Η Γερμανία ξηλώνει εβδομήντα χρόνια ευρωπαϊκής πολιτικής

Standard

του Ντέιβιντ Γκόου 

Μετάφραση: Μαρία Καλαντζοπούλου 

Όταν ήμουν ανταποκριτής στη Γερμανία, δύο δεκαετίες πίσω, στην πορεία προς την ενοποίηση και εντεύθεν, οι συνεντεύξεις με τον Χέλμουτ Κολ, τον Χανς Ντίντριχ Γκένσερ και άλλους διακεκριμένους πολιτικούς –όπως ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο οποίος διαπραγματεύτηκε την ένωση των δύο Γερμανιών σε μία– πάντοτε κατέληγαν με το μάντρα: «Θέλουμε μια Ευρωπαϊκή Γερμανία, όχι μια Γερμανική Ευρώπη». Κι ήταν αλήθεια αυτό τότε. Αλλά δεν είναι σήμερα.2-gow

Σχεδόν 25 χρόνια μετά από εκείνη τη νύχτα του Οκτωβρίου του 1990 όταν έγραψα το πολυσυζητημένο άρθρο για τον Guardian με τίτλο «Ένας νέος Κολοσσός γεννιέται στην Ευρώπη» η ελληνική κρίση έχει ολοφάνερα αναδείξει τον μετασχηματισμό της Γερμανίας από «πολιτικό νάνο, οικονομικό γίγαντα» σε «πολιτικό και οικονομικό τραμπούκο» που προκαλεί φόβο και μίσος ανάμεσα στα θύματά του και αγωνία ανάμεσα στους φίλους του. 

Για τους Γερμανόφιλους σαν κι εμένα η χώρα αυτή κέρδισε τεράστιο θαυμασμό για την καμιά φορά βάναυση, ακόμα και υπερβολική εντιμότητά της στη διαχείριση του τρομερού παρελθόντος της. Υπήρχαν πισωγυρίσματα: οι δολοφονικοί εμπρησμοί στα κέντρα φιλοξενίας προσφύγων ή σε κατοικίες Τούρκων, η αποκρουστική χρήση του «συμπονετικού τουρισμού» από τον Κολ προκειμένου να εξηγήσει την απουσία του από αυτά τα συμβάντα, η παράξενη πορεία μιας ομάδας λούμπεν Ναζί με ξυρισμένα κεφάλια – όλα όσα υπερτονίστηκαν στον ξένο τύπο με έναν γκροτέσκο τρόπο, σαν να είχε ξαναεπιστρέψει η «καφετιά πλημμύρα» των ναζιστικών στρατευμάτων. Το 2006, στο Παγκόσμιο Κύπελλο, παρακολουθήσαμε και γιορτάσαμε μια Νέα Γερμανία: νέα, χαλαρή, συμφιλιωμένη με τον εαυτό της (και την εθνική της σημαία) – και ανοιχτή στον κόσμο.

Η κρίση του 2008 και τα παρεπόμενά της έχουν διαλύσει αρκετά από αυτή την σκληρά κερδισμένη κληρονομιά. Η Γερμανία δείχνει αυτό-ικανοποίηση και υπεροψία για τις οικονομικές της επιδόσεις, τα ποσοστά των εξαγωγών της, το μηδενικό της έλλειμμα και, όχι λιγότερο, τις «μεταρρυθμίσεις» – κυρίως αλλαγές στην αγορά εργασίας που εισήγαγε ο σοσιαλδημοκράτης καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ, οι οποίες οδήγησαν σε πτώση του βιοτικού επιπέδου των εργαζόμενων για αρκετά χρόνια, αλλά και ύψη ρεκόρ για τα  εταιρικά κέρδη και τους μισθούς των μελών διαφόρων Διοικητικών Συμβουλίων. Τώρα η Γερμανία προσπαθεί να επιβάλλει το μοντέλο της και στην υπόλοιπη Ευρωζώνη – συμπεριλαμβανόμενων και των επί μακρόν Γάλλων εταίρων, που συνιστούν ωστόσο αντικείμενο χλεύης στη Γερμανία για τον μη μεταρρυθμισμένο κρατισμό τους, στην άλλη πλευρά του Ρήνου. Το παλιό «η Γερμανική ουσία θα θεραπεύσει την Ευρώπη» κάνει την δυσάρεστη επιστροφή του. Όπως ακριβώς και το υπεροπτικό μάντρα περί «αγκυροβολίου σταθερότητας « που τονίζουν όλοι οι κατά καιρούς πρόεδροι της Γερμανικής Κεντρικής Τράπεζας, από τον Πολ μέχρι τον Βάιντμαν.

«Ποιος ρώτησε τη γνώμη της Γερμανίας για τους άλλους λαούς;» γράφει ο Χέριμπερτ Πραντλ στην φιλελεύθερη ddeutsche Zeitung, κριτικάροντας τον Σόιμπλε για την #Grexit εμμονή του και ζητώντας την επιστροφή σε μια καλύτερη, πιο ευρωπαϊκή Γερμανία. Μήπως δεν αντιμετωπίζει κι η Γερμανία στο δικό της γήπεδο μεταρρυθμίσεις που χρόνια καθυστερούν — όπως αυτή στο συνταξιοδοτικό της σύστημα ώστε να αντιμετωπίσει τα εκατομμύρια των «γκριζομάλληδων», τον υπερκυρίαρχο ρόλο των πολιτικών κομμάτων στην κρατική ραδιοτηλεόραση, ακόμα και τα ανοιχτά μαγαζιά τις Κυριακές που τόσο υποκριτικά ζητά απ’ την Ελλάδα; Το να επιτιμάς και να τραμπουκίζεις τους Έλληνες ώστε να δεχθούν ένα αυτοακυρούμενο και χωρίς νόημα πρόγραμμα περισσότερης λιτότητας προκειμένου να φροντίσουν τα συμφέροντα των δικών σου (μη μεταρρυθμισμένων) πιστωτικών ιδρυμάτων είναι χειρότερο κι από δυσάρεστο. Είναι κακό. Πολύ λιγότερη Αλαζονεία (Überheblichkeit) και λίγο περισσότερη Ταπεινότητα (Demut) είναι το σωστό.

Γερμανοί συνάδελφοι και φίλοι έχουν πλήρη επίγνωση αυτών των πραγμάτων, φυσικά. Μερικοί φτάνουν στο σημείο να προβούν σε δικές τους δηλώσεις αποδοκιμασίας: «ο άκαρδος, κυριαρχικός και άσχημος Γερμανός επέστρεψε» λέει ο επιφανής στο κόμμα των Πρασίνων Ράινερ Μπιουτικόφερ (Rainer Bütikofer) για τον Σόιμπλε συνοδεία μιας εξαγριωμένης κριτικής. Δεν υπάρχει λόγος να αντηχήσουμε τις κραυγές και συνθήματα περί «Ναζί» που ακούστηκαν στην πλατεία Συντάγματος. Είναι εντελώς αδικαιολόγητα. Εξίσου λανθασμένα τοποθετημένη είναι κι η εμμονή με την ιδέα ότι η οικονομική πολιτική βασίζεται σε κανόνες, η οποία βασιλεύει μεταξύ των περισσότερων νομομαθών στην Βερολινέζικη Καγκελαρία, στο Υπουργείο Οικονομικών και στους συντηρητικούς οικονομολόγους.

Το γεγονός ότι είναι ο Σόιμπλε αυτός που μηχανορραφεί και υπολογίζει με ποιον τρόπο θα καταφέρει να εκδιώξει την Ελλάδα από την Ευρωζώνη είναι ιδιαίτερα προβληματικό και ενοχλητικό για όσους από εμάς παρακολουθήσαμε για πολλά χρόνια την πολιτική του σταδιοδρομία. Πρόκειται για τον ίδιο άνθρωπο που, μαζί με τον Κουρτ Λάμερς, έγραψαν το 1994 μια εργασία στην οποία υποστήριξαν όχι μόνο μια Ευρώπη δύο ταχυτήτων αλλά και μια αυξανόμενα ομοσπονδιοποιημένη Ε.Ε., με πολιτική καθώς και νομισματική ένωση και, υπόρρητα, μια διασυνοριακή εκδοχή του γερμανικού nderfinanzausgleich που μεταφέρει πόρους από τα πλουσιότερα στα φτωχότερα ομοσπονδιοποιημένα κρατίδια. (αυτά τα υποτιθέμενα ευρωομόλογα που αρνείται καν να συζητήσει η Άνγκελα Μέρκελ). Τα παθιασμένα αισθήματα για μια φιλοευρωπαϊκή Γερμανία αυτού του επί 43 χρόνια μέλους του Γερμανικού κοινοβουλίου είναι αυτό που έχω συγκρατήσει στη μνήμη μου από τις συνεντεύξεις μαζί του πάνω σ’ αυτό το πλαίσιο προτάσεων του 1994.  

Αυτές τις μέρες, κι εγώ και πολλοί άλλοι ξένοι που κατοικούμε στην Γερμανία πληρώσαμε λίγο έως πολύ πρόθυμα την εισφορά αλληλεγγύης για να βοηθηθεί η χρηματοδότηση της ανοικοδόμησης της κατεστραμμένης οικονομίας και κοινωνίας της Ανατολικής Γερμανίας. Εξακολουθεί να πληρώνεται (σε ποσοστό 5,5%) από αναμφίβολα ανήσυχους φορολογούμενους μετά από δύο δεκαετίες που συγκέντρωσαν πάνω από 200 δις ευρώ για το υπουργείο οικονομικών. Σήμερα, ένας «καλός» Γερμανός, ο Κλέμενς Φουεστ (Clemens Fuest), επικεφαλής του ZEW, του γερμανικού κέντρου Ευρωπαϊκών και Οικονομικών Ερευνών, πρότεινε να αυξηθεί αυτή η εισφορά στο 8% για τα επόμενα χρόνια ώστε να συλλεγούν 22 δις ευρώ για τον ελληνικό λαό — υποστηρίζοντας ότι κάτι τέτοιο θα αποδεικνυόταν λιγότερο δαπανηρό από την χρεωκοπία ή την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ και ίσο με το ποσό που η Γερμανία θα πλήρωνε ούτως ή άλλως με το τρίτο πρόγραμμα. Θα επρόκειτο τότε για μια «Αναδιανεμητική Ένωση», είπε — απ’ αυτό το είδος που κάποτε σχεδίασε ο Σόιμπλε κι έκτοτε έχει επαναληφθεί κι από άλλους.

Αυτό θα ήταν ένα πραγματικό παράδειγμα μιας αλληλέγγυας (solidarisch) και ευρωπαϊκής (europäisch) Γερμανίας. Αντ’ αυτού, είναι τελικά οι Έλληνες μέσα στην οικονομική τους δυστυχία που υποχρεώνονται να πληρώσουν μια εισφορά αλληλεγγύης. Αυτό είναι μια θλιβερή αντανάκλαση του πως η Γερμανία οπισθοδρομεί από το 2008 κι εντεύθεν και μοιάζει να είναι ακριβώς το αποτέλεσμα που επιθυμεί. Βλακωδώς, η πολιτική της τάξη, συμπεριλαμβανόμενων των ασυγχώρητων Σοσιαλδημοκρατών ηγετών, ξηλώνει εφτά δεκαετίες εξωτερικής πολιτικής — κι ακόμα χειρότερα, ξηλώνει ότι είχε χτιστεί ως διεθνής εικόνα της χώρας. 

Ο David Gow ήταν ανταποκριτής της «Guardian» στη Γερμανία, το 1989-1995. Το άρθρο δημοσιεύθηκε στo www.socialeurope.eu, στις 17.7.2015. 

One thought on “Η Γερμανία ξηλώνει εβδομήντα χρόνια ευρωπαϊκής πολιτικής

  1. Παράθεμα: Η Γερμανία ξηλώνει εβδομήντα χρόνια ευρωπαϊκής πολιτικής | Ώρα Κοινής Ανησυχίας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s