Εμείς ως οι άλλοι: Οι τάξεις

Standard

του Μάκη Κουζέλη

Έργο του Γιάννη Λασηθιωτάκη

Έργο του Γιάννη Λασηθιωτάκη

Στρατευμένη «ανεκτικότητα». Η έγνοια για τις πολιτισμικές διαφορές, για το σεβασμό του «άλλου», για την αναγνώριση και αποδοχή της ετερότητας είναι η φιλοσοφική και συνάμα πολιτική κίνηση που σημάδεψε τη μετάβαση από τον 20ό στο 21ο αιώνα. Η σαρωτική επιβολή αυτού του μοτίβου ως πολιτικής και επιστημονικής ορθότητας αποτυπώθηκε σε κλάδους και προγράμματα, στοίχισε δυνάμεις στο πρόταγμα της διαπολιτισμικότητας, αναπροσδιόρισε το περιεχόμενο του φιλελεύθερου και δημοκρατικού πνεύματος. «Φύλο» και «φυλή», οι βασικές κατηγορίες που επιτέλους έβγαιναν στο φως μαζί με όλες εκείνες τις ατομικές διαφοροποιήσεις και κοινωνικές διακρίσεις που απαιτούσαν την προσοχή μας, απορρόφησαν –από τη σκοπιά της ιστορίας: δίκαια– το ενδιαφέρον.

Στις παράπλευρες απώλειες μπορεί να υπολογιστεί η παραγνώριση των κοινωνικών τάξεων. Η αναφορά τους απωθήθηκε συχνά στο πεδίο της πεζότητας, ενός κάποιου αναχρονισμού, ενός υποτίθεται σχηματικού τρόπου σκέψης. Το «τέλος των τάξεων» έγινε η άρρητη αλλά θεμελιώδης υπόθεση εργασίας των κυρίαρχων λόγων περί κοινωνίας και πολιτικής. Διαστρωμάτωση ναι, διαφορές οπωσδήποτε, στατιστικά και πολιτισμικά ορίσιμα μεγέθη παντού, αλλά όχι κοινωνικές τάξεις — τουλάχιστον όχι στο πλαίσιο εκείνης της «παρωχημένης», αν όχι και «ακαλαίσθητης», σύλληψης περί πάλης. «Πάλη των τάξεων»; Αν είναι δυνατόν!

Τάξεις σε σύγκρουση. Κι όμως κλείνουμε 50 χρόνια από τότε που διατυπώθηκε η πιο συστηματική κριτική των εμπειριστικών αντιλήψεων για τις κοινωνικές τάξεις, εκείνων που όπου δεν έβλεπαν απτές συγκρούσεις διέγραφαν και την «πάλη». Οι κοινωνικές τάξεις δεν ορίζονται παρά βάσει της μεταξύ τους ασύμμετρης σχέσης και βάσει της σχέσης τους προς το διακύβευμα (στην οικονομία: την κατοχή και τον έλεγχο των μέσων παραγωγής) που τις καθιστά ανταγωνιστικές και τις ορίζει ως θέσεις σε ένα πεδίο εξουσίας. Οι θέσεις αυτές τροφοδοτούνται και φορτίζονται από τις αντιφάσεις των οικονομικών, πολιτικών και ιδεολογικών διαδικασιών κάθε κοινωνίας, αντιφάσεις τις οποίες αποτυπώνουν αλλά και «μεταφράζουν» μέσω μεταθέσεων ή αναπλαισιώσεων. Και στην πιο γαλήνια στιγμή του σοσιαλδημοκρατικού ονείρου, οι αντιφάσεις της καπιταλιστικής κοινωνίας και των παραγωγικών της σχέσεων διαμορφώνουν τα πεδία ταξικής σύγκρουσης, ορίζουν συμφέροντα, διεκδικήσεις, αιτήματα, οράματα, στάσεις και συλλογικές προσδοκίες. Ακόμα και κάτω από την πολιτική ταφόπλακα της δικτατορίας, οι κοινωνικές αντιφάσεις δεν έπαψαν· αποτυπώθηκαν μέχρι και στις εσωτερικές ρήξεις και τις ρωγμές του ίδιου του καθεστώτος, στις συγκρούσεις μεταξύ ομάδων του στελεχικού του δυναμικού, ενώ η πάλη εν μέρει μετατέθηκε εκεί που κατάφερε να εκδηλωθεί και να αναπτυχθεί, στους φοιτητικούς αγώνες, στην αντίσταση.

Κάτω από την ιδεολογική ταφόπλακα του νεοφιλελεύθερου μονόδρομου οι πολιτικά ηττημένες δυνάμεις της εργασίας απώλεσαν εν μέρει τον διακριτό λόγο τους, μεγάλο μέρος των ερισμάτων τους στην κοινοβουλευτική σκηνή αλλά και και τη δυναμική των κινηματικών αξιώσεών τους. Βεβαίως οι κοινωνικές αντιφάσεις δεν έπαψαν, οι συνέπειές τους όμως και ιδίως η ταξική τους έκφραση μετατέθηκαν και στριμώχτηκαν σε συγκρούσεις ευκολότερα ελέγξιμες από τους κυρίαρχους λόγους και πρακτικές. Ζήσαμε τέτοιες συγκρούσεις –και αντίστοιχες αμφίρροπες εκβάσεις- σε πεδία σαν το περιβάλλον, τα δικαιώματα, τη μετανάστευση και την ανεργία, τον εθνικισμό, την παιδεία και –εμβληματικά– τη δημοκρατία.

Πόλωση. Η κρίση δεν οδήγησε μόνο στη συμπύκνωση αλλά, πολύ πιο αποφασιστικά, στην αναδιάταξη και τον αναπροσανατολισμό των κατευθύνσεων έκφρασης των αντιφάσεων. Με την γεωμετρικής προόδου ενίσχυση της αριστεράς αποτυπώθηκε στην πολιτική σκηνή η επενεπένδυση του δυναμικού του κοινωνικού ανταγωνισμού στην άμεση ταξική σύγκρουση. Και μάλιστα υπό συνθήκες πόλωσης, καθώς τόσο οι οικονομικοί όσο και –για πρώτη ίσως φορά– οι πολιτικοί και ιδεολογικοί όροι ύπαρξης της (παραδοσιακής και νέας) μικροαστικής τάξης έχουν υποστεί μια κρίσιμη συρρίκνωση. Ή με το κεφάλαιο ή με τη μισθωτή εργασία: αυτό είναι πια ή και πάλι το άμεσα ευδιάκριτο δίπολο, στις πλευρές του οποίου στοιχίζονται πολιτικές δυνάμεις, συλλογικές αξιώσεις και ατομικές βιογραφίες. Κι αν εμείς, γνωρίζοντας πως το συμφέρον της εργασίας είναι το συμφέρον όλης της κοινωνίας, δεν το θέτουμε στο επίκεντρο, οι απέναντι δεν κάνουν άλλο από το να το διατυμπανίζουν. Όλοι, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Σε τόνους, ύφος και ήθος υστερικού πάθους, μίσους.

Μόλις η όξυνση της αντίθεσης ως προς τη διέξοδο από την κρίση έλαβε σαφώς το ταξικό περιεχόμενο που της αναλογεί, μόλις έγινε ορατό πως θα μπορούσαν πράγματι να αμφισβητηθούν τα δήθεν «εθνικά» συμφέροντα των εφοπλιστών, των ιδιοκτητών ΜΜΕ, πετρελαιϊκών εταιρειών και ποδοσφαιρικών ομάδων, των εραστών της οικονομικής και ψευδο-πολιτισμικής «αριστείας» και των λογαριασμών στο εξωτερικό, τα πολιτικά και καναλικά ήθη εξαχρειώθηκαν, τα προσχήματα εξοικονομήθηκαν κι ο λόγος της παλιάς καλής δεξιάς επανήλθε στη βασιλεία του με αντικομμουνισμό, προπαγάνδα και νομιμοποίηση κάθε μέσου και κάθε αντιλαϊκής συμμαχίας.

Ιθαγενείς; Κι εμείς γίναμε «οι άλλοι» τους. Πολιτισμικά. Αρχικά μας συκοφάντησαν στα όρια της καρικατούρας, στη συνέχεια απένδυσαν την προβολική εικόνα με σχήματα κουλτούρας και γνώσης (γίναμε αυτοί που «δεν ξέρουν», «άσχετοι» αλλά και άξεστοι) και τελικά έφτιαξαν έναν ερμηνευτικό εφιάλτη, μέσα από τον οποίο ζουν την πραγματικότητα της σύγκρουσης — και πράγματι έτσι την ζουν. Σ’ αυτό τον εφιάλτη πιθανής αμφισβήτησης της απόλυτης κυριαρχίας του νεοφιλελεύθερου κόσμου τους, εμείς εμφανιζόμαστε ως «ιθαγενείς». Και μάλιστα καλλιεργούν στην ενδοχώρα σε τέτοιο βαθμό αυτή τους τη φαντασίωση, που εύκολα αποκτούν ενθουσιώδες κοινό και θιασώτες στο εξωτερικό. Η απίστευτη για σοβαρούς πολιτικούς -και ακόμα πιο απίθανη για κοινωνιές με μεγάλη δημοκρατική πολιτική παράδοδη- παράσταση πολιτικο-οικονομικών ζόμπι, που αναφέρονται στους Έλληνες όπως οι φαντάροι του Κορτές αντίκρυ στους Ινδιάνους, έχει τροφοδοτηθεί από τον ενδογενή αστικό εφιάλτη. Πώς ο άλλος, ο πολωνός υπουργός ή ο σλοβάκος πρωθυπουργός να μη θυμηθούν τη χιτλερική επιταγή να δοθεί ένα μάθημα στους Έλληνες, όταν το ίδιο επί λέξει απαιτεί μηντιακή εκπρόσωπος της αξιωματικής αντιπολίτευσης αλλά και ο σοσιαλδημοκρατίες οραματιζόμενος ειδικός για την παιδεία, αψηφώντας μάλιστα το κόστος μιας πιθανώς αναγκαίας πολιτειακής εκτροπής! Η πειθάρχηση των ιθαγενών είναι πρώτιστο, κοινό καθήκον – και ο προσδιορισμός των «ιθαγενών» έχει, από τη σκοπιά των εδώ, απερίφραστα ταξικά χαρακτηριστικά.

Θυμίζοντας άλλες εποχές και θεωρίες αποικιοκρατίας, η αυτοοριζόμενη ως ελίτ της χώρας εντάσσεται ταυτοτικά στο πλέγμα συμφερόντων και τον πολιτισμικό και ιδεολογικό ορίζοντα του εξωτερικού κυρίαρχου, γι’ αυτό και επαναλαμβάνει διογκωμένα εκείνου τις ακραία επιθετικές απαιτήσεις. Σε τέτοιο μάλιστα πρωτόγνωρο βαθμό που οι φαντασιακά στας Ευρώπας ευρισκόμενοι να αισθάνονται πως τους εκθέτουμε, πως εξαιτίας μας γίνονται «Γραικοί» κι αυτοί.

Εμείς. Δεν είμαι καθόλου σίγουρος πως την Κυριακή που θα κυκλοφορήσουν τα «Ενθέματα», θα ξέρουμε αν υπάρχει συμφωνία ή όχι. Κι αν ακόμα υπάρχει, η σύγκρουση που την κατέστησε τόσο δύσκολη, η ασυμμερία λόγων και στόχων, που καταγράφηκε επί τόσους μήνες ως αδυναμία συνεννόησης, ως απουσία κοινής γλώσσας και ως «αφύσικα» διαφορετική πρόσληψη του κόσμου, δεν θα αρθούν. Γιατί από διαφορετικές κοινωνικές θέσεις ο κόσμος και είναι και φαίνεται διαφορετικός — και όντως αυτές οι θέσεις είναι ταξικές. Οι κοινωνικές τάξεις είναι πάντα εδώ. Και για να μην ξεχνιόμαστε, η σύγκρουση των συμφερόντων τους, όπως δεν σταματάει με το μονοπώλειο του νεοφιλελεύθερου λόγου, δεν σταματάει να  φαίνεται διαφορετικός — ούτε με αριστερή κυβέρνηση, ούτε καν στο εσωτερικό της.

 

Ο Μάκης Κουζέλης διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

 

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Εμείς ως οι άλλοι: Οι τάξεις

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s