Ελλάδα: σκέψεις μετά τη μάχη

Standard

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ Ο ΣΥΡΙΖΑ ΚΑΙ Η Ε.Ε. – 1

του Πάμπλο Μπουστίντουι Αμαδόρ

μετάφραση από τα ισπανικά: Μαρία Καλαντζοπούλου

Η έκβαση της ελληνικής κρίσης έχει οδηγήσει στην απελπισία πολλούς από εκείνους που εργάζονται για μια δημοκρατική αλλαγή στην Ευρώπη. Πρέπει να πούμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους: το τρίτο Μνημόνιο συνιστά μια σοβαρή οπισθοχώρηση, το τίμημα της οποίας θα συνεχίσει να πληρώνει ο ελληνικός λαός με χρόνια ταλαιπωρίας και λιτότητας, μια αποθάρρυνση για όσους πιστεύουν στην οικοδόμηση μιας δημοκρατικής και κοινωνικής Ευρώπης. Είναι μια νοσηρή συμφωνία, προϊόν της πολιτικής και χρηματοπιστωτικής φαυλότητας των πιστωτών, που δεν επιδιώκει να υπερασπιστεί το γενικό συμφέρον ούτε της Ελλάδας ούτε της Ευρώπης, αλλά να ισχυροποιήσει την πολιτική και χρηματοπιστωτική κυριαρχία της Γερμανίας και να εξουδετερώσει οποιαδήποτε δυνατότητα πολιτικής εναλλακτικής στην ευρωπαϊκή περιφέρεια. Ωστόσο, μετά από αυτές τις διαπιστώσεις, θεωρώ αναγκαίο να προχωρήσω σε μια σειρά παρατηρήσεων για τη σημερινή ευρωπαϊκή κατάσταση και τις προοπτικές που ανοίγονται ως προς όλες τις μάχες που θα ακολουθήσουν.

Μαρκ Σαγκάλ, «Πάνω από το χωριό», 1914-18

Μαρκ Σαγκάλ, «Πάνω από το χωριό», 1914-18

1. Στην Ευρώπη διεξάγεται, σήμερα, μια παγκόσμια σύγκρουση ανάμεσα στη λιτότητα και τη δημοκρατία. Η σύγκρουση αυτή επηρεάζει όλες τις σφαίρες της πολιτικής και κοινωνικής ζωής και πρόκειται να καθορίσει τους ορίζοντες, τις δυνατότητες και τις πιθανότητες μιας πολιτικής δράσης με δυναμική μετασχηματισμού για τις επόμενες δεκαετίες. Είναι θεμελιώδες να συλλογιστούμε και να κατανοήσουμε το εξής: ο Αλέξης Τσίπρας δεν συγκρούστηκε με τις συντηρητικές δυνάμεις του κυρίαρχου καθεστώτος, αλλά με ένα status quo δυναμικό, που βρίσκεται σε διαδικασία επαναπροσδιορισμού και μετασχηματισμού. Βρισκόμαστε σε μια στιγμή βαθιάς και πολύπλοκης γεωπολιτικής μεταλλαγής· και, ανάλογα με το εύρος της προσέγγισης, την κλίμακα χώρου και χρόνου που χρησιμοποιούμε για να την εξηγήσουμε, η προοπτική όσων συνέβησαν στην Ελλάδα αλλάζει αξιοσημείωτα. Η ανάγνωση της συγκεκριμένης συγκυρίας –μια οδυνηρή ήττα– μπορεί να οδηγήσει στη μοιρολατρία, που συσκοτίζει την κατανόηση και είναι εχθρός της ανάλυσης: σε μια μακροπρόθεσμη συστημική προοπτική, οι δημοκρατικές δυνάμεις πρέπει να ανασυντεθούν, να αναγνωρίσουν τις προόδους –που είναι πολλές– και τις ήττες των τελευταίων έξι μηνών, προχωρώντας στις κατευθύνσεις που μπορούν να δημιουργήσουν προϋποθέσεις για τις επόμενες μάχες με πιο ευνοϊκούς όρους. Το κυρίαρχο καθεστώς διακρίνεται από ρευστότητα, και συνεχίζει να είναι ανοιχτή η δυνατότητα μιας βαθιάς πολιτικής αλλαγής που θα βάλει τέλος στη λιτότητα και θα εγκαινιάσει τον εκδημοκρατισμό της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής μας ζωής. Αρκεί να δούμε τις εργατικές και δημοκρατικές συνελεύσεις ή αυτό που συνέβη στις τουρκικές εκλογές, στη Σκωτία ή στις ισπανικές αυτοδιοικητικές εκλογές: η προοπτική της αλλαγής, κατά μείζονα λόγο χάρη στην ελληνική εξέλιξη, είναι σήμερα πιο ανοιχτή απ’ ότι πριν από έναν χρόνο.

2. Το μεγαλύτερο μέρος των αντιδράσεων και των σχολίων για την εξέλιξη της ελληνικής κρίσης έχουν αναπτυχθεί από μια ηθική οπτική γωνία: προδοσίες, συνθηκολογήσεις, κουράγιο, χειραγώγηση της θέλησης. Πρόκειται για μια τάση λογική και ενστικτώδη, η οποία όμως συνιστά, ταυτόχρονα, την αιτία της στρατηγικής φτώχειας της πλειονότητας των αναλύσεων επί του θέματος. Πρέπει αμέσως να γίνουμε ψυχρά πραγματιστές: να σκεφτούμε τις περιστάσεις, να ζυγίσουμε τις δυνάμεις, να κατανοήσουμε αυτό που έχει συμβεί και να αναλύσουμε ποια είναι τα περιθώρια που παραμένουν ανοιχτά, ποια έχουν κλείσει, ποια μπορούν να ξανανοίξουν και ποια όχι. Όλα τα υπόλοιπα είναι λογοτεχνία, δραματοποίηση και δεν εξυπηρετούν την άσκηση πολιτικής (τουλάχιστον όχι της πολιτικής που μας ενδιαφέρει).

3. Δεν ωφελεί διόλου να αναλύουμε την ήττα της ελληνικής κυβέρνησης με όρους «θέλησης», σαν ο Τσίπρας να μην επιθυμούσε να προχωρήσει περισσότερο απ’ όσο κατάφερε, σαν να του έλειπε το κουράγιο για την εφαρμογή ενός Plan B που κανείς δεν γνωρίζει σε βάθος και κανείς δεν μπορεί να ορίσει με ακρίβεια. Σε μια χώρα η οποία εισάγει σημαντικό τμήμα των τροφίμων και φαρμάκων και πάνω από τα δύο τρίτα της ενέργειας, μια χώρα κατεστραμμένη, που έχει χάσει τα δύο τρίτα του παραγωγικού της ιστού στη μακρά περίοδο λιτότητας, μια χώρα της οποίας το τραπεζικό σύστημα ασφυκτιά εξαιτίας της ΕΚΤ, χωρίς συναλλαγματικά αποθέματα και χωρίς τρόπο να χρηματοδοτηθεί με ίδια μέσα ούτε στις αγορές, ούτε στους διεθνείς θεσμούς, το περιθώριο διαπραγμάτευσης την ώρα μηδέν αποκάλυψε, δυστυχώς, όλους τους δομικούς της περιορισμούς.

4. Θα μπορούσε ο Τσίπρας να έχει πει όχι στη συμφωνία; Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της κυβέρνησης, το τραπεζικό σύστημα, καθώς ήδη είχε επιβληθεί έλεγχος στις τραπεζικές εκροές, θα άντεχε ελάχιστες ακόμα μέρες από τη στιγμή που δεν θα υπογραφόταν η συμφωνία. Ανεξάρτητα από την τεχνική λύση που θα δινόταν στην κρίση, οι καταθέσεις και αποταμιεύσεις σε ευρώ όσων κρατούσαν ακόμα τα χρήματά τους στις τράπεζες –όχι ακριβώς των εύπορων τάξεων, δεδομένου ότι οι μεγαλοκαταθέτες έχουν βγάλει εδώ και χρόνια τα χρήματά τους από τη χώρα– θα εξανεμίζονταν. Η αλήθεια είναι ότι καμιά από τις εναλλακτικές περιφερειακές δυνάμεις, στην Ευρώπη και στο ΔΝΤ, δεν έδειξαν διάθεση να συνεργαστούν σε ένα σενάριο ρήξης με την Ε.Ε. Χωρίς χρηματοδότηση, χωρίς εγγύηση των εισαγωγών για τα βασικά είδη, η «επαναβιομηχάνιση της χώρας» ή η «επανάκτηση της κυριαρχίας» είναι κενές εξαγγελίες. Βραχυπρόθεσμα, δεν θα μπορούσε να κοινωνικοποιηθεί τίποτε άλλο παρά η πτώχευση, σε μια χώρα ο πληθυσμός της οποίας έδωσε καθαρή εντολή εναντίον της λιτότητας αλλά όχι εντολή εξόδου από το ευρώ. Για να ληφθεί αυτή η απόφαση δεν χρειαζόταν κουράγιο ή γενναιότητα, χρειαζόταν αδιαφορία απέναντι στην άμεση βία που θα ξεσπούσε πάνω στους εργαζόμενους και στις μεσαίες τάξεις της χώρας, ενάντια στη θέλησή τους.

5. Αυτή η προφανής αντίφαση της λαϊκής θέλησης (όχι στη λιτότητα, όχι στην έξοδο από το ευρώ) είναι πολύ πιο βαθιά και πολύπλοκη απ’ όσο φαίνεται. Είναι ριζικά λανθασμένη και απατηλή η αντιπαράθεση ανάμεσα στη λιτότητα μέσα στο ευρώ από τη μια και στην κυριαρχία έξω από αυτό. Είναι παιδικό και επικίνδυνο να φαντάζεται κανείς πως υπάρχουν μεγαλύτερες δυνατότητες κοινωνικής αναδιανομής, μεγαλύτερα περιθώρια προόδου και κοινωνικής δικαιοσύνης έξω από την πιο ανεπτυγμένη κοινωνικοοικονομική δομή μιας συγκεκριμένης ιστορικής στιγμής παρά μέσα σ’ αυτήν, χωρίς να λαμβάνει υπόψη ποιο είναι το ακριβές πλαίσιο στο οποίο θα έπρεπε να λειτουργήσει και ποιοι οι διαθέσιμοι πόροι που αντιστοιχούν σε κάθε στάδιο. Δεν υπάρχει αμφιβολία: εφόσον εφαρμοστεί, αυτή η συμφωνία προϋποθέτει πρόσθετη δόση ταλαιπωρίας για τον πληθυσμό και μια σημαντική απώλεια δημόσιων πόρων και κοινών για τους Έλληνες. Αλλά δεν αρμόζει να παρασυρόμαστε σε αφηρημένες ροβινσωνιάδες: δεν υπάρχει μεγαλύτερη εθνική κυριαρχία σε συνθήκες έλλειψης βασικών αγαθών, σε συνθήκες απομόνωσης, χωρίς ένα βιώσιμο πρόγραμμα χρηματοδότησης μιας οικονομίας κατεστραμμένης και ασφυκτιώσας, που να προσβλέπει μεσοπρόθεσμα στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Ο προηγούμενος αιώνας μας διδάσκει πως έξω από τους πιο παραγωγικούς και ανεπτυγμένους πυρήνες είναι δύσκολο να κοινωνικοποιήσεις οτιδήποτε άλλο πλην της φτώχειας και της δυστυχίας — πράγμα που, εν τέλει, δύσκολα είναι συμβατό με τις πολιτικές ελευθερίες και τον κοινωνικό και οικονομικό εκδημοκρατισμό υπό όρους κοινωνικής δικαιοσύνης.

6. Η ουσιαστική σύγκρουση εξακολουθεί να γίνεται για τον πολιτικό έλεγχο αυτής της παραγωγικής δομής. Η πολιτική είναι ένας συσχετισμός δυνάμεων, κι εκείνο στο οποίο κατέληξε αυτό το επεισόδιο της κρίσης δεν είναι παρά μια βίαιη επιβολή, η αποκρυστάλλωση μιας άνισης σχέσης σε ακραίο βαθμό: η δέκατη πέμπτη οικονομία της Ευρώπης, ασφυκτιώντας και χωρίς χρηματοδότηση των αγορών στέκεται απέναντι στη Γερμανία και σ’ ένα ετερογενές αλλά συνεκτικό μπλοκ το οποίο συγκροτήθηκε, στην τελική φάση, από όλες τις δυνάμεις της κυρίαρχης τάξης, όλες τις πολιτικές, οικονομικές και χρηματοπιστωτικές δυνάμεις της ηπείρου. Δεν μπορούμε, εξαιτίας αυτού, να χάσουμε το ηθικό μας. Προοπτική μας και στόχος μας πρέπει να συνεχίσουν να είναι ο εκδημοκρατισμός της παραγωγής, ο έλεγχος και η διανομή του πλούτου εκεί όπου παράγεται. Αν δεν καταφέρουμε να ανατρέψουμε τον συσχετισμό δυνάμεων, δεν θα ανοίξουμε έναν χώρο αναγκαίο για τη διαδικασία εκδημοκρατισμού που μπορεί να αντιπροσωπεύει μια πραγματική εναλλακτική στην χρηματοπιστωτική κυριαρχία, η οποία υποτάσσει, τη μια πίσω από την άλλη, όλες τις κατακτήσεις και τα δικαιώματα που κληροδότησε ο ιστορικός αστερισμός του κράτους πρόνοιας.

7. Είναι λάθος η αντίληψη πως αυτή η κρίση απέδειξε ότι η πολιτική είναι αδύνατη στην Ευρώπη. Υπάρχει ένας επικίνδυνος ντετερμινισμός –τα πάντα ήταν αδύνατα εξαρχής, επομένως τα πάντα είναι αδύνατα και στο εξής–, ο οποίος παραλύει τη διαγνωστική μας ικανότητα ή φαντάζεται παράλληλους βαθμούς ελευθερίας που δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα. Αν κάτι ανέδειξε αυτή η διαδικασία είναι η ευθραυστότητα των ευρωπαϊκών θεσμών, το καθεστώς εξαίρεσης, η καθαρή και γυμνή δύναμη που έκρινε την έκβαση των πιο αποφασιστικών επεισοδίων, μέσα σε ένα δωμάτιο, ξημερώματα, καταχρώμενη μέσα και τρόπους έξω από κάθε γνωστό ή νόμιμο πλαίσιο (όπως η προσωρινή εκδίωξη από την Ευρωζώνη ενός κράτους-μέλους, πολλά σχέδια ανατροπών που την προηγούμενη μέρα ήταν ασύλληπτες ή αδύνατες, περιορισμούς και εξαιρέσεις από τις ιδρυτικές συνθήκες, σχέδια αναδιάρθρωσης του χρέους που ξαφνικά εξαφανίζονται, μέχρι και την εκδίωξη ενός υπουργού Οικονομικών από το Eurogroup). Με τόσο περιορισμένες δυνάμεις η Ελλάδα κατάφερε να αναδείξει ουσιαστικές αντιφάσεις στο μπλοκ των θεσμών, μέχρι το σημείο που το ίδιο το ΔΝΤ να συνεχίζει να παραμένει εκτός συμφωνίας και να προτίθεται να μπει μόνο εάν και όταν επιβεβαιωθεί η ουσιαστική αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους. Κάτι τέτοιο θα αποτελούσε ορόσημο στην κατάρρευση του παραδείγματος της λιτότητας με πολύ μεγαλύτερη εμβέλεια από το ίδιο το Μνημόνιο. (Για να φανταστούμε το πολιτικό βάρος της αναδιάρθρωσης, που θα έπρεπε να αποτελεί τον βασικό πολιτικό στόχο των δυνάμεων οι οποίες εναντιώνονται στη λιτότητα αυτή τη στιγμή, αρκεί η αποκάλυψη, από τον ίδιο τον Γιουνκέρ, ότι ήταν οι κυβερνήσεις της Ισπανίας και της Πορτογαλίας εκείνες που μπλόκαραν τελευταία στιγμή τη συμπερίληψη της αναδιάρθρωσης του χρέους στη συμφωνία. Και το έκαναν από τον φόβο για την ηθική και ιδεολογική ενίσχυση που θα προσέφερε κάτι τέτοιο σε λαϊκές δυνάμεις στις χώρες τους, καθώς και από τον φόβο για την εξασθένιση και την πολιτική δυσκολία υπεράσπισης της θέσης των κυβερνήσεων που σχετίζονται με τη Μέρκελ στον ευρωπαϊκό Nότο). Ας το επαναλάβουμε όσες φορές χρειαστεί: βρισκόμαστε μπροστά σε ένα πολιτικό, όχι τεχνικό ή δικαστικό, πρόβλημα. Και πολιτικός πρέπει να είναι ο χαρακτήρας και η λογική που θα διέπει τη στρατηγική της δικής μας εναλλακτικής.

8. Εκείνο που έχει αποκαλυφθεί από την έκβαση αυτής της κρίσης είναι η πιο ωμή φύση μιας γερμανικής εξουσίας σε μεταβατική φάση, μια λογική πολιτικοχρηματοπιστωτικής κυριαρχίας με ανοιχτά αυταρχικές αποχρώσεις, που μετέτρεψαν την απάρνηση των αρχών της δημοκρατίας, ακόμα και της αρχής της νομιμότητας (μη αναγνώριση της νομιμότητας της εκλεγμένης κυβέρνησης, επιβολή σχεδίου εξουδετέρωσης του δημοψηφίσματος, χρήση της ΕΚΤ για την επιβολή ασφυξίας στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα) σε βασικά τους άρματα μάχης. Αναμφίβολα, ο ίδιος ο χαρακτήρας αυτής της λογικής εξουσίας αναδεικνύει πως η Ευρώπη είναι η διάσταση, ο πολιτικός χώρος της μάχης, κι επομένως ο τόπος ο οποίος αντανακλά τον συσχετισμό δυνάμεων που αντιστοιχεί στους καιρούς εξαίρεσης που ζούμε. Βρισκόμαστε σε έναν μεγάλο κύκλο μετασχηματισμού που άνοιξε η χρηματοπιστωτική κρίση και επεκτείνει η λογική της κυριαρχίας της λιτότητας: το να παραιτηθούμε από αυτό τον χώρο χωρίς προηγουμένως να εξαντλήσουμε τις δυνατότητες συσπείρωσης δυνάμεων στο εσωτερικό του, χωρίς να αναλύσουμε σε βάθος τις πολλαπλότητες των διαδικασιών που αναδύονται κατά μήκος και πλάτος της ηπείρου στη μάχη για την άρθρωση μιας ρεαλιστικής αντιπολίτευσης σε αυτή τη λογική κυριαρχίας (από τη Σλοβενία μέχρι την Ισπανία, από την Ελλάδα μέχρι τη Σκωτία, από το Ηνωμένο Βασίλειο μέχρι την Πολωνία, σε ένα τοπίο κρίσης που σαρώνει όλα τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα του ευρωπαϊκού κέντρου) είναι σαν να παραιτούμαστε από την ανάλυση της ιστορικής συγκυρίας και να χαρίζουμε στους εαυτούς μας το διαβατήριο προς την περιθωριοποίηση, την αποδοχή της ήττας. Η ανασύνθεση των δυνάμεων εναντίον της λιτότητας πάει χέρι χέρι με τη μετάβαση της ευρωπαϊκής κυριαρχίας, και αυτή είναι η μακροπρόθεσμη προοπτική που πρέπει να διέπει την ανάλυση και τις στρατηγικές μας αποφάσεις. Αυτό δεν αποκλείει καμιά μελλοντική εκδοχή: τις καθιστά όλες εξαρτώμενες από την ικανότητά μας να οικοδομήσουμε, να διατυπώσουμε και να μετασχηματίσουμε.

9. Η καλύτερη απόδειξη του πόσο εύθραυστη είναι αυτή η αυταρχική κυριαρχία δόθηκε από το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου. Το ελληνικό δημοψήφισμα υπήρξε μια ρήξη που ανέτρεψε το τραπέζι των διαπραγματεύσεων και εγκαινίασε μια εντελώς νέα πολιτική φάση, που δεν υπήρχε την παραμονή της εξαγγελίας του. Αν τελικά δεν μπόρεσε να δοθεί μια πολιτική διέξοδος που θα εξέφραζε αυτή την εκπληκτική δημοκρατική υπέρβαση της καθεστηκυίας τάξης, αυτό συνέβη γιατί ο αντίπαλος ενέτεινε τη στρατηγική αποκατάστασης της τάξης με ανοιχτά επιθετικούς τόνους, και συνέχισε με μια πολύ μεγαλύτερη και βίαιη επίδειξη δυνάμεων. Το μόνο αποφασιστικό χαρτί της Ελλάδας στην τελική διαπραγμάτευση ήταν ο κίνδυνος της χρηματοπιστωτικής καταιγίδας που θα επέφερε το Grexit. Μόλις αποσύρθηκε αυτός ο κίνδυνος (βέβαια στις ευρωπαϊκές τσέπες δεν εκφράστηκε πραγματικά καμιά στιγμή, ούτε πριν ούτε μετά τα capital controls και το δημοψήφισμα), ο Σόιμπλε μετέτρεψε αυτό ακριβώς το τρικ στο όπλο του με τη μεγαλύτερη εμβέλεια. Αυτή η εκδίωξη με λιτότητα υπό τη μορφή «ανθρωπιστικής βοήθειας» αντιπροσώπευσε μια αλλαγή παραδείγματος στην πολιτική ιστορία της Ευρώπης, τη θεσμοποίηση ενός αποικιακού-αυταρχικού μοντέλου στην καρδιά της Ένωσης. Και, δυστυχώς, εν τη απουσία οποιασδήποτε άλλης πρακτικής οδού για χρηματοδότηση μετά από μια διαδικασία ρήξης, αντιπροσώπευε επίσης μια απολύτως ρεαλιστική δυνατότητα να κλιμακωθεί η διαπραγμάτευση σε μια ανεπίστρεπτη πανωλεθρία.

10. Η υπεράσπιση της ελληνικής κυβέρνησης στις φάσεις που ακολούθησαν τις διαπραγματεύσεις δεν είναι θέμα αρχών ή πίστης, αλλά στρατηγικό ζήτημα πρώτης τάξης για εμάς. Στον βαθμό που επιτέθηκαν στην ελληνική κυβέρνηση για να εξασθενήσουν τις εκδοχές δημοκρατικής αλλαγής σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όλα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα επιδρούν άμεσα στις πιθανότητες, τα περιθώρια και τις δυνατότητες που θα είχε στη διάθεσή της μια λαϊκή κυβέρνηση στη χώρα μας. Η Τρόικα είχε τρεις πολιτικούς στόχους στην αρχή των διαπραγματεύσεων: να χτυπήσει την Ελλάδα για να προειδοποιήσει την Ισπανία, να διασπάσει τον ΣΥΡΙΖΑ και να προκαλέσει, σε λίγους μήνες, την πτώση της πρώτης αριστερής κυβέρνησης που υπήρξε στην Ευρώπη μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Είναι, απλούστατα, αυτοκτονία να απαρνηθεί κανείς τα βήματα και τις θέσεις που έχουν κατακτηθεί σ’ αυτούς τους μήνες, όσο σκληρή κι αν είναι η ήττα σε τούτη την πρώτη μάχη: πρέπει να υπερασπίζεσαι και να παλεύεις για το κάθε εκατοστό, το κάθε άρθρο, το κάθε περιθώριο που παραμένει ανοιχτό στην αντιπαράθεση. Πρέπει να κάνουμε ακριβώς το αντίθετο απ’ το να διασπαστούμε και να ηθικοποιήσουμε τη στρατηγική αντιπαράθεση: πρέπει να χτίσουμε μια μεγάλη δημοκρατική ένωση, πανίσχυρη και πλατιά, ο βασικός τακτικός στόχος της οποίας θα είναι βραχυπρόθεσμα η συγκέντρωση δυνάμεων και η ανάπτυξη της αναγκαίας στρατηγικής ισχύος για τις μάχες στις οποίες μπορεί να είναι πιο ευνοϊκός ο συσχετισμός δυνάμεων (για να αναφέρουμε μόνο μερικές άμεσες μάχες: χρέος, ΤΤΙΡ, φοροδιαφυγή, ανάπτυξη της έννοιας του πολίτη σε ό,τι περιλαμβάνει δημόσιες υπηρεσίες και κοινωνικά δικαιώματα κλπ.).

11. Η κινητικότητα μέσα στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα δεν είναι διόλου αμελητέα. Η λιτότητα παρήγαγε έναν κοινωνικοπολιτικό χώρο τομής, υβριδικό, που είναι αυτή τη στιγμή ανοιχτός και διεκδικούμενος. Η Ελλάδα υπήρξε πρωτοπορία σ’ αυτή την πάλη, αλλά μεσοπρόθεσμα η Ευρώπη αντιμετωπίζει μια αποφασιστική ανασύνθεση των ηγεμονικών της δυνάμεων στην οποία εκείνο που απομένει από το ιστορικό σοσιαλδημοκρατικό μπλοκ αντιπροσωπεύει τον αποφασιστικό άξονα για την ανασύνθεση του συσχετισμού δυνάμεων σε κλίμακα ηπείρου. Η πραγματική στρατηγική προσπάθεια βρίσκεται εδώ, κι όχι αλλού.

12. Έχουμε αποτύχει εντελώς να διατυπώσουμε και να εξηγήσουμε τη διαφορά ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ισπανία. Δεν είναι βέβαιο ότι στην Ισπανία θα είχαμε μεγαλύτερα περιθώρια, επειδή έχουμε πέντε φορές μεγαλύτερο ΑΕΠ. Θα έχουμε μεγαλύτερο περιθώριο γιατί δεν χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε τίποτα που να μοιάζει, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, με αυτό που έζησε και εξακολουθεί να ζει η Ελλάδα. Δεν χρειάζεται να επεκτείνουμε ή να επαναδιαπραγματευθούμε ένα Μνημόνιο. Χρηματοδοτούμαστε εμείς οι ίδιοι στις αγορές. Η ρευστότητα του χρηματοπιστωτικού μας συστήματος δεν εξαρτάται (πια) από μια αυθαίρετη απόφαση της ΕΚΤ. Δεν έχουμε περισσότερη κηδεμονία στην άσκηση της πολιτικής της κυριαρχίας μας από αυτή που υπαγορεύουν οι ευρωπαϊκές συνθήκες (σημείο το οποίο ανοίγει το αποφασιστικό ζήτημα των περιθωρίων, των ορίων και των κανόνων υπό το πρίσμα των συστηματικών αστοχιών των κανόνων δημοσιονομικής σταθερότητας που στηρίζει ο γαλλογερμανικός άξονας). Κάνουμε χάρη στους αντιπάλους μας, αν παραδεχτούμε έστω και έμμεσα αυτόν τον παραλληλισμό. Δεν είναι ότι έχουμε μεγαλύτερα περιθώρια, είναι ότι βρισκόμαστε σε ένα εντελώς διαφορετικό σκηνικό. Πρέπει να περάσουμε αυτό το μήνυμα με νύχια και με δόντια. Δεν πρόκειται για το ότι ο αντίπαλος αναζητεί να μας βλάψει με αυτή τη σύγκριση: πρόκειται για το ότι η σύγκριση είναι ριζικά λανθασμένη.

13. Το λαϊκό κίνημα δημοκρατικής αλλαγής στην Ισπανία πρέπει να αναλάβει έναν ρόλο πρωτοπορίας για τη συγκέντρωση δυνάμεων στην Ευρώπη. Πρέπει να προχωρήσουμε παραπέρα από τους χώρους που έχουν σήμερα κατακτηθεί. Πρέπει να συγκαλέσουμε όλες τις δυνάμεις προόδου, ειδικά στις χώρες του Νότου και της ευρωπαϊκής περιφέρειας, για να δημιουργήσουμε μια κοινή δημοκρατική ατζέντα γύρω από τους αποφασιστικούς άξονες της ευρωπαϊκής μετάβασης. Είναι αναγκαίος ένας νέος χώρος, μια νέα γλώσσα και μια νέα στρατηγική. Διαφορετικά, θα αυτοπεριοριστούμε σε ένα σκοτεινό περιθώριο της σκακιέρας και θα υπομένουμε παθητικά αυτή την μετάβαση, σ’ αυτή τη ζοφερή διαμάχη ανάμεσα στις νέες ξενοφοβίες και τον χρηματοπιστωτικό αυταρχισμό. Η Ισπανία καλείται να παίξει, πραγματικά αυτή τη φορά, έναν αποφασιστικό ρόλο για να προωθήσει ένα ευρωπαϊκό σχέδιο που θα βασίζεται στην υπεράσπιση της ειρήνης, των ανθρώπινων δικαιωμάτων, των δημόσιων υπηρεσιών και της αξιοπρέπειας των ευρωπαϊκών λαών. Είναι δύσκολο να ξαναπαρουσιαστεί στη διάρκεια της ζωής μας μια ιστορική ευκαιρία αυτού του διαμετρήματος.

Ο Pablo Bustinduy Amador είναι γραμματέας διεθνών σχέσεων του Podemos. Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο blogs.publico.es, 1.9.2015. Ευχαριστούμε θερμά τον Μιχάλη Παναγιωτάκη, που μας επισήμανε το κείμενο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s