Αλληλεγγύη, «χειροπιαστή» και «συμβολική»: δύο όψεις

Standard

της Δέσποινας Μπίρη

Πολλές φορές τον τελευταίο καιρό, ιδιαίτερα ενόψει της σύναψης νέου Μνημονίου, έχει τονιστεί η ανάγκη ενίσχυσης των δομών αλληλεγγύης ως ανάχωμα στους επαχθείς όρους που επιβλήθηκαν. Αυτή η ενίσχυση άλλοτε προεξοφλεί  και άλλοτε όχι την ιδεολογική σύμπλευση των αλληλέγγυων δομών και πρωτοβουλιών με τον ΣΥΡΙΖΑ και την κυβέρνηση. Με αφορμή κάποιες εισηγήσεις στο συνέδριο «Democracy Rising», που  οργάνωσε πρόσφατα το GCAS στην Αθήνα, θεωρώ χρήσιμο να εμβαθύνουμε στη σημασία που οι ίδιοι οι αλληλέγγυοι δίνουν στη δράση τους και στο ιδεολογικό πρόσημο που αυτή ίσως έχει.

Πεδίον του Άρεως, Ιούλιος 2015. Φωτογραφία του Άγγελου Καλοδούκα

Πεδίον του Άρεως, Ιούλιος 2015. Φωτογραφία του Άγγελου Καλοδούκα

Ας ξεκινήσουμε με την παρουσίαση, στο συνέδριο, εκτενών ανθρωπολογικών μελετών που πραγματοποιήθηκαν και πραγματοποιούνται σε αλληλέγγυες δομές, στην Ελλάδα, τα χρόνια της κρίσης. Οι ομιλητές (Δημήτρης Θεοδοσόπουλος, Χιθ Κάμποτ, Ανδρομάχη Παπαϊωάννου, Θόδωρος Ρακόπουλος) διαπίστωσαν ότι η πολιτικοποίηση της δράσης και της έμπρακτης προσφοράς δεν μπορεί να προεξοφληθεί. Και τόνισαν ότι οι ίδιοι οι αλληλέγγυοι συχνά αποφεύγουν να εντάξουν τη δράση τους στην πολιτική ή κομματική τους ταυτότητα. Ένα ερώτημα που αποτέλεσε κοινό σημείο αναφοράς σε όλες τις εισηγήσεις της συνεδρίας αυτής αφορά τη σχέση μεταξύ κρατικών και αλληλέγγυων δομών. Μερίδα αλληλέγγυων υποστηρίζουν ότι ιδεολογικά είναι αντίθετοι στην υποβοήθηση ή και αντικατάσταση του κράτους από αλληλέγγυες πρωτοβουλίες. Ταυτόχρονα, αναγνωρίζουν ότι υπάρχει σοβαρή ανθρωπιστική ανάγκη, η οποία δεν μπορεί να καλυφθεί από τις υπάρχουσες κρατικές δομές, ιδιαίτερα σε καιρούς κρίσης. Η δράση τους λοιπόν φιλτράρεται μέσα από αυτή την αντίθεση μεταξύ των επιπέδων της ιδεολογίας και της πράξης.

 Αυτό είναι κάτι που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη τόσο από μια κυβέρνηση που διατείνεται ότι όχι μόνο επιζητά τη συνδρομή των αλληλέγγυων στην αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, αλλά και σκοπεύει να ενισχύσει τη δράση τους. Μια άλλη αξιοπρόσεκτη πτυχή είναι το ότι πολλές αλληλέγγυες δομές δεν κάνουν δεκτές οικονομικές συνεισφορές, παρά μόνο  σε είδος. Η ενίσχυση των δομών αυτών από το κράτος είναι πιο περίπλοκη, αφού η ενίσχυση σε είδος απαιτεί επιχειρησιακό συντονισμό για τον εντοπισμό ελλείψεων, την ανακατανομή υλικών και οικονομικών πλεονασμάτων κ.ο.κ. Εάν στόχος είναι μέσω της ενίσχυσης των δομών να αποδεσμευτεί το κράτος σε έναν –μικρό ίσως — βαθμό από τέτοιου τύπου επιχειρησιακές υποχρεώσεις, το ζήτημα πρέπει να επανεξεταστεί αμέσως. Διότι μετά το Πεδίον του Άρεως το κράτος δεν δικαιούται να υποστηρίζει ότι έχει τον τρόπο να ανταποκρίνεται άμεσα στις ανάγκες που προκύπτουν, ιδιαίτερα σε σύγκριση με το αλληλέγγυο κίνημα.

Επιστρέφοντας  στο συνέδριο, έπειτα από τις εισηγήσεις, όπου φάνηκε ότι η αλληλεγγύη δεν έχει πάντα σαφές πολιτικό πρόσημο αλλά επικεντρώνεται στην έμπρακτη παροχή βοήθειας σε όσους το έχουν ανάγκη με την αιτιολογία «θα μπορούσα κι εγώ να είμαι στη θέση τους», η συζήτηση που ακολούθησε με θέμα τα κινήματα αλληλεγγύης της διεθνούς διασποράς και «νεοδιασποράς» ίσως ξάφνιασε με τους διαφορετικούς ορισμούς της έννοιας «αλληλεγγύη». Η (γεωγραφική) απόσταση μεταξύ αλληλέγγυων και πληττόμενων από τα δεινά των Μνημονίων κάνει την έμπρακτη αλληλεγγύη πιο δύσκολη, εκτός βέβαια από περιπτώσεις συλλογής χρημάτων ή ειδών προς αποστολή στην Ελλάδα. Η πλειονότητα όμως των δράσεων της διεθνούς διασποράς δεν αφορά την παροχή έμπρακτης αλληλεγγύης, αλλά τη δημοσιοποίηση και  σχεδόν γκραμσιανή κωδικοποίηση των εμπειριών του λαού (ας μην ξεχνάμε ότι μεγάλο μέρος του σύγχρονου μεταναστευτικού κύματος από την Ελλάδα το απαρτίζουν νέοι με υψηλά προσόντα, που απασχολούνται κυρίως στα πανεπιστήμια). Με τον όρο αλληλεγγύη, λοιπόν, ορίζεται στο διεθνές πλαίσιο η στήριξη στον λαό και την κυβέρνηση της Ελλάδας,  κυρίως με συμβολικά ή λεκτικά μέσα: οργάνωση διαδηλώσεων συμπαράστασης,  δημοσιοποίηση κειμένων σχολιασμού από μεμονωμένους αλληλέγγυους, σύναψη διευρυμένων διεθνών συμμαχιών. Έτσι, τα διασπορικά δίκτυα αλληλεγγύης λειτουργούν ως ιδιότυπα εργαλεία δημοσιοποίησης της ελληνικής κρίσης στο εξωτερικό.

Πώς γίνεται να εννοούμε δύο τόσο διαφορετικά πράγματα με την ίδια λέξη; Ιστορικά, με τον όρο αλληλεγγύη είθισται να εννοούμε και τα δύο. Η διαφορά βρίσκεται στα μέσα που χρησιμοποιούνται προκειμένου να επιδειχθεί η συμπαράσταση, έμπρακτη ή συμβολική, προς μια ομάδα ή ομάδες που πλήττονται από κάτι με το οποίο οι αλληλέγγυοι διαφωνούν· στην παρούσα συγκυρία μπορεί να είναι τα Μνημόνια, η κατάλυση προσφύγων στο Πεδίον του Άρεως, οι –καταργημένες πλέον– φυλακές τύπου Γ, για να αναφέρουμε μόνο μερικά παραδείγματα. Ανατρέχοντας στην ιστορία των κοινωνικών κινημάτων, βλέπουμε ότι και οι δύο μορφές αλληλεγγύης είναι εξίσου σημαντικές για την επίτευξη στόχων, όποιοι και αν είναι αυτοί. Και  σήμερα, λοιπόν, χρειαζόμαστε τόσο τη «χειροπιαστή» όσο και τη «συμβολική» αλληλεγγύη.

Μιλάω, εκτός των άλλων για όλους και όλες  εμάς, που κάποτε γράφαμε για την αλληλεγγύη,  θέλαμε να τη μελετήσουμε, να μάθουμε από αυτή και ταυτόχρονα να γίνουμε κομμάτι της. Και που τώρα αντιμετωπίζουμε την ατελείωτη γραφειοκρατία, τις επιτροπές, τα πρωτόκολλα, τη χαρτούρα, τα τηλέφωνα, τις συσκέψεις. Που ψάχνουμε να βρούμε τρόπο να τα παρακάμψουμε όλα αυτά. Που «ζηλεύουμε» την αμεσότητα ανταπόκρισης στις ανάγκες. Που αισθανόμαστε το βάρος της αποτυχίας και της αναποτελεσματικότητάς μας.

Εμάς, που ξέρουμε ποιοι είναι υπαίτιοι, αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι παρά μόνο πολύ αργά. Βλέπετε, δεν συνταχθήκαμε ποτέ με τη λογική του «βαθέος κράτους» και της καταστολής. Και τώρα έχουμε ακριβώς με αυτά να αναμετρηθούμε. Ένα κομμάτι του εαυτού μας εύχεται να είχαν ήδη αλλάξει όλα αυτά, ξέρουμε όμως ότι τίποτα δεν θα αλλάξει αν δεν το κάνουμε εμείς ή άλλοι σαν εμάς. Κι έτσι συνεχίζουμε. Και προσπαθούμε να οργανωθούμε, να συνεργαστούμε, να κάνουμε όλο αυτό τον δυσκίνητο κρατικό μηχανισμό να καταλάβει ότι η αλληλεγγύη προαπαιτεί αμεσότητα,  να συμπάσχεις με τον άλλο.

Αναμετριόμαστε με το ελάχιστο, και ούτε αυτό δεν μπορούμε να φτάσουμε. Αλλά πού θα πάει; Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο θα γίνουμε πραγματικά αλληλέγγυοι. Άλλωστε, με το επικείμενο Μνημόνιο η αλληλεγγύη  θα είναι απαραίτητη περισσότερο από ποτέ.

Η Δέσποινα Μπίρη είναι ερευνήτρια στον τομέα της υγείας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s