Τα Μνημόνια δεν είναι «άθροισμα μέτρων» αλλά πολιτικό πρόγραμμα

Standard

Η Αριστερά στον καιρό των μνημονίων-2

του Βασίλη Παπαστεργίου

Δημήτρης Σουλιώτης, «Ο χορός της αγάπης», 1990

Δημήτρης Σουλιώτης, «Ο χορός της αγάπης», 1990

Το πρωί της 13ης Ιουλίου ο Σλοβάκος σοσιαλδημοκράτης πρωθυπουργός Ρόμπερτ Φίτσο έγραψε για την Ελλάδα στο twitter: «Δεν μου αρέσει να χρησιμοποιώ αυτή την έκφραση, αλλά πρόκειται για κάποια μορφή προτεκτοράτου». Η φράση ξενίζει ίσως κάποιον που δεν είναι εξοικειωμένος με τη θεωρία της εξάρτησης, ωστόσο δύσκολα θα αρνηθεί ότι είναι σε μεγάλο βαθμό αληθής, ιδίως αν έχει παρακολουθήσει την κοινοβουλευτική διαδικασία μετά τις 13 Ιουλίου, δηλαδή τη διαδικασία ψήφισης των προαπαιτούμενων και της νέας συμφωνίας.

Η κριτική στα Μνημόνια, τα προηγούμενα χρόνια, επισήμαινε ότι οι αυτά δεν είναι ένα απλό άθροισμα μέτρων, αλλά μια ενότητα, ένα πολιτικό πρόγραμμα, ο νεοφιλελευθερισμός συμπυκνωμένος. Αν αυτό ισχύει για τις προηγούμενες συμφωνίες, δεν βλέπω τον λόγο να ισχύει κάτι διαφορετικό τώρα — και αυτό είναι ανεξάρτητο από τις προθέσεις της απερχόμενης ελληνικής κυβέρνησης, που δέχομαι ότι είναι οι καλύτερες.

Εκ μέρους του τραυματισμένου από τη διάσπαση ΣΥΡΙΖΑ προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η συμφωνία επιτρέπει κάποιες θετικές δυνατότητες διαχείρισης. Νομίζω ότι πρόκειται για απατηλή προσδοκία. Οι απαιτήσεις του προγράμματος είναι τέτοιες που είτε περιγράφουν με σαφήνεια τις συγκεκριμένες πολιτικές του επόμενου διαστήματος (αυτές που ορίζονται κατ’ ευφημισμό ως «μεταρρυθμίσεις») είτε απαιτούν την υιοθέτηση των περιβόητων ισοδύναμων, που θα έχουν όμως αντίστοιχο κοινωνικό κόστος. Αναρωτιέμαι, λ.χ., τι είδους άλλη διαχείριση μπορεί να υπάρξει ή τι είδους κοινωνικά δίκαια ισοδύναμα μπορούν να βρεθούν, όταν έχει συνομολογηθεί η μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης (η πέμπτη συνεχής τα τελευταία χρόνια) κατά 1,7 δισ. ευρώ για το 2016.

Αντίστοιχα, η άσκηση μιας διαφορετικής πολιτικής στο πλαίσιο της συμφωνίας –και αν ακόμα δεχτούμε ότι είναι θεωρητικά δυνατή– απαιτεί μια προετοιμασία που έως σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ δεν επέδειξε. Και εδώ υπάρχει ένα ζήτημα που αφορά τον τρόπο με τον οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ πολιτεύτηκε ήδη πριν τις εκλογές του Γενάρη. Καθώς έμοιαζε πρόδηλο ότι θα έπρεπε να υπάρξει μια νέα δανειακή σύμβαση και με δεδομένη τη δυναμική της εκλογικής νίκης, το καθήκον για μια κυβέρνηση της Αριστεράς που είχε αποκλείσει τη ρήξη θα ήταν να επεξεργαστεί ένα δικό της πρόγραμμα με κοινωνικά δίκαιες μεταρρυθμίσεις. Σε αυτό σημαντική θέση θα είχαν, για παράδειγμα, η φορολόγηση της Εκκλησίας και του εφοπλιστικού κεφαλαίου, η καταπολέμηση της «μαύρης» και αδήλωτης εργασίας, η μείωση των αμυντικών δαπανών, μέτρα δηλαδή που θα λειτουργούσαν στην κατεύθυνση της αναδιανομής. Αν αυτό δεν έγινε πριν και αμέσως μετά τον Γενάρη του 2015, με τον ΣΥΡΙΖΑ να έχει ευρύτατη κοινωνική νομιμοποίηση, δεν βλέπω τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να γίνει τώρα, που έχουν πλέον αναληφθεί συγκεκριμένες δεσμεύσεις στο πλαίσιο του τρίτου Μνημονίου.

Θα μπορούσε επίσης να αντιτείνει κανείς ότι υπάρχει ένα μεγάλο πεδίο άσκησης πολιτικής που δεν επηρεάζεται από τις δεσμεύσεις του τρίτου Μνημονίου (πολιτικό σύστημα, διαφθορά, δικαιώματα, μεταναστευτικό). Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ έδωσε, ιδίως στα δυο τελευταία πεδία, σοβαρά θετικά δείγματα γραφής. Το ερώτημα είναι πόσο εφικτή ή σημαντική είναι μια δικαιωματική πολιτική σε περιβάλλον οικονομικής κρίσης που θα πλήττει και πάλι τα κατώτερα στρώματα. Το θέμα είναι δύσκολο και χρειάζεται συζήτηση, και διατυπώνω απλώς επιγραμματικά τη γνώμη μου: καλώς ή κακώς, το κεντρικό ζήτημα είναι η οικονομία, ιδίως σε συνθήκες κρίσης τέτοιας έκτασης.

Τα συμπεράσματα, τώρα, από την πορεία των τελευταίων μηνών και τα αντίστοιχα καθήκοντα είναι πολλαπλά και διαφορετικής φύσης.

Σε ένα πρώτο επίπεδο, παραμένει το ζήτημα του ανοίγματος ενός δρόμου αμφισβήτησης του νεοφιλελεύθερου μονόδρομου. Αυτό, για τους λόγους που παρέθεσα παραπάνω, δεν πιστεύω ότι μπορεί να γίνει στο πλαίσιο της διαχείρισης της παρούσας συμφωνίας. Υπάρχει, επομένως, η ανάγκη να αμφισβητηθεί η συμφωνία με τους όρους των κοινωνικών αγώνων. Η κινηματική αφύπνιση είναι κρίσιμη και για τη διατήρηση της διαθεσιμότητας του μεγάλου δυναμικού που εντάχθηκε ή πλησίασε τον ΣΥΡΙΖΑ τα τελευταία χρόνια. Πάντως –και αυτό προσφέρεται για την εξαγωγή κάποιων συμπερασμάτων– η μαζική αποστράτευση προκαλείται τόσο από τη διάψευση της προσδοκίας της κατάργησης των Mνημονίων όσο και από τη συνειδητοποίηση της ματαιότητας της ένταξης σε ένα κόμμα όπου κανένας δεν σου απευθύνει τον λόγο.

Ωστόσο, σε ένα δεύτερο επίπεδο, μετά την εμπειρία του τελευταίου επταμήνου και ανεξάρτητα από τη θέση από την οποία τοποθετείται κανείς (κυβέρνηση ή κίνημα), υπάρχει η ανάγκη να μετακινηθούμε από τη γενική περιγραφή των προβλημάτων στην πολιτική του συγκεκριμένου. Αυτό σημαίνει την επεξεργασία θέσεων και προτάσεων, με δυνατότητα άμεσης εφαρμογής — και αυτό με τη σειρά του προϋποθέτει σε βάθος γνώση του πεδίου και δουλειά πάνω σε συγκεκριμένα δεδομένα: οικονομικά, υποδομές, ανθρώπινο δυναμικό κλπ.

Τελευταίο αλλά και αυτονόητο: οι διαφορετικές πολιτικές επιλογές δεν είναι καθόλου αναγκαίο να συνοδευτούν από ένα ακόμα αριστερό εμφύλιο. Όχι για λόγους κοινωνικής ευπρέπειας, αλλά γιατί τέτοιες πρακτικές διαλύουν δεσμούς, αποστρατεύουν και δυσκολεύουν την αναγκαία –και ελπίζω αναπόφευκτη– ανασύνθεση.

Ο Βασίλης Παπαστεργίου είναι δικηγόρος

One thought on “Τα Μνημόνια δεν είναι «άθροισμα μέτρων» αλλά πολιτικό πρόγραμμα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s