Κυβέρνηση και κίνημα επί του παρόντος

Standard

του Στάθη Γουργουρή 

Προ μηνός είχα υποστηρίξει  ότι η κυβέρνηση της Αριστεράς λειτουργεί ως ταραχοποιός ιδιότητα όσον αφορά τις δεδομένες νοηματικές κατηγορίες της πολιτικής, αν μη τι άλλο επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε στη κυβέρνηση μετά την ριζική τομή στο πολιτικό χώρο που άνοιξαν τα κινήματα των Πλατειών. Ωστόσο, κυβέρνηση και κίνημα δεν ταυτίζονται και ούτε υπηρετεί το ένα το άλλο, ωστόσο και η κυβέρνηση και το κίνημα φέρουν ευθύνη το ένα απέναντι στο άλλο. Μπορούν να υπάρχουν τόσο συμπτωματικά όσο και ανταγωνιστικά, και πράγματι οφείλουν να το κάνουν, αν πρόκειται να διατηρηθεί η ριζοσπαστική δημοκρατική ιδιότητά τους. Ως εκ τούτου, υποστήριξα ότι η ετερογένεια και η συγκρουσιακή δημοκρατία απόψεων εντός του ΣΥΡΙΖΑ συνιστούσε και την ιδιαίτερη ισχύ του.

Πατησίων, ΑΣΟΕΕ, Μάιος 2015. Φωτογραφία του Τάκη Γέρου

Πατησίων, ΑΣΟΕΕ, Μάιος 2015. Φωτογραφία του Τάκη Γέρου

Δεν έχω αλλάξει γνώμη. Βέβαια, το κίνημα μπορεί να αντέξει θεμελιώδεις διαφωνίες, αν εξακολουθεί να υπάρχει κοινή αγωνιστική προοπτική και κοινό όραμα σε βάθος χρόνου. Όμως, στο πλαίσιο μιας κυβέρνησης, όχι κομματικής αλλά δημοκρατικής σε όλη την εμβέλεια της πολιτείας, όπου αποφάσεις επιβάλλονται στο πυκνότερο πλαίσιο ενεστώτος χρόνου, διαφωνίες που χάνουν τον ορίζοντα της αμεσότητας πίσω από το νέφος της ιδεολογικής καθαρότητας συχνά προκαλούν την αυτοκαταστροφή.

Η εσωτερική διαφωνία πήρε τόσο μεγάλες διαστάσεις σε κυβερνητικό επίπεδο, που τέθηκε όντως το ερώτημα αν ήταν πλέον εφικτό ο ΣΥΡΙΖΑ να κυβερνήσει όπως αρμόζει στη μοναδική ευκαιρία του εγχειρήματος μιας αριστερής κυβερνησιμότητας.

Η παραίτηση του πρωθυπουργού, πέντε μέρες πριν κλείσει ο έβδομος μήνας της κυβέρνησης, έδωσε την απάντηση στο ερώτημα, αποδεικνύοντας συνάμα την ταραχοποιό ιδιότητα του ΣΥΡΙΖΑ, που δυσκολεύει τυπικές κατηγοριοποιήσεις και αναλύσεις του πολιτικού. Η ανεξαρτητοποίηση μιας μειοψηφίας του δεν αλλάζει την ασύμβατη σύστασή του – και είναι ενδιαφέρουσα η διατύπωση του Κώστα Λαπαβίτσα ότι η νεότευκτη Λαϊκή Ενότητα δεν είναι κόμμα αλλά «μετωπικός σχηματισμός». Κατά πόσο αυτό ισχύει θα φανεί· σημειώνω απλώς τις αναλογίες με την ασύμβατη αντικομματική λογική του ΣΥΡΙΖΑ.

Η Λαϊκή Ενότητα σηματοδοτεί, με απερίσκεπτη ειρωνεία, μια ακόμη διάσπαση στην ιστορία της ελληνικής Αριστεράς. Όποια κι αν είναι τα λάθη του κυβερνητικού χειρισμού, η διάσπαση, κατά τη γνώμη μου, χρεώνεται στην αδυναμία της μειοψηφίας να αντεπεξέλθει στην πρόκληση της κυβέρνησης της Αριστεράς. Προτίμησαν τη γνώριμη οδό της αντίθεσης, τη γοητεία της αντίστασης· αλλά εναντίον τίνος; Η ρητορική δηλώνει αντίσταση στην προσταγή των Μνημονίων, αφού παραμένει στο πλαίσιο ενός καλέσματος σε αντιαποικιακό αγώνα εθνικής ανεξαρτησίας. Στην πράξη, όμως, η αντίσταση δεν καταφέρεται εναντίον των ευρωγραφειοκρατών, τους οποίους ουδόλως ταράζει, αλλά εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ, την κυβέρνηση του οποίου, τουλάχιστον, διακόπτει.

Όσο και να ωρύονται οι διασπαστές ότι ευθύνεται η κυβέρνηση, το τέλος της κυβέρνησης το έφεραν αυτοί, αρνούμενοι να μοιραστούν την κοινή ευθύνη των αποφάσεων, έστω και διαφωνώντας. Κινήθηκαν προς την κατεύθυνση της μονοφωνικής στάσης σε ένα πολιτικό πεδίο, αν μη τι άλλο ρευστό και ευμετάβλητο, στο οποίο καθαρότητα σημαίνει πολιτική στασιμότητα, αμυντική θωράκιση πίσω από την ιδεολογία και υπεκφυγή έναντι των επιτακτικών απαιτήσεων της πραγματικότητας. Με την κίνησή τους δεν διέκοψαν απλώς το κυβερνητικό έργο, αλλά αποδυνάμωσαν την πολυφωνική σταθερότητα του ΣΥΡΙΖΑ, τον οποίο εκτρέπουν στον κίνδυνο να βυθιστεί σε ένα πεισματάρη εγωισμό του δικού του δίκιου. Ευτυχώς, η εκλογική διαδικασία, ως θεατρική αρένα όπου όλα δικάζονται, αφαιρεί την ευκολία μιας ομφαλοσκόπησης. Το χειρότερο που θα μπορούσε να συμβεί θα ήταν ο κανιβαλισμός να συνεχιζόταν αορίστως, και οι λέξεις «ήττα», «ξεπούλημα», «προδοσία» να συνέχιζαν να ηγούνται στο καθημερινό λεξιλόγιο.

Για την γενικότερη πόλωση που επέφερε τη διάσπαση έχει ευθύνη η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ ως αντιπολίτευση, που βαραίνει και τις δύο πλευρές. Ο ΣΥΡΙΖΑ πληρώνει την οικειοποίηση εκ μέρους του μιας απλουστευμένης αντιπαράθεσης στην πολιτική των προηγουμένων κυβερνήσεων, που χώρισε το πολιτικό σώμα σε «μνημονιακούς» και «αντιμνημονιακούς» (με όλα τα μετέπειτα διπολικά προσωπεία, με κυριότερο το «ευρώ – δραχμή»).

Οφείλουμε να παραδεχτούμε πόσο ολέθρια αποπροσανατολιστικός υπήρξε αυτός ο απλουστευτικός διχασμός του πολιτικού πεδίου. Όχι μόνο γιατί επισκίασε το ευρύτερο συγκρουσιακό πλέγμα κοινωνικών διαφορών, αλλά γιατί περιόρισε τη δύναμη του ΣΥΡΙΖΑ να λειτουργήσει με την ευελιξία που επιβάλλει η σύγκρουση μιας αριστερής κυβέρνησης με το νεοφιλελεύθερο καθεστώς.

Η πρώτη αριστερή κυβέρνηση έληξε, αλλά «αριστερή παρένθεση» θα συντελεστεί μόνο αν ο λαός αποσύρει την συγκατάθεσή του στο όλο εγχείρημα. Το σώμα ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ είναι πολύ ρευστό και ετερογενές για να προβλέψουμε πώς θα συμπεριφερθεί. Ο άκριτος ενθουσιασμός που έσπρωξε εκτός Αριστεράς ψηφοφόρους στον ΣΥΡΙΖΑ είναι, δυστυχώς, ανάλογος με την άκριτη απογοήτευση τους. Για να κρατήσει κάποιους από αυτούς τους αδοκίμαστους στις υψηλές διακυμάνσεις της Αριστεράς ψηφοφόρους, ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να αποδείξει ότι αυτός αποτελεί τη μόνη σοβαρή προοπτική. Μόνο μια κυβέρνηση που λειτούργησε υπεύθυνα απέναντι στην επιτασσόμενη καταστροφή της χώρας μπορεί να εγγυηθεί την κυβερνητική ευθύνη.

Θα είναι εντελώς κοντόφθαλμο να αγνοηθούν τα στρώματα των ψηφοφόρων που δεν γνωρίζουν (από απειρία και διαφορετική ιδεολογική καταγωγή) τις ανησυχίες της Αριστεράς, αλλά, λόγω απλής κοινωνικής εμπειρίας και μόνον, τις συμμερίζονται – τα έχουν ζήσει. Με την ίδια έννοια, ψηφοφόροι που πραγματικά καταλαβαίνουν την ανάγκη μιας εκ βάθρων εξάρθρωσης του πελατειακού συστήματος διαφθοράς και διαπλοκής είναι απαραίτητο να (ξανα)κερδηθούν μέσα από μια πρόταση και ένα όραμα ευθύνης και τόλμης απέναντι στο παλιό κατεστημένο.

Ωστόσο, στο μεγάλο στοίχημα για την κυβερνησιμότητα της Αριστεράς, εκείνο που μετράει είναι το κίνημα. Πέρα από την ήττα στο ευρωπαϊκό μέτωπο, η εξόντωση του ΣΥΡΙΖΑ θα συντελεστεί αν τα πολύ σημαντικά για τα ελληνικά δεδομένα δίκτυα αλληλεγγύης και εξωθεσμικής κοινωνικο-πολιτικής πρακτικής πάψουν να λειτουργούν. Και ανταποκρίνονται, βέβαια, σε βαθιές κοινωνικές ανάγκες, λόγω της διαρκούς ανέχειας σε μεγάλα στρώματα πολιτών και της έξαρσης του προσφυγικού και μεταναστευτικού ζητήματος. Η υποχώρηση του κινήματος σε αυτή τη φάση δεν πλήττει απλώς τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά κινδυνεύει να παραδώσει το κοινωνικοπολιτικό πεδίο είτε στην αβεβαιότητα, είτε, ακόμα, σε ενσυνείδητα αντιδημοκρατικές δυνάμεις και, εντέλει, στο έλεος των διεθνώς κινούμενων οικονομικών και γεωπολιτικών συμφερόντων.

Εδώ, θέλω να χαιρετίσω εκείνους τους διαφωνούντες μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ που απομακρύνονται μεν από το κυβερνητικό (και κοινοβουλευτικό) πεδίο, αλλά παραμένουν ενεργείς και προσηλωμένοι στο κίνημα. Αν η υπογραφή του Μνημονίου θεωρηθεί συνθηκολόγηση και ήττα, η αποστράτευση συνιστά αυτοχειρία και πανωλεθρία.

Αν το «πρόβλημα ΣΥΡΙΖΑ» τάραξε τα νερά των κοινωνικο-πολιτικών δεδομένων στην Ευρώπη, αυτό συνέβη επειδή ένας πολυφωνικός συνασπισμός κοινωνικής αλληλεγγύης κατάφερε, δημοκρατικά, να βρεθεί στη θέση να κυβερνήσει μια χώρα. Tο κατάφερε επειδή βασίστηκε σε ένα μεγάλης εμβέλειας κίνημα κοινωνικών πρακτικών, που έφερε ένα σημαντικό μέρος της ελληνικής νεολαίας στο πολιτικό προσκήνιο, εκτός παραδοσιακών κομματικών οργάνων, και δημιούργησε διόδους συνεργασίας με λαϊκά στρώματα, που παραδοσιακά, ασχέτως των πραγματικών τους συμφερόντων, απέφευγαν οιαδήποτε αριστερή αντίληψη, εννοιολόγηση και πρακτική επί του κοινωνικο-πολιτικού.

Η διαμόρφωση των νέων πεδίων συνεργασίας δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα των κινημάτων των Πλατειών, τα οποία προέταξαν νέα φαντασιακά αυτοοργάνωσης και αυτοδιαχείρισης της κοινωνίας. Η κρίση ενδυνάμωσε τα κινήματα, γιατί τους έδωσε ένα άμεσο αντικείμενο δράσης. Έτσι είδαμε τα μεγάλα επιτεύγματα των δικτύων αλληλεγγύης. Η σημασία του ΣΥΡΙΖΑ από εκεί διαχύθηκε στα ευρύτερα και μέχρι πρότινος μη προσεγγίσιμα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας, και από εκεί άντλησε μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων που το ανέδειξαν σε νέα ριζοσπαστική πολιτική δύναμη.

Θα είναι τεράστιο λάθος να χαθούν αυτοί οι κόμβοι επαφής και συνεργασίας κάτω από τη νοηματική θολούρα του διπολικού «μνημονιακού-αντιμνημονιακού» σχήματος. Και θα είναι πραγματικά πανωλεθρία εάν οι κινηματικές δυνάμεις εκφυλιστούν μέσα στα συγγενή διλήμματα περί αριστεροσύνης, που συνεπάγεται η ανεύθυνα λαϊκιστική ρητορική εκείνων των στελεχών που με ξεπερασμένη ιδεολογία επέφεραν τη διάσπαση και την πτώση της πρώτης αριστερής κυβέρνησης.

Ας ελπίσουμε –ή μάλλον, ας τολμήσουμε να κατοχυρώσουμε– ότι βρισκόμαστε μπροστά μόνο στο τέλος μιας φάσης, σε μια μεγαλύτερη και τολμηρότερη πορεία που ανοίγει ένα ξέφωτο και μας απελευθερώνει από τα ιδεοληπτικά καθεστώτα του παρελθόντος. Γιατί τα δύο μέτωπα που μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να αντιμετωπίσει υπεύθυνα (1. τις συνέπειες της τρέχουσας πραγματικότητας της παγκοσμιοποιημένης πολιτικής οικονομίας, που έχει φέρει την Ελλάδα σε δεινή κατάσταση και 2. το εγχώριο πελατειακό καθεστώς διαφθοράς και διαπλοκής) απαιτούν τέτοια απελευθερωμένα ανοίγματα, προκειμένου να αναχαιτιστούν και να ξεπεραστούν με γνώμονα την ευρύτερη κοινωνική δικαιοσύνη και αυτονομία.

Ο Στάθης Γουργουρής διδάσκει συγκριτική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Columbia. Το άρθρο στην πλήρη του μορφή δημοσιεύθηκε στο opendemocracy (6.8.2015) ενώ, στα ελληνικά δημοσιεύεται στο ηλεκτρονικό περιοδικό «Χρόνος».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s