Σαδομαζοχισμός και Ρεαλπολιτίκ

Standard

του Χρήστου Χατζηιωσήφ

1-xristos

Έργο του Jack Tworkov

Διατρέχοντας κανείς τις αντιδράσεις του διεθνούς Τύπου και τα σχόλια πολιτικών και οικονομικών παραγόντων αμέσως μετά την ανακοίνωση της απόφασης της Συνόδου Κορυφής της Ευροζώνης στις 13 Ιουλίου, κινδυνεύει να αποκομίσει την εντύπωση ότι αυτό που διαδραματίσθηκε ήταν ακόμα ένα επεισόδιο μιας σαδομαζοχιστικής σχέσης. Η πλειονότητα των Ελλήνων πολιτικών και οικονομικών ιθυνόντων δήλωνε την ανακούφισή της για το ό,τι αποφεύχθηκε οριστικά το Grexit, και μαζί τους συμφωνεί και η πλειοψηφία των Ελλήνων, αν πιστέψουμε και κάποιες πρόχειρες ή φημολογούμενες δημοσκοπήσεις.

Οι ανακουφισμένοι αποκαλύπτουν ότι κατά τα πέντε προηγούμενα χρόνια και κατά τους πέντε τελευταίους μήνες πείσθηκαν ότι δεν διαθέτουν Σχέδιο Β΄ και ορισμένοι μαρτυρούν και τον λόγο: «η ελληνική οικονομία εξαρτάται κατά 60% από τις εισαγωγές». Η αιτία των προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας, ωστόσο, δεν αποτελεί κίνητρο για να ξεπερασθούν, αλλά η δικαιολογία για να διαιωνισθούν.

Αντίθετα, στο εξωτερικό υπήρχε σαφώς μεγαλύτερος προβληματισμός. «Όλοι βγήκαν χαμένοι», κατά το κύριο άρθρο της γαλλικής Le Monde — με την κρίσιμη διαφορά ότι η απώλεια στην ελληνική πλευρά είναι πραγματική, ενώ για την Ευρώπη συμβολική. Ο τίτλος του πρώτου σχολίου στην ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού Der Spiegel χρησιμοποιούσε τη γερμανική λέξη Grausamkeit που χρησιμοποιείται σε σχέσεις θύματος και θύτη, όπου ο θύτης υποβάλλει το θύμα σε ψυχικά και σωματικά βασανιστήρια, χωρίς να αισθάνεται συμπόνια.

Αν, πραγματικά, η ρεαλιστική πολιτική έδωσε τη θέση της στον σαδομαζοχισμό, τότε βρίσκεται κανένας σε αδυναμία να αναλύσει το κείμενο της Συνόδου Κορυφής. Και το αίσθημα της αδυναμίας εντείνεται, βέβαια, όταν εκείνος που υπέγραψε το κείμενο εκ μέρους της Ελλάδας δηλώνει ότι δεν το πιστεύει. Μήπως πράγματι έχουν δίκιο όσοι υποστηρίζουν ότι αυτή η ιστορία θα διαρκέσει, ότι η πραγματική διαπραγμάτευση τώρα αρχίζει και ότι υπάρχουν περιθώρια για βελτιώσεις, ακόμα και για μια πολιτική αναδιανομής σε όφελος των ασθενεστέρων;

Σίγουρα η ιστορία δεν τελείωσε τα ξημερώματα της περασμένης Δευτέρας 13 Ιουλίου. Η δήλωση όμως της Συνόδου Κορυφής αποτελεί έναν αυστηρό οδικό χάρτη, και κάθε βήμα στην κατεύθυνση που αυτός υποδεικνύει δημιουργεί νέες, ανέκκλητες δεσμεύσεις. Από την άποψη αυτή, η συμφωνία αποτελεί συμπύκνωση και επιτάχυνση της πολιτικής που εφάρμοσε το διευθυντήριο της Ευροζώνης όσον αφορά τη χώρα μας. Το κείμενο ενσωματώνει τις προτάσεις των υπουργών Οικονομικών της 26ης Ιουνίου, που προκάλεσαν τη διακοπή των διαπραγματεύσεων και τις ενισχύει με πρόσθετες θεσμικές υποχρεώσεις για την ελληνική πλευρά. Σε σχέση με το κείμενο της 26ης Ιουνίου, η δήλωση είναι λιγότερο συγκεκριμένη ως προς τις επιπτώσεις των επιβαρύνσεων που επιβάλλει στην οικονομική δραστηριότητα στην Ελλάδα, ενώ σε πολλά σημεία η μορφή της τελικής ρύθμισης μένει ασαφής. Οι ασάφειες αυτές, ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπουν στην ελληνική πλευρά να ελπίζει σε χαλάρωση της πίεσης, αντίθετα παρέχουν τη δυνατότητα στους δανειστές να αυξάνουν την πίεση κάθε φορά που το κρίνουν απαραίτητο.

Συγκεκριμένα, σε αντίθεση με το κείμενο της 26ης Ιουνίου δεν υπάρχει αναφορά στο ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος, χωρίς όμως τίποτα να αφήνει να εννοηθεί ότι αυτό θα είναι χαμηλότερο από ό,τι είχε προταθεί. Το κείμενο της 26ης Ιουνίου ανήγαγε την αύξηση του ΦΠΑ και των επιβαρύνσεων των ασφαλισμένων στο ΑΕΠ (1 + 1% σε ετήσια βάση), χωρίς να υπολογίζει με ακρίβεια τις συνέπειες της εφαρμογής της ρήτρας μηδενικού ελλείμματος. Μαζί με τις φορολογικές επιβαρύνσεις επιχειρήσεων, αγροτών και λοιπών φυσικών προσώπων το σύνολο της αφαίμαξης, της λεγόμενης «δημοσιονομικής προσαρμογής», υπολογίζω ότι κυμαινόταν στο 3% του ΑΕΠ. Χωρίς να αναφέρονται ποσοστά, η επιβάρυνση αυτή διατηρείται στη δήλωση της 13ης Ιουλίου και εναπόκειται στη επιλογή του κατάλληλου πολλαπλασιαστή για να εκτιμήσει κανένας την ακριβή υφεσιακή της επίδραση.

Η απουσία αναφοράς σε συγκεκριμένα ποσοστά αντισταθμίζεται από γενικόλογες αναφορές, η τήρηση των οποίων μπορεί να εκτινάξει τα ποσοστά αυτά κατά το δοκούν. Έτσι, ενώ η Σύνοδος Κορυφής δέχθηκε καταρχήν την ύπαρξη ενός μεσοπρόθεσμου χρηματοδοτικού κενού 82-86 δισεκατομυρίων ευρώ, με κανένα τρόπο δεν δεσμεύθηκε για την πλήρωσή του με ευρωπαϊκά δανεικά κεφάλαια, καθώς κάλεσε τους «θεσμούς» να διερευνήσουν τη δυνατότητα μείωσης του χρηματοδοτικού φακέλου μέσω αύξησης των εσόδων από ιδιωτικοποιήσεις και, πρωτίστως, μέσω μιας «εναλλακτικής δημοσιονομικής πορείας», δηλαδή μέσω της επίτευξης μεγαλύτερου πρωτογενούς πλεονάσματος, με άλλα λόγια μεγαλύτερης φορολογικής αφαίμαξης. Γενικότερα, ενώ τα προαπαιτούμενα από την ελληνική πλευρά είναι σαφώς διατυπωμένα, οι υποχρεώσεις των δανειστών παραμένουν ασαφείς: «Η έναρξη διαπραγματεύσεων δεν προδικάζει οποιαδήποτε ενδεχόμενη τελική συμφωνία επί νέου προγράμματος του ΕΜΣ».

Δυστυχώς, το κείμενο δεν επιτρέπει βάσιμες ελπίδες ότι αυτά τα υφεσιακά μέτρα θα αντισταθμισθούν από επενδυτικές δράσεις. Το «ανεξάτητο ταμείο» στο οποίο «θα μεταφερθούν ελληνικά περιουσιακά στοιχεία μεγάλης αξίας» προορίζεται να εξοφλήσει τα κεφάλαια (25 δισ.), που θα χρησιμοποιηθούν για την ανακεφαλαίωση των τραπεζών. Μόνο όταν επιτευχθεί αυτό και υπάρχει περίσσευμα, τότε, το 50% «κάθε εναπομείναντος ευρώ» θα χρησιμοποιηθεί με τη σειρά για την εξόφληση του χρέους και το υπόλοιπο 50% θα χρησιμοποιηθεί για επενδύσεις που δεν ορίζεται ποιός θα τις αποφασίσει και θα τις εκτελέσει.

Αντίθετα, προσδιορίζεται ότι η κινητοποίηση ποσού έως 35 δισ. κατά τα επόμενα τρία με πέντε έτη θα προέρχεται από «τα διάφορα ενωσιακά προγράμματα», δηλαδή πρόκειται για τα ποσά που αναλογούν στην ελληνική συμμετοχή στο ΣΕΣ (νέο ΕΣΠΑ) κλπ., και όχι για πρόσθετους πόρους. Άρα, η εξισορρόπηση των υφεσιακών τάσεων από τα κεφάλαια αυτά είναι κάτι περισσότερο από αβέβαιη. Υπάρχει βέβαια στο σημείο αυτό μια δημαγωγική αναφορά στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αλλά πόσες από αυτές θα έχουν επιβιώσει από μέτρα όπως η προκαταβολή του φόρου και η εφαρμογή της εργαλειοθήκης του ΟΟΣΑ;

Σε αντίθεση με την αοριστία αυτών των αναπτυξιακών ενέσεων, η δήλωση της συνόδου προβλέπει ρητά ότι δεν πρόκειται να υπάρξει ονομαστική μείωση, διαγραφή δηλαδή μέρους του χρέους. Η ηγεσία της Ευροζώνης επιμένει, δηλαδή, στην πολιτική της αντιμετώπισης της αδυναμίας εξόφλησης του χρέους με την παροχή νέων δανείων, που εντείνουν ακόμα περισσότερο το πρόβλημα. Η ρευστοποίηση της δημόσια περιουσίας είναι η λογική κατάληξη του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζεται η υπερχρέωση του ελληνικού κράτους. Η ρευστοποίηση αυτή δεν έχει όρια, γιατί, σε αντίθεση με το κείμενο των υπουργών Οικονομικών της 26ης Ιουνίου, δεν προσδιορίζεται ποια περιουσιακά στοιχεία του δημοσίου θα εκποιηθούν. Η πρόβλεψη αφορά όλα τα υπάρχοντα περιουσιακά στοιχεία και όσα ενδεχομένως θα αναφανούν στο μέλλον. Το ελληνικό δημόσιο, η ελληνική κοινωνία ως σύνολο, έχει λοιπόν την ίδια μεταχείρηση από τους δανειστές του με αυτήν που προβλέπει η σύνοδος κορυφής για τους υπερχρεωμένους πολίτες της χώρας: ταχύτατη ρευστοποίηση της περιουσίας και του εισοδήματος των οφειλετών, με καθήλωση των ορίων προστασίας. Η επιβαλλόμενη αναθεώρηση της νομοθεσίας περί τραπεζών αφήνει το δρόμο ανοιχτό και για το κούρεμα των καταθέσεων. Το όλο κείμενο έχει σαφείς αναδιανεμητικές προθέσεις: στο εσωτερικό αναδιανομή του πλούτου και του εισοδήματος από τους ασθενέστερους προς τους ισχυρότερους και διεθνώς από την Ελλάδα προς το εξωτερικό.

Μια αισιόδοξη, βολονταριστική άποψη που δεν θα έπαιρνε υπόψη της τους αμείλικτους αριθμούς θα μπορούσε να αντιτείνει ότι με την προϋπόθεση της ύπαρξης ενός οικονομικού σχεδίου από την ελληνική πλευρά θα αμβλυνθούν οι επιπτώσεις στα πιο αδύναμα κοινωνικά στρώματα και θα επιτευχθεί η ανάπτυξη. Η δήλωση της Ευροζώνης έχει προβλέψει όμως να ακυρώσει και αυτή την ψευδαίσθηση, με την επιβολή της υποχρέωσης στην ελληνική κυβέρνηση «να διαβουλεύεται και να συμφωνεί με τους θεσμούς, την τρόικα δηλαδή που θα επιστρέψει στην Αθήνα, όσον αφορά όλα τα νομοσχέδια στους σχετικούς τομείς, αρκετό χρόνο πριν από την υποβολή τους σε δημόσια διαβούλευση ή στην Βουλή». Η τρόικα, με άλλα λόγια, αναλαμβάνει τόσο την εκτελεστική όσο και τη νομοθετική εξουσία στην Ελλάδα.

Το ζήτημα εδώ δεν είναι μόνο συμβολικό, δεν αφορά μόνο την εθνική κυριαρχία, αλλά και την αποτελεσματική διαχείρηση. Δεν είναι δύσκολο να φαντασθεί κανένας μετά την εμπειρία της προηγούμενης τρόϊκας τις καθημερινές τριβές, τις παρεμβολές μεταφραστών και μεσαζόντων που θα παραλύουν κάθε δράση. Μέχρι τον περασμένο Ιανουάριο, η ελληνική κοινωνία μπορούσε να ελπίζει ότι η πολιτική αυτή είτε θα επιτύγχανε τη δημοσιονομική εξυγίανση και θα επανέκαμπτε η ανάπτυξη είτε θα ανατρεπόταν. Σήμερα, καμία από τις δύο αυτές προοπτικές δεν είναι πλέον ρεαλιστική, και πολύ λίγοι φαίνεται ότι πιστεύουν πλέον στη μία ή την άλλη. Η συντριβή των ελπίδων, σε συνδυασμό με την απαξίωση όλων των πολιτειακών θεσμών, ανοίγει μπροστά στην ελληνική κοινωνία μια αχαρτογράφητη περιοχή, στην οποία όλα τα ενδεχόμενα είναι δυνατά. Οι δανειστές μας το γνωρίζουν και γι’ αυτό επείγονται. Από την άποψη αυτή, η σκληρότητα του Βόλφγκανγκ Σόϊμπλε είναι πιο ορθολογική από τον βολονταρισμό και την αισιοδοξία όσων αποδέχονται την απόφαση της Συνόδου Κορυφής της Ευροζώνης.

 

Ο Χρήστος Χατζηιωσήφ είναι ιστορικός

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s