Καλάμια

Standard

ΝΕΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ

του Kωνσταντίνου  Χατζηνικολάου

Τα καλοκαίρια κόβαμε καλάμια.

Πηγαίναμε με τον ξάδερφό μου στις χορταριασμένες ράγες του τραίνου και σπάγαμε τα καλάμια με τα χέρια. Δεν νομίζω πως είχαμε σουγιά ή μαχαίρι. Έπειτα κρυβόμασταν στην πυλωτή της πολυκατοικίας και φτιάχναμε κάτι αυτοσχέδιες καλύβες. Κλέβαμε σεντόνια από τη γιαγιά, τα στηρίζαμε στα καλάμια και καθόμασταν από κάτω, αμίλητοι, μέχρι να σκάσουμε απ’ τη ζέστη.

Αυτά συνέβαιναν το ’84, το ’85, το ’86 – εκεί γύρω.

Δεν ξέρω για πόσα συναπτά χρόνια μας κράτησαν η γιαγιά και ο παππούς στο διαμέρισμά τους στο Λουτράκι, εκείνα τα μυθικά δεκαήμερα του Αυγούστου –αν ήταν δεκαήμερα, αν ήταν Αύγουστος, αν ήταν μυθικά–, πάντως θυμάμαι την αδημονία μου, που, αν και ήταν σβηστή το χειμώνα, καθώς τέλειωνε η άνοιξη, ξυπνούσε και μεγάλωνε, για να γίνει ανυπόφορη μόλις έκλεινε το σχολείο.

Θυμάμαι θα πει και λίγο πως δεν θυμάμαι. Οπότε, επειδή μάλλον δεν πολυθυμάμαι, κάθομαι και προσπαθώ ν’ ανακαλέσω τη σκηνή με τα καλάμια, μέχρι πραγματικά να θυμηθώ ή να επινοήσω αυτό που υποτίθεται πως θυμάμαι.

Felix Vallotton,

Felix Vallotton, «Σπίτια και καλαμιές»

Δεν μπορώ όμως να θυμηθώ, έτσι κάθομαι και ονειροπολώ τους ίδιους τους ανθρώπους, στις πιο λαμπερές στιγμές τους, το καλοκαίρι, τον ξάδερφό μου, τη γιαγιά μου και τον παππού μου, αυτόν τον καλοσυνάτο άνθρωπο που ήταν γλυκός και διάφανος σαν άγιος, παρόλο που η οικογένεια τον έψεγε, με τρυφερότητα βέβαια, για ένα άλλο χαρακτηριστικό του: τη μνημειώδη τσιγκουνιά του. Δεν έτρωγε ποτέ έξω, δεν έπαιρνε ποτέ ταξί, κατέγραφε και το παραμικρό έξοδο σ’ ένα τεφτέρι, και νομίζω πως, εκτός από τ’ όνομά του, πήρα κι εγώ κάτι από τη τσιγκουνιά του, αλλά δυστυχώς τίποτα από την καλοσύνη του.

Αντιθέτως, η γιαγιά μου ήταν κάπως αυταρχική, ήταν σπάταλη, της άρεσε να ντύνεται ακριβά, να κάνει βόλτες και να παίζει χαρτιά, ωστόσο, όσο περνούσε ο καιρός, την αγαπούσα όλο και περισσότερο, γιατί, με τα χρόνια, άρχισε δειλά δειλά ν’ αχνοφαίνεται μια ακριβοδίκαιη στάση απέναντί μας, την οποία, όταν ήμουν μικρός, ομολογώ πως δεν την είχε.

Ακόμη κι αν δεν με ρώτησε ποτέ τίποτα της προκοπής (πώς τα πάω, με τι ασχολούμαι), με αποτέλεσμα ν’ απομακρυνθώ για μια περίοδο από κοντά της, ίσως καταλαβαίνω τώρα γιατί το έκανε: γιατί δεν ήθελε να χώνει τη μύτη της σε πράγματα που δεν την αφορούσαν άμεσα. Στο τέλος, τα μαλλιά της είχαν γίνει πάλλευκα και το δέρμα της υπέροχο. Θα τη θυμάμαι πάντα να κάθεται στην πολυθρόνα, βουβή, με το βλέμμα στυλωμένο μπροστά, και το χειμωνιάτικο φως να μπαίνει από το παράθυρο και να σκάει πάνω στο πρόσωπό της.

Ο Νικολής σκοτώθηκε το ’97, έζησε περίπου μια δεκαετία ακόμα, και μέσα σ’ αυτό το διάστημα πρόλαβε με απάνθρωπη ταχύτητα να μεγαλώσει, να τελειώσει το σχολείο, να ενηλικιωθεί, να ερωτευτεί (φαντάζομαι), να μπει στο Πολυτεχνείο και να πεθάνει.

Τα χρόνια περάσανε, ο παππούς έμεινε κατάκοιτος και πέθανε μέσα στη Μεγάλη Εβδομάδα, το 2005, δίχως να μας δημιουργήσει κανένα πρόβλημα, και η γιαγιά τον ακολούθησε τέσσερα χρόνια αργότερα.

Όταν πέθανε η γιαγιά, κληρονόμησα το διαμέρισμα στο Λουτράκι.

Δεν πάω ποτέ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s