Φυσάμε να πέσουν ή ψάχνουμε ομπρέλα;

Standard

Αριστερά με νέα αντίληψη

του Κωστή Καρπόζηλου

5-kostis

Στέφανος Ρόκος, «14 ρόδια», 2006

«Ένα φύσημα θέλει και πέφτει», με διαβεβαίωνε την άνοιξη του μακρινού 1994 ο σοφός και σίγουρα μεγαλύτερος σε ηλικία σύντροφος, αφού πρώτα είχε εκθέσει επακριβώς τις δομικές αντιφάσεις του παγκόσμιου καπιταλισμού. Λίγο να φυσούσαν οι καταπιεσμένοι της Γης και τότε ο φαινομενικός θριαμβευτής της ανθρώπινης Ιστορίας θα κατέρρεε σαν άλλος χάρτινος πύργος. Μερικές εβδομάδες αργότερα, ο ίδιος αγαπητός σύντροφος μου εξηγούσε ότι ένα απογοητευτικό εκλογικό αποτέλεσμα ήταν η φυσική απόρροια του καταθλιπτικού συσχετισμού δυνάμεων: «Τι τα θες, είναι πανίσχυροι… Θέλει να κάνουμε υπομονή, να περάσει η μπόρα». Από εκεί που το μόνο που χρειαζόταν ήταν ένα «φου», τώρα χρειαζόμασταν εμείς μια ανθεκτική ομπρέλα — δεν το λες και επιτυχία ακριβώς.

  Η ταλάντευση ανάμεσα στον βολονταρισμό και τον φαταλισμό περιγράφει μια από τις κύριες αντιφάσεις στη σκέψη και στη δράση της Αριστεράς, η οποία ιστορικά μετεωρίζεται ανάμεσα στην αστόχαστη αισιοδοξία και στην παθητική ενσωμάτωση των αποτυχιών της. Οι τελευταίοι έξι μήνες συνιστούν ένα εξαιρετικό παράδειγμα για τις καταστροφικές συνέπειες της ταλάντευσης αυτής. Πριν τις εκλογές του 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ υποστήριζε ότι οι εσωτερικές αντιφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η εγνωσμένη αποτυχία των Μνημονίων επέτρεπαν μια ιδεατή και άνευ κόστους διευθέτηση: την επικράτηση ενός εναλλακτικού σχεδίου που θα οδηγούσε στη ριζική αναθεώρηση των πολιτικών της λιτότητας, δίχως να διακινδυνεύει η θέση της Ελλάδας στον πυρήνα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Σήμερα, η υπόσχεση αυτή έχει ηττηθεί, και η ήττα, με τη σειρά της, οδηγεί στην άλλη όψη του βολονταρισμού: στην εκ των υστέρων παραδοχή ότι ο αντίπαλος ήταν πανίσχυρος, τα περιθώρια για μια εναλλακτική πρόταση εξαρχής ελάχιστα, και οι επιλογές της κυβέρνησης της Αριστεράς, σε αυτό το πλαίσιο, αναγκαστικές.

  Η μετάπτωση ανάμεσα στις αυξημένες προσδοκίες και στις σκληρές διαψεύσεις έχει ορατά αποτελέσματα στον έντονο προβληματισμό και στην παραλυτική αμηχανία που νιώθουμε πολλοί και πολλές για την επόμενη μέρα της Αριστεράς, ανεξάρτητα από τον βαθμό ταύτισης ή κριτικής στο συγκεκριμένο σχέδιο της κυβέρνησης της Αριστεράς. Το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης και το αντι-πολιτικό περιεχόμενο της επιβεβλημένης συμφωνίας λειτούργησε ως καταλύτης για την εκδίπλωση ενός συσσωρευμένου προβληματισμού γύρω από τη συνολική εμπειρία των έξι μηνών της κυβέρνησης της Αριστεράς. Σε όλο αυτό το διάστημα μια ιδιότυπη άσκηση υπομονής οδηγούσε πολλούς και πολλές στη σιωπηρή ανοχή πρακτικών και επιλογών που αναιρούσαν την προοπτική μιας ουσιαστικής τομής στην ελληνική κοινωνία. Η υποδοχή των λειψάνων της Αγίας Βαρβάρας, οι εθνικοπατριωτικοί δεκάρικοι της 25ης Μαρτίου, η νεκρανάσταση του παλιού πολιτικού προσωπικού σε ενδιάμεσες και ανώτερες θέσεις του κρατικού μηχανισμού και η απουσία τολμηρών και ριζοσπαστικών πρωτοβουλιών στην παιδεία και στον πολιτισμό συνιστούν επιμέρους ενδείξεις ενός ουσιαστικού προβλήματος: οι έξι πρώτοι μήνες της Αριστεράς στην κυβέρνηση δεν σήμαναν ένα αναμορφωτικό κίνημα ριζικής μεταβολής του τρόπου άσκησης πολιτικής ούτε συνοδεύτηκαν από τη βελτίωση των όρων ζωής και εργασίας των θυμάτων της οικονομικής κρίσης. Το μισοάδειο ποτήρι του πρώτου εξαμήνου –με κύρια επιτεύγματα το νόμο για την ιθαγένεια, τη ρύθμιση των εκατό δόσεων και τις πρωτοβουλίες για το σωφρονιστικό σύστημα– φαντάζει σήμερα, ύστερα από την υπογραφή της συμφωνίας, και τα όσα τραγελαφικά την ακολούθησαν αποστραγγισμένο.

  Οι συμπυκνωμένες εξελίξεις του τελευταίου διαστήματος υπογραμμίζουν ότι η Αριστερά του 21ου αιώνα έχει να αναμετρηθεί με τρία βασικά ερωτήματα: α) το ερώτημα της πολιτικής ένταξης και συμμετοχής ύστερα από την κατάρρευση των μαζικών πολιτικών κομμάτων που τη διαμόρφωσαν ιστορικά, β) το ερώτημα του μετασχηματισμού της ριζοσπαστικής κριτικής του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού σε πρόταση εξουσίας, γ) το ερώτημα της δυνατότητας ενός εναλλακτικού σχεδίου στο σημερινό ευρωπαϊκό πεδίο. Σήμερα, λοιπόν, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την ατροφία των επεξεργασιών της Αριστεράς των τελευταίων δύο δεκαετιών γύρω από τα ζητήματα αυτά και την επιλογή της να αποφεύγει τις ακανθώδεις τους διαστάσεις προς όφελος καθησυχαστικών διαβεβαιώσεων που όμως πλέον φαντάζουν εξαιρετικά ανεπαρκείς. Ο τρόπος ανάγνωσης της οικονομικής κρίσης είναι το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα. Εκατοντάδες σελίδες αναλύσεων επέμεναν ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι ταυτόχρονα με μια ιστορική κρίση του καπιταλισμού και την κυριαρχία των αντιδραστικότερων εκδοχών της νεοφιλελεύθερης πολιτικής και οικονομικής σκέψης. Αν αυτές οι διαπιστώσεις έχουν κάποια αξία και δεν είναι απλώς ασκήσεις ύφους, τότε η προσδοκία ότι το εναλλακτικό σχέδιο της ελληνικής κυβέρνησης θα γινόταν αποδεκτό φαντάζει εξαιρετικά αντιφατική ή δέσμια μιας αδυναμίας αναγνώρισης του πραγματικού συσχετισμού δύναμης.

  Βρισκόμαστε σε ένα κρίσιμο σημείο: τη στιγμή που, με αφετηρία την Ελλάδα, η ευρωπαϊκή Αριστερά του 21ου αιώνα φάνταζε να διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση των εξελίξεων, βρίσκεται αντιμέτωπη με την προοπτική μιας καθοριστικής ήττας που μπορεί να την οδηγήσει στην αποδοχή της κυριαρχίας του αντιπάλου, στη σιωπηρή αναγνώριση του δόγματος περί μηδενικών εναλλακτικών και εν τέλει στην ιστορική ενσωμάτωση και περιθωριοποίησή της. Η αναγνώριση του προβλήματος αυτού συνιστά κατά τη γνώμη μου αναγκαία προϋπόθεση ώστε οι επόμενοι μήνες να είναι διαφορετικοί και να αναστραφεί το πρόσημο της εσωστρέφειας που παραπέμπει, ιδιαίτερα για εκείνους και εκείνες που πολιτικοποιήθηκαν και στρατεύτηκαν στην Αριστερά μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», στο δικό μας 1989. Όπως είναι γνωστό, το παγκόσμιο 1989 σηματοδότησε την κρίση όλων των ιδεολογικών ρευμάτων της Αριστεράς ανεξάρτητα από την ταύτιση ή πολεμική που ασκούσαν στο σοβιετικό παράδειγμα και το ελληνικό 1989 επισφράγισε την ενσωμάτωση της Αριστεράς στο αστικό πολιτικό παιχνίδι. Ο κίνδυνος σήμερα φαντάζει ανάλογος, καθώς η δυνατότητα του μεγάλου εναλλακτικού σχεδίου φαντάζει ηττημένη και η υποταγή στο πλαίσιο και στο περιεχόμενο της αστικής πολιτικής κερδίζει έδαφος ως φυσικό παρεπόμενο.

  Οι δυνατότητες για ένα νέο ξεκίνημα αυτή τη στιγμή φαντάζουν περιορισμένες. Ο διάλογος στην Αριστερά συχνά εξαντλείται σε ηθικά φορτισμένες ανταλλαγές κατηγοριών και εξυπνακισμού στο facebook ή στα γνώριμα πεδία της σύγκρουσης μηχανισμών που αφορούν όλο και λιγότερους και σίγουρα αποκλείουν τη συντριπτική πλειονότητα των ανένταχτων αγωνιστών και αγωνιστριών της Αριστεράς. Το δυναμικό αυτό θα πρέπει να αναζητήσει νέες μορφές οργάνωσης. Χρειαζόμαστε μια Αριστερά με Νέα Αντίληψη –τροποποιώ εδώ την ιδέα του Στάθη Γουργουρή για μια νέα κυβερνητική αντίληψη της Αριστεράς– που θα ασκεί συστηματική κριτική στις αδράνειες της Αριστεράς προτείνοντας χειροπιαστούς τρόπους υπέρβασής της. Προφανώς οι κατευθύνσεις αυτές είναι γενικές και αδιάφορες στη μορφή αυτή. Αυτό που προτείνω, στην ουσία, είναι ένα ριζοσπαστικό think tank που θα απολήγει σε αντίστοιχα ριζοσπαστικές μορφές παρέμβασης στην καθημερινότητά μας –όχι την καθημερινότητα των «άλλων», αλλά την ίδια τη δικιά μας– με στόχο την ανάδυση υποδειγματικών εγχειρημάτων για τη δυνατότητα πραγμάτωσης του εναλλακτικού σχεδίου στην πράξη. Για να προλάβω ενδεχόμενες παρεξηγήσεις δεν εννοώ ούτε ένα κονκλάβιο σοφών κεφαλών, ούτε ένα νεολαιίστικο παράρτημα ήδη γνωστών πρωτοβουλιών, αλλά μια κίνηση εκ του μηδενός που δίχως μεγαλόστομες φιλοδοξίες θα παράγει, θα παρεμβαίνει και θα αμφισβητεί τις βεβαιότητες του παρελθόντος.

Κατά τη γνώμη μου, αυτή η νέα πρόταση θα πρέπει να είναι καινοτόμα και στην ίδια την μορφή της οργάνωσής της: να στηρίζεται σε αποκεντρωμένες ομάδες εργασίας γύρω από συγκεκριμένους άξονες, να ενσωματώνει τη λογική του επαγγελματισμού και της παραγωγικότητας, να επικοινωνεί με τη σύγχρονη συζήτηση για την ανάδυση μορφών δυαδικής εξουσίας και εν τέλει να συνιστά μια δημιουργική προέκταση των πολυάριθμων πρωτοβουλιών, κινήσεων και εντύπων που πρωταγωνίστησαν στην άρθρωση της ριζοσπαστικής κριτικής ύστερα από το 2008 και που σήμερα θα πρέπει να αποφασίσουν για την επόμενη μέρα — η οποία προβλέπεται βροχερή όπως ακριβώς έλεγε και εκείνος ο σύντροφος το μακρινό 1994.

 

Ο Κωστής Καρπόζηλος είναι ιστορικός

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s