο που είχε διαλέξει για να αντιμετωπίσει την «άθλια μοίρα» ή οποία πολυπόνως διεχώρισε «τας καρδίας του γένους των ανθρώπων». Κι αν στη σημερινή μετα-παγκοσμιοποιημένη εποχή των νέων εθνικισμών ηχεί ολίγον εκτός τόπου και χρόνου όλο αυτό το εγκώμιο της ποικιλίας και των ωσμώσεων που μόνη αυτή επιτρέπει, ας μη θεωρηθεί πως μας παρέσυρε εκείνος και η ονειροφαντασιά του. Ύστερα από τόσα ολοκαυτώματα, γενοκτονίες και εθνοκαθάρσεις, που δεν παύουμε να γιορτάζουμε τις θλιβερές επετείους τους, η περιπέτεια της γνώσης, ο σκληρός πυρήνας των επιστημών του ανθρώπου και του πολιτισμού, για να λειτουργούν ως εργαλεία χειραφέτησης, δεν μπορούν παρά να εμπνέονται και από ό,τι συμβατικά ταξινομούμε στις ουτοπίες. Μιας ουτοπίας άλλωστε παράπλευρη ωφέλεια, της ουτοπίας που σφράγισε τον περασμένο αιώνα, ήταν και το ιστοριογραφικό σχέδιο του Φίλιππου Ηλιού, χάρη στο οποίο βρεθήκαμε απόψε εδώ.

***

Θα μου επιτρέψετε, τελειώνοντας, δυο λόγια για τη σιρμαγιά που, ανάμεσα στα άλλα, μας επιτρέπει να γλεντούμε την ποικιλία. Σιρμαγιά, που στη ζωή του καθενός συνδέεται με ένα πλέγμα παραγόντων οι οποίοι οξύνουν ή στομώνουν την όραση και την ακοή, και στην δική μου τη ζωή χρωστά πολλά στον πατέρα μου. Η βαλίτσα του δεν είχε χειρόγραφα ποιήματα, σαν του Gündüz Pamuk. Είχε όμως άπειρα λογοτεχνικά διαβάσματα, είχε θέατρο και μουσική, και κυρίως δίψα και περιέργεια που η μικρή νησιωτική κοινωνία όπου ζούσε δεν μπορούσε να κορέσει. Κι όπως είμαι βέβαιη πως σήμερα ήρθατε να τιμήσετε εκείνους με τους οποίους πορεύτηκα, έτσι είμαι και βέβαιη πως ο πατέρας μου θα είχε χαρεί πολύ αν μπορούσε να βρίσκεται απόψε ανάμεσά σας. Μένω ωστόσο με την απορία αν, πηγαίνοντας τέτοιες μέρες να γιορτάσω μαζί του τα ενενηκοστά του γενέθλια όπως του είχα υποσχεθεί, θα του είχα μιλήσει για τη σημερινή σύναξη και θα του είχα επιτρέψει τη χαρά να βρίσκεται μαζί μας.

Για να κλείσω, όπως περίπου άρχισα, με αυτή τη μνημονική λογαριαστική της χαράς, στην οποία δυστυχώς επιδίδεσαι μόνο όταν έχεις δώσει γνωριμιά με το θάνατο.

One thought on “Διασταυρώσεις και Συναρμογές

  1. Από την Γκιαούρ Ιζμίρ στην Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων

    Το Τμήμα Φιλολογίας του ΑΠΘ ανακήρυξε, την Παρασκευή 22 Μαΐου επίτιμο διδάκτορα την ιστορικό Πόπη Πολέμη, τιμώντας τη συμβολή της στην ιστορία του βιβλίου και των ιδεών. Για τους ανθρώπους με το έργο το ήθος και την προσφορά της Πόπης Πολέμη, δεν χρειάζονται….

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s