Αλληλεγγύη και κράτος: Μια δύσκολη σχέση

Standard

του Μανώλη Μελισσάρη

Μαρκ Σαγκάλ, «Διπλό πορτραίτο με ένα ποτήρι κρασί», 1917-18

Μαρκ Σαγκάλ, «Διπλό πορτραίτο με ένα ποτήρι κρασί»,
1917-18

Η αλληλεγγύη προβάλλεται, όλο και περισσότερο, ως διορθωτικό «αντιστάθμισμα» στα σκληρά μέτρα του τρίτου Μνημονίου. Τα πεδία στα οποία πολλοί πιστεύουν ότι μπορεί να παίξει αυτό τον ρόλο είναι δύο: Πρώτον, το θεσμικό, κυρίως εισάγοντας και προωθώντας νέες μορφές οικονομικής οργάνωσης. Δεύτερον, η σύνδεση της κοινωνίας πολιτών και του κράτους, με την αξιοποίηση των κινημάτων αλληλεγγύης, τα οποία πολλαπλασιάστηκαν τα τελευταία χρόνια.

Ασφαλώς, κάποιο αντιστάθμισμα είναι απαραίτητο και αυτό πράγματι μπορεί να είναι η αλληλεγγύη. Υπάρχουν όμως κάποιες δυσκολίες, που πρέπει να επισημανθούν, ώστε να σκεφτούμε πάνω σε αυτές.

Το περιεχόμενο της έννοιας της αλληλεγγύης είναι δύσκολο να συλληφθεί και να διαχωριστεί από έννοιες του ίδιου του περιβάλλοντός της, όπως η καλή θέληση ή η φιλανθρωπία. Μια από τις δυσκολίες έγκειται στο ότι το περιεχόμενό της ποικίλλει ανάλογα με το πραγματικό συγκείμενο. Για παράδειγμα, η αλληλεγγύη την οποία επιδεικνύουν θρησκευτικές ομάδες διαφέρει από αυτήν κάποιων πολιτικά προσανατολισμένων κοινοτήτων, κυρίως ως προς την πηγή των κανόνων που τις καθοδηγούν. Μολαταύτα, είναι δυνατόν να εξαγάγουμε ορισμένα χαρακτηριστικά, τα οποία φέρουν όλες οι αλληλέγγυες πρακτικές.

Η αλληλεγγύη υπαινίσσεται μια κοινότητα τα μέλη της οποίας αλληλεξαρτώνται σε έναν βαθμό. Αυτή η αλληλεξάρτηση είναι κανονιστική και συνίσταται στο ότι τα μέλη της κοινότητας έχουν δικαιώματα και καθήκοντα, τα οποία θεμελιώνονται στην αλληλεγγύη, οριζόντια τόσο ως προς τα υπόλοιπα μέλη ξεχωριστά όσο και σε σχέση με την κοινότητα συνολικά (η από κοινού, in solidum, ευθύνη ήταν και το βασικό χαρακτηριστικό της νομικής έννοιας της αλληλεγγύης στο ρωμαϊκό δίκαιο, το οποίο αποτελεί τη γενεαλογική αφετηρία της σύγχρονης αντίληψης της έννοιας). Το να έχει κάποιος την ιδιότητα του μέλους μιας κοινότητας θεμελιωμένης στην αλληλεγγύη σημαίνει πως συμπεριλαμβάνεται πλήρως στην κοινότητα. Κάθε μέλος, δηλαδή, πρέπει σε όλες του τις συναλλαγές μέσα στην κοινότητα να λαμβάνεται ως φορέας όλων των χαρακτηριστικών βάσει των οποίων γίνεται μέλος της. Η αλληλεγγύη, με άλλα λόγια, είναι ασύμβατη με την αποσπασματική σύλληψη του προσώπου στη βάση της αφαίρεσης ορισμένων χαρακτηριστικών κατά περίπτωση. Αυτό έχει πολλές και σημαντικές επιπτώσεις. Για παράδειγμα, η κρίση κάθε μέλους της κοινότητας με σκοπό την απόδοση ευθύνης, την μομφή ή και την ανταμοιβή κ.ο.κ., πρέπει να βασίζονται στην ολότητα της προσωπικότητας του καθενός. Τέλος, η αλληλεγγύη είναι πάντοτε χειραφετητική ή λυτρωτική. Δεν μπορεί να είναι κάποιος αλληλέγγυος με τον αφέντη του.

Ελλείψει χώρου για να αναπτύξω το επιχείρημα, θεωρώ δεδομένο και εκκινώ από αυτό (αν και γνωρίζω ότι χωράει αμφισβήτηση), το ότι οι σύγχρονες, δημοκρατικές κοινωνίες είναι θεμελιωμένες σε μια συγκεκριμένη έκφανση της αλληλεγγύης, την οποία μπορούμε να ονομάσουμε πολιτική αλληλεγγύη. Βασίζονται στην αμοιβαία αναγνώριση κάθε μέλους τους (όχι απαραίτητα κάθε φορέα της ιδιότητας του πολίτη) ως ισάξιου συμμετόχου στην πολιτική κοινότητα. Ως εκ τούτου, φέρουν όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά αλλά και μερικά ακόμη, τα οποία συνθέτουν την differentia specifica από άλλες μορφές αλληλεγγύης. Το πιο σημαντικό από αυτά τα περαιτέρω χαρακτηριστικά είναι πως οι κανονιστικές επιταγές που απορρέουν από την πολιτική αλληλεγγύη δεν προϋποθέτουν ούτε εξαρτώνται από συναισθήματα φιλίας μεταξύ των μελών της κοινότητας· ισχύουν και εναντίον ξένων ή εχθρών. Ταυτόχρονα, όμως, οι επιταγές αυτές δεν είναι ανεξάρτητες από τις πρακτικές της ίδιας της κοινότητας, όπως συμβαίνει για παράδειγμα σε ηθικές ή θρησκευτικές μορφές αλληλεγγύης, αλλά προκύπτουν από αυτές τις πρακτικές. Συμμετέχοντας, δηλαδή, σε κοινωνίες ορισμένου είδους έχουμε ήδη επωμιστεί καθήκοντα και απολαμβάνουμε δικαιώματα που προκύπτουν από την αλληλεγγύη ανεξάρτητα.

Αφού λοιπόν η αλληλεγγύη αποτελεί θεμέλιο των πολιτικών μας κοινοτήτων, πώς προκύπτουν οι δυσκολίες στη θεσμική της πραγματοποίηση; Το σημαντικότερο εμπόδιο είναι το εξής. Η κυβέρνηση, μέσω του δικαίου, βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην τυποποίηση των κοινωνικών σχέσεων μεταξύ των μελών της πολιτικής κοινότητας. Το δίκαιο της νεωτερικότητας μπορεί να αντιληφθεί τα υποκείμενά του μόνο υπό σαφώς οριοθετημένες ιδιότητες (χρεώστης· δανειστής· ιδιοκτήτης· ποινικά υπεύθυνος για συγκεκριμένο αδίκημα υπό συγκεκριμένες συνθήκες κ.ο.κ.). Αυτό καθίσταται δυνατό μόνο μέσω της αφαίρεσης στην οποία αντιστέκεται η αλληλεγγύη. Η αλήθεια είναι πως η ολοκληρωτική θεσμική πραγμάτωση της αλληλεγγύης υπ’ αυτές τις συνθήκες είναι αδύνατη και αυτό ίσως είναι ένα από τα μεγαλύτερα παράδοξα της ύστερης νεωτερικότητας. Από τη μία η νεωτερική μορφή κυβέρνησης προϋποθέτει αφαιρέσεις και κατηγοριοποιήσεις, από την άλλη η αλληλεγγύη στην οποία θεμελιώνεται η κυβέρνηση απαιτεί την κατάργησή τους.

Όμως το ότι η απόλυτη πραγματοποίηση των προσταγμάτων της αλληλεγγύης είναι αδύνατη δεν σημαίνει ότι μια προσέγγισή τους δεν είναι δυνατή, πόσο μάλλον ότι δεν πρέπει κάθε σύγχρονο δημοκρατικό κράτος να την επιδιώκει. Πώς είναι δυνατόν κάτι τέτοιο όμως; Όπως έχουν ήδη υποστηρίξει πολλοί, ένα πρώτο βήμα είναι η εισαγωγή πολυεπίπεδων μορφών οργάνωσης και ο εκδημοκρατισμός όλων των πεδίων της κοινωνικής συνεύρεσης. Ασφαλώς, αυτή η πορεία δεν θα είναι εύκολη· απαιτεί σκληρή δουλειά για να επιτευχθεί ο στόχος. Είναι όμως το κανονιστικό ιδεατό, το οποίο πρέπει να καθοδηγεί την οργάνωση του κράτους.

Μάλιστα, στην σημερινή ελληνική πραγματικότητα, ο δρόμος είναι ακόμη πιο δύσκολος λόγω των σαφών περιορισμών της δημοκρατικής κυριαρχίας, που ήρθαν ως αποτέλεσμα της παγίδευσης της χώρας στον μεταχηματισμό της οικονομικής εξάρτησης σε πολιτική εξάρτηση εκτός οποιουδήποτε δημοκρατικού πλαισίου. Αυτό όμως είναι ένας ακόμη λόγος για τον οποίο πρέπει να βρεθούν τρόποι να μειωθεί το χάσμα μεταξύ κράτους δικαίου και δημοκρατικής νομιμοποίησης.

Το δεύτερο πρόβλημα είναι ακόμη δυσκολότερο. Πώς μπορούν να γίνουν τα κινήματα αλληλεγγύης, τα οποία είναι ανεξάρτητα του κράτους, μέρος της κυβέρνησης; Ακόμη ένα παράδοξο μας περιμένει εδώ. Εάν η αλληλεγγύη αυτών των κινημάτων ερμηνευθεί ως το είδος πολιτικής αλληλεγγύης, που θεμελιώνει και το κράτος, τότε αυτόματα υπόκεινται σε επιταγές, συστατικό των οποίων είναι ο φορμαλισμός για τον οποίον μίλησα προηγουμένως. Για να το θέσω πολύ απλά, σε αυτή την περίπτωση, τα κινήματα αλληλεγγύης γίνονται, υπό μία έννοια, όργανα του κράτους. Κάτι τέτοιο όμως παρανοεί αυτά τα κινήματα, τα υποβιβάζει σε κάτι διαφορετικό, κάτι που δεν αναγνωρίζουν και οι ίδιοι οι συμμέτοχοι σ’ αυτά. Ως αποτέλεσμα είναι αναπόφευκτες οι συγκρούσεις μεταξύ κρατικής δράσης και αλληλέγγυων κινημάτων. Αναλογιστείτε, για παράδειγμα, τις περιπτώσεις όσων διώχθηκαν ποινικά για μεταφορά μη νόμιμων αλλοδαπών μεταναστών, όταν μετέφεραν πρόσφυγες σε ασφαλέστερα σημεία.

Από την άλλη, η ερμηνεία των κινημάτων αλληλεγγύης ως μη πολιτικών αποτελεί επίσης παρανόηση τόσο των κανονιστικών τους θεμελίων όσο και του πώς αντιλαμβάνονται την πράξη τους οι συμμέτοχοι σ’ αυτά. Είναι έτσι επίφοβο να υποβιβαστούν ή σε κάτι το οποίο δεν έχει σχέση με την αλληλεγγύη, όπως η φιλανθρωπία, είτε σε διαφορετικές μορφές αλληλεγγύης οι οποίες βασίζονται απλώς στην καλή θέληση των συμμετόχων ή σε ηθικούς κανόνες εκτός πολιτικής. Ακόμη χειρότερα, υπάρχει ο κίνδυνος να γίνει κατάχρηση της ιδέας της αλληλεγγύης ώστε να ιδιωτικοποιηθούν βασικές δημόσιες υπηρεσίες μέσω της εκχώρησης της οργάνωσης και διοίκησής τους από το κράτος σε ομάδες πολιτών-καλοθελητών, πρόθυμων να υποκαταστήσουν το «δυσκίνητο» και «αναποτελεσματικό» κράτος.

Αυτό ακριβώς έγινε, π.χ., στη Μεγάλη Βρετανία με την περίφημη ιδέα της Big Society του Ντ. Κάμερον. Στη θεωρία, σκοπός της Big Society ήταν η ενίσχυση και προώθηση μαζικής συμμετοχής στα κοινά μέσω της κινητοποίησης των πολιτών και της αξιοποίησης της δυναμικής διαφόρων μη κρατικών οργανώσεων. Η εφαρμογή της, όμως, ούτε λίγο ούτε πολύ εξαντλήθηκε στη δημιουργία των λεγόμενων «ελεύθερων σχολείων», τα οποία χρηματοδοτούνται από το κράτος αλλά διοικούνται από ομάδες πολιτών και απολαμβάνουν ελευθερίες που δεν είναι διαθέσιμες σε δημόσια σχολεία. Ο σχεδιασμός τους είναι όμως τέτοιος που η πλειονότητά τους διοικείται είτε από θρησκευτικές οργανώσεις είτε από ομάδες ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων, δημιουργώντας έτσι νέες διαιρέσεις στο εκπαιδευτικό σύστημα και τις τοπικές κοινωνίες.

Εν κατακλείδι, ναι, η αλληλεγγύη, που αποτελεί θεμέλιο των σύγχρονων δημοκρατικών κρατών έτσι κι αλλιώς, μπορεί και πρέπει να εισαχθεί και θεωρητικά και πρακτικά στην καρδιά της κυβέρνησης, του κράτους. Αυτή η σύνδεση όμως πρέπει να γίνει πολύ προσεκτικά έτσι ώστε να μην αμβλυνθεί η έννοια και η πρακτική της αλληλεγγύης αλλά και να είναι αποτελεσματική ως αντίβαρο στα μέτρα του μνημονίου. 

Ο Μανώλης Μελισσάρης διδάσκει φιλοσοφία δικαίου και ποινικό δίκαιο στο London School of Economics and Political Science. Αυτή την εποχή εκπονεί μονογραφία υπό τον τίτλο «Solidarity and Punishment» (Αλληλεγγύη και Ποινή).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s