Με την πολιτική φιλοδοξία της ρήξης και της νίκης

Standard

Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ, Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ, ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ  ΜΝΗΜΟΝΙΟ-2

της Ειρήνης Γαϊτάνου

Βρισκόμαστε σε μια σημαντική καμπή, καθώς ο κύκλος που χαρακτήρισε την τελευταία πενταετία, μετά την ένταξη στους μνημονιακούς μηχανισμούς, κάθε άλλο παρά έχει κλείσει, με κυρίαρχα χαρακτηριστικά του την ανάταση του κοινωνικού κινήματος και τη βαθιά πολιτική κρίση. Σήμερα η κρίση αυτή βαθαίνει, ενώ το εγχείρημα ΣΥΡΙΖΑ υπέστη μια σημαντική στρατηγική ήττα, με την προσχώρηση του στο μνημονιακό στρατόπεδο.

Γιώργος Βακαλό, «Ταυρομάχος»

Γιώργος Βακαλό, «Ταυρομάχος»

Η εξέλιξη αυτή δεν αφήνει περιθώρια άσκησης ουσιαστικής αριστερής πολιτικής, όπως έχει ήδη φανεί. Ωστόσο, καθώς οι αιτίες και συνέπειες της στρατηγικής αυτής ήττας αφορούν, αν και σε διαφορετικό βαθμό, όλη την αριστερά και το λαό, καλούμαστε να εγκύψουμε σε βάθος πάνω στα χαρακτηριστικά της –με αυστηρή κριτική ματιά αλλά μακριά από ευκολίες και τάσεις απλής αυτοεπιβεβαίωσης– αν θέλουμε να συμβάλλουμε ώστε η υπέρβασή της να σηματοδοτήσει μια νέα δυνατότητα για μια αριστερή πολιτική. Αυτό επιτάσσει πρώτα πρώτα, να επανανοηματοδότησουμε την τελευταία, με όρους όχι απλά ηθικούς, αλλά μιας στρατηγικής αναζήτησης, που θα περιλαμβάνει το μετασχηματισμό του υπάρχοντος, με ορίζοντα την κομμουνιστική προοπτική, παράλληλα με τη βελτίωση των συνθηκών ζωής στο παρόν.

Σήμερα λοιπόν, καταρρέει η λογική του μεταρρυθμισμού μέσα στο υπάρχον πλαίσιο -και κυρίαρχα ο εμμονικός ευρωπαϊσμός του ΣΥΡΙΖΑ, όπως εκφράστηκε μέσα από το «πάση θυσία παραμονή στην ευρωζώνη και την ΕΕ». Η ρήξη και αποδέσμευση από τις ευρωπαϊκές ολοκληρώσεις αποτελεί αναγκαία (αν και όχι ικανή) συνθήκη για τη δυνατότητα άσκησης μιας αριστερής πολιτικής, ενώ η συνειδητοποίηση αυτή μετατρέπεται από οριοθετημένη ιδεολογική αναφορά σε συγκεκριμένο πολιτικό αίτημα που αγγίζει ευρύτερα κοινωνικοπολιτικά μπλοκ. Παράλληλα, μια τέτοια πολιτική δεν μπορεί παρά να ασκηθεί παρά με όρους ταξικής μεροληπτικότητας και σε σύγκρουση με τις δυνάμεις του κεφαλαίου (άρα σε διαχωρισμό από προσεγγίσεις εθνικής ανάπτυξης, πόσο μάλλον ταξικής συνεργασίας, εθνικής ενότητας και ιστορικών συμβιβασμών).

Σήμερα όμως καλούμαστε να αναμετρηθούμε βαθύτερα και με μια σειρά άλλων ερωτημάτων: τη σχέση κράτους-κυβέρνησης-κόμματος (σε σύγκρουση με τον κυβερνητισμό ως αυτοσκοπό, προσεγγίζοντας εκ νέου το ερώτημα της πολιτικής εξουσίας αλλά και των επιμέρους κόμβων της), την ταξική ανασυγκρότηση του κοινωνικού και εργατικού κινήματος (μακριά από λογικές ανάθεσης και απλής υπαγωγής στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο), τη σχέση εθνικού-διεθνικού, την παραγωγική ανασυγκρότηση σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση (με βάση μια διαφορετική λογική για τις κοινωνικές ανάγκες, και ιεραρχώντας το πολιτικό έναντι του τεχνικού χωρίς να υποτιμάται το δεύτερο). Η προγραμματική και στρατηγική επεξεργασία αποκτά αναβαθμισμένη σημασία, τόσο ως συγκεκριμένο αίτημα της κοινωνικής πλειοψηφίας, όσο και καθώς γίνονται φανερά τα όρια μιας λογικής αποσύνδεσης της τακτικής από τη στρατηγική. Η επεξεργασία αυτή δεν αποτελεί ωστόσο ένα απλό άθροισμα στόχων, ούτε μπορεί να έχει το χαρακτήρα εξ αποκαλύψεως αλήθειας: θα δοκιμάζεται και θα βαθαίνει ανάλογα με την έκβαση της ταξικής πάλης και τη συμβολή σε αυτήν.

Έτσι, αναδύεται η ανάγκη ενός πολιτικού υποκειμένου που θα ανταποκρίνεται στις αναγκαιότητες της περιόδου. Λύση δεν μπορεί να είναι η φυγή στο κοινωνικό ή η δικαίωση μιας πολιτικής υποταγής διά της επίκλησης ενός λαού που δεν θέλει ή δεν μπορεί, η αναπαραγωγή της λογικής «μια από τα ίδια» (έστω και «λίγο πιο αριστερά») ή η παραίτηση από την πολιτική φιλοδοξία της ενεργής παρέμβασης στις εξελίξεις. Απαιτείται να αναμετρηθούμε με μια νέα μεθοδολογία, που θα θέτει στο επίκεντρο τον οργανωμένο λαό (με έμφαση στα όργανα επιβολής της λαϊκής βούλησης ως εργαστήρια πραγματικής δημοκρατίας, λαϊκής αυτενέργειας, συλλογικής ευφυΐας, αλληλεγγύης, αντιφασιστικής πάλης, αμφισβήτησης κάθε είδους διακρίσεων και ιεραρχιών), θα προτάσσει μια νέα συλλογική αφήγηση και μια νέα ματιά στην πολιτική, σε αναμέτρηση με πιο δημοκρατικές και συλλογικές μορφές οργάνωσης και με αναβαθμισμένο τον ρόλο της νεολαίας. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με τη συμβολή της στην προγραμματική επεξεργασία, την εμπλοκή με τις κοινωνικές διεργασίες (με φωτεινή στιγμή την ολόψυχη συμμετοχή στη μάχη του Όχι), τη μετωπική πολιτική της πρόταση, και φυσικά με όλα της τα ελλείμματα, δεν αποτελεί η ίδια ένα τέτοιο υποκείμενο αλλά μπορεί να συμβάλει καταλυτικά, κι έτσι η εκλογική της ενδυνάμωση έχει ιδιαίτερη σημασία, με το βλέμμα στην κρίσιμη επόμενη μέρα.

Άλλωστε, κυρίαρχο χαρακτηριστικό της περιόδου παραμένει το βροντερό Όχι του λαού στο δημοψήφισμα της 5ης του Ιούλη, ως εκείνη η ρωγμή που παρεισφρέει αναδιατάσσοντας το σκηνικό. Ένα Όχι που ενώ δεν είχε αναγκαία ως κυρίαρχη προμετωπίδα τη ρήξη, την περιλάμβανε ωστόσο ως ενδεχόμενο. Πάνω σε αυτό το ενδεχόμενο καλούνται οι δυνάμεις της Αριστεράς να παλέψουν, καθώς παραμένει η μεγάλη ανοικτή δυνατότητα για ένα μαζικό κοινωνικό και πολιτικό μπλοκ της ρήξης. Σε αυτή την πολιτική φιλοδοξία πρέπει να επικεντρωθούμε, χωρίς να ξεχνάμε, εν μέσω κοινωνικής εξαθλίωσης, έτσι όπως σήμερα εκρήγνυται με το προσφυγικό ζήτημα, αυτό που έλεγε ο Ντουρούτι το 1936, κατά τη διάρκεια της Ισπανικής Επανάστασης: ότι πρέπει να κερδίσουμε τον πόλεμο πριν μας μετατρέψει πραγματικά σε στρατιώτες, καθώς κάθε μέρα που δεν κερδίζουμε και πολεμάμε, μας απανθρωπίζει.

Η Ειρήνη Γαϊτάνου είναι υποψήφια δρ πολιτικών επιστημών στο Kings College του Λονδίνου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s