Να κυβερνάς, δηλαδή

Standard

Η Αριστερά στον καιρό των μνημονίων-4

του Βαγγέλη Καραμανωλάκη

Mιχάλης Αμάραντος, «Χωρίς τίτλο», 2013

Mιχάλης Αμάραντος, «Χωρίς τίτλο», 2013

Ερωτήματα, όπως αυτά που μας θέτουν σήμερα οι φίλοι των «Ενθεμάτων», έχουν, συνήθως, ένα δομικό πρόβλημα: οι έννοιες που τίθενται ως αφετηρία των συλλογισμών, τους οποίους καλούνται να αναπτύξουν οι ερωτώμενοι, εκλαμβάνονται ως αυτονόητες. Αλλιώς: Πριν απαντήσει κανείς στο ποια είναι τα περιθώρια άσκησης αριστερής πολιτικής, χρειάζεται να θέσει ένα άλλο ερώτημα: Τι σημαίνει, στην Ελλάδα και την Ευρώπη του 2015, «αριστερή πολιτική»; Πώς την ορίζουμε μετά τις εμπειρίες και τις διαψεύσεις αυτών των μηνών; Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό ούτε εύκολο. Επειδή, ακόμη και εάν συμφωνήσουμε στο «αυτονόητο», ότι δηλαδή η αριστερή πολιτική ορίζεται από την επιδίωξη βασικών στόχων όπως η κοινωνική δικαιοσύνη, η φροντίδα για τους αδύναμους, η δημοκρατία κλπ. αυτό δεν αρκεί. Γιατί αμέσως μετά έρχεται το ουσιώδες: με ποιους τρόπους πετυχαίνεις, πώς σχεδιάζεις και πώς εφαρμόζεις αυτή την πολιτική. Εδώ, από τη μια, όταν δεν λάβεις υπόψη τα δεδομένα, τις διεθνείς συνθήκες και τους συσχετισμούς, τότε η διάψευσή της είναι εξαιρετικά οδυνηρή. Από την άλλη, στην προσπάθεια να προσαρμοστείς, κινδυνεύεις να απολέσεις όλα εκείνα τα στοιχεία που σε χαρακτηρίζουν και για τα οποία έχεις διεκδικήσει τη διακυβέρνηση. Η εμπειρία των τελευταίων μηνών δείχνει, δυστυχώς, ότι το ένα δεν αποκλείει το άλλο, συνήθως συνυπάρχουν.

Πάντως, όπως και να ορίσουμε την αριστερή πολιτική σήμερα –παρότι θεωρώ ότι αυτό έχει κομβική σημασία– τα περιθώρια άσκησής της από ένα κόμμα της Αριστεράς στην κυβέρνηση, στη χώρα μας, είναι εξαιρετικά περιορισμένα. Αν δεν αποδεχθούμε αυτή την πραγματικότητα θα οδηγηθούμε, πιστεύω, σε νέους μύθους και διαψεύσεις. Το πλαίσιο είναι τόσο ασφυκτικό που κινδυνεύει απλώς να σε μετατρέψει σε διαχειριστή μιας άθλιας πραγματικότητας. Η επιβολή του 23% ΦΠΑ στα ιδιωτικά σχολεία για να μειωθεί ο φόρος στο βοδινό κρέας είναι ένα τέτοιου είδους διαχειριστικής πολιτικής — και στο σημείο αυτό είναι χαρακτηριστικές και οι παλινωδίες της κυβέρνησης και του ΣΥΡΙΖΑ.

Με δεδομένο αυτό, το ουσιαστικό ερώτημα, για μένα, είναι: Έχει νόημα να αναλάβεις αυτή την ευθύνη ή είναι πιο λογικό, διατηρώντας μια συνέπεια, να διαχωρίσεις τη θέση σου; Ερώτημα με ένταση που πολλαπλασιάζεται και οξύνεται όταν είσαι πλέον μια σημαντική, η σημαντικότερη συνιστώσα στο πολιτικό πεδίο. Ας το θέσω ανάποδα: Έχει λόγο ύπαρξης μια πολιτική οντότητα που δεν επιχειρεί, έστω και στις πιο αντίξοες συνθήκες, να συνομιλήσει με τις αγωνίες των ανθρώπων για να βελτιώσει τις ζωές τους, να φτιάξει (εφόσον το παλιό δεν μπορεί σε μεγάλο βαθμό να εφαρμοστεί, τουλάχιστον στο οικονομικό κομμάτι) ένα καινούργιο πρόγραμμα και να το εφαρμόσει, να εργαστεί διεκδικώντας την κοινωνική δικαιοσύνη; Πιστεύω πως όχι. Και επίσης δεν πιστεύω ότι μπορεί να το κάνει παραδίδοντας την κυβέρνηση και επιλέγοντας τη θέση της αντιπολίτευσης — κάτι, άλλωστε, που αμφιβάλλω αν έχει συμβεί ποτέ. Στόχος είναι να διευρύνεις αυτά τα περιορισμένα όρια άσκησης πολιτικής που θέτουν οι σημερινές οικονομικές πραγματικότητες, με την ανάληψη πρωτοβουλιών ενταγμένων σε ευρύτερες στρατηγικές, πρωτοβουλίες που θα σηματοδοτήσουν μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες μεταβολές. Με άλλα λόγια, να κυβερνήσεις, στοιχείο που ήταν καχεκτικό σε αυτό το πρώτο εξάμηνο κυβερνητικών ευθυνών. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι το καθοριστικό βήμα της εκτίναξης του ΣΥΡΙΖΑ ήταν η διατύπωση, τις παραμονές των εκλογών του 2012, της πρότασης για «κυβέρνηση της Αριστεράς» και η ανάδειξή του, τα επόμενα χρόνια, σε δύναμη διακυβέρνησης.

Μεγάλη πολιτική κατάκτηση και δύναμη του ΣΥΡΙΖΑ, τα τελευταία χρόνια, ήταν η σύνδεσή του με τα κινήματα, η συγκρότησή του στη βασική πολιτική δύναμη με την οποία τα κινήματα που δημιούργησε και ενίσχυσε η κρίση συνομίλησαν, η ανάδειξή του στον δυναμικότερο και ευρύτερο πολιτικό υποδοχέα τους. Τα κινήματα αυτά υπήρξαν βασικός τροφοδότης του σε ανθρώπινο δυναμικό, ένα δυναμικό πολιτικά ριζοσπαστικοποιημένο· ένα σημαντικό τμήμα από το δυναμικό αυτό είτε αποχωρεί απογοητευμένο είτε παραμένει αλλά αδρανοποιημένο. Και εάν είναι κάτι που δημιουργεί τον μείζονα πολιτικό κίνδυνο για τον ΣΥΡΙΖΑ σήμερα είναι τούτο: όχι η συγκρότηση της ΛΑΕ αλλά η διάρρηξη της εμπιστοσύνης προς την πολιτική ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ∙ η βαθιά απογοήτευση, η απελπισία ανθρώπων που πίστεψαν σε κοινά οράματα και σήμερα αισθάνονται αδειασμένοι. Η αποστράτευσή τους δεν είναι μόνο ποσοτικό θέμα, αλλά ποιοτικό∙ θέτει σε κίνδυνο τις βασικές αρχές πάνω στις οποίες συγκροτήθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ, όχι ως παραδοσιακό αρχηγοκεντρικό κόμμα αλλά ως αριστερή οντότητα. Παράλληλα, η αποσύνδεσή τους από τον ΣΥΡΙΖΑ θα σηματοδοτήσει βαθιές αλλαγές και στον τρόπο που το επόμενο διάστημα τα πολιτικά και κοινωνικά κινήματα θα ανασυγκροτηθούν και θα σταθούν απέναντι στην κυβερνητική πολιτική. Αυτό θα έχει πολλαπλές συνέπειες όχι μόνο για το κόμμα, την κυβέρνηση και τα κινήματα, αλλά για κάτι πολύ ουσιαστικότερο και βαθύτερο: την ίδια την πολιτική και τη σχέση των ανθρώπων με αυτήν.

Ο Βαγγέλης Καραμανωλάκης είναι ιστορικός (Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΑΣΚΙ).

2 thoughts on “Να κυβερνάς, δηλαδή

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s