Η αντίσταση της πολιτικής

Standard

του Μιχάλη Μπαρτσίδη

Με τις εκλογές του Σεπτεμβρίου έχει κλείσει ένας κύκλος ιστορικών γεγονότων και μπορεί να προβεί κανείς σε έναν πρώτο απολογισμό. Θα υποστηρίξω, εντελώς σχηματικά εδώ, μια ερμηνεία της ευρείας εκλογικής υποστήριξης του ΣΥΡΙΖΑ με βάση την «πολιτική της αξιοπρέπειας», η οποία έδωσε πνοή και κινητοποίησε ξανά, αν και όχι τόσο παθιασμένα όπως πριν, ένα μέρος του λαού.

Φωτογραφία: European Press Photo Agency

Οι συνηθέστερες ερμηνείες και στάσεις έναντι της τελικής κατάληξης της επτάμηνης πορείας βασίζονται σε μια κοινή περιγραφή όπου, μέσα από σκαμπανεβάσματα και αντιστροφές, διακρίνονται δυο περίοδοι του ΣΥΡΙΖΑ που χωρίζονται με μια τομή: το νέο μνημόνιο. Ο «μνημονιακός Τσίπρας» δεν έχει καμιά σχέση με τον «ανατροπέα» του Ιανουαρίου, μετέτρεψε το Όχι του δημοψηφίσματος σε Ναι, δεν τήρησε τις υποσχέσεις του, συμμορφώθηκε στις υποδείξεις της τρόικας, εγκλωβίστηκε εθελουσίως στην παγίδα που του έστησαν, σπέρνοντας την απογοήτευση, την ήττα και την καταστροφή. Μέγιστη συνέπεια, η απώλεια του ηθικού πλεονεκτήματος της Αριστεράς με το οποίο άξιζε κανείς να στρατεύεται, να μάχεται, να δίνει νόημα στη ζωή του.  Από την αρχή της σύντομης προεκλογικής περιόδου, οι εξ αριστερών σφοδρές κριτικές εκδιπλώνουν τις πρωτο-μοντερνιστικές βεβαιότητές τους βασιζόμενες σε οφθαλμοφανή στοιχεία και γεγονότα που πείθουν για την ασυνέπεια και προδοσία του Όχι της αντίστασης.  Σφοδρές βεβαιότητες που όσο δυνατά χτυπούν τόσο χάνουν και το δίκιο τους, αρνούμενες να σκεφτούν τη συνθετότητα της ιστορικής κατάστασης που μπορεί να αποκληθεί «ελληνική ανωμαλία».

Το ενδεχόμενο ο Τσίπρας να διεκδικήσει το Όχι του δημοψηφίσματος θεωρούνταν αδιανόητο, κάτι που ο ίδιος δεν  μπορεί και δεν θέλει να κάνει. Στα μάτια της ελληνικής μαρξιστικής και εν γένει αντιστασιακής κουλτούρας μια τέτοια δυνατότητα φάνταζε αδύνατη. Ήταν αδιανόητη επίσης και  για τους εκ δεξιών «ορθο-λογικούς» αντιπάλους του, οι οποίοι έπλεαν πλέον στα ήσυχα νερά της μοναδικής λύσης του μεγάλου κυβερνητικού συνασπισμού. Το μέλλον ήταν ευανάγνωστο: έπρεπε απλώς να περιμένουμε την κατάρρευση του αφομοιωνόμενου ΣΥΡΙΖΑ.

Και όμως, αντί της δικαίωσης των αμφίπλευρων όμοιων κριτικών, συνέβη το αδιανόητο: ο Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ, διαπιστώνοντας ότι το κεντρικό σύνθημα νέο/παλιό, το αντιδεξιό μέτωπο και το ανοίκειο «ψηφίζουμε για πρωθυπουργό» δεν ήταν αρκετά,  επανήλθαν στη γραμμή της αξιοπρέπειας, διεκδίκησαν εντονότερα την κληρονομιά του Όχι. Έλεγε, λχ. ο Α. Τσίπρας στην Πάτρα, στις 16.9.2015.

«Η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία του Όχι είναι παρούσα, ενεργή και αποφασισμένη. Για να μην ακυρώσει η ψήφος μας στις 20 Σεπτέμβρη τη μεγάλη κατάκτηση της 5ης του Ιούλη. Την αξιοπρέπεια, τη περηφάνια και την αποφασιστικότητα να υπερασπιστούμε το δίκιο του λαού μας…».

Η πολιτική και ηθική στρατηγική της αξιοπρέπειας, την οποία λοιδώρησαν ορθο-λογικοί και νεοφιλελεύθεροι με τη μαλλιαρή ατάκα «μετά την πετυχημένη διαπραγμάτευση τώρα θα φάμε αξιοπρέπεια», αποτέλεσε το ισχυρό στοιχείο συνέχειας και στενής σχέσης του ΣΥΡΙΖΑ με τους λαούς της Ελλάδας σε κοσμοπολιτικό φόντο. Η κατασκευή του πολιτικού λόγου του Α. Τσίπρα με βάση την αξιοπρέπεια ξεκίνησε με τις Πλατείες του 2011 οδηγώντας έως το «δημοψήφισμα της αξιοπρέπειας» τον Ιούλιο του 2015. Ο λόγος αυτός υπερασπίζεται την αξιοπρέπεια των «υπό-χρεων υποκειμένων» έστω και αν –ή ακριβώς επειδή– μετατοπίζει τις ποικίλες σημασίες της, αναπτύσσοντας όλη την γκάμα της αμφισημίας της: την πατριωτική, την προσωπική και κυρίως την αξιοπρέπεια των κοινωνικών δικαιωμάτων, δηλαδή την ισο-ελευθερία. Ο ΣΥΡΙΖΑ υπερασπίζεται το Όχι στη λιτότητα στην Ευρώπη, διεκδικεί την κληρονομιά του Όχι του δημοψηφίσματος, διατηρώντας την ίδια ηθικο-πολιτική στρατηγική σε όλες τις διακριτές φάσεις των ταραγμένων χρόνων που διανύουμε. Εκεί που άλλες οπτικές διακρίνουν αναλυτικά την τομή ανάμεσα σε ΣΥΡΙΖΑ 1 και 2, εμείς παρακολουθούμε την πολιτική συνέχεια: αρθρώνοντας μια πολιτική αναφοράς στα δυο κορυφαία ιστορικά συμβάντα, Πλατείες και Δημοψήφισμα, διατηρεί, έστω και με δυσκολία όπως φαίνεται, το ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς  — αν  μ’ αυτό εννοούμε μια πολιτική ηθική και όχι ηθικολογία.

Οι εξ αριστερών κριτικές εστιάζονται στην τομή· μήπως  εμείς, εδώ, εξαλείφουμε τις διαφορές; Το αντίθετο, πιστεύω: τα ενικά συμβάντα αντίστασης αρθρώνονται σε μια νέα πολιτική της «αντίστασης στα σημεία», αντί για μια διαχρονική «αντίσταση της άρνησης», όπως εκείνη που μάθαμε από τη γενιά του Γλέζου. Η πρώτη επικράτησε της δεύτερης, το φετινό καλοκαίρι, παρέχοντας ένα σπουδαίο παράδειγμα ιστορικότητας της πολιτικής και των υποκειμένων της: δεν φέρει κανέναν «επαναστατικό» ενθουσιασμό, επι-τέλεσε ωστόσο  μια τεράστια ανακούφιση και συναισθηματική απελευθέρωση. Αντί της «πολιτικής της αντίστασης» αναδείχθηκε η αντίσταση της πολιτικής που επουλώνει το τραύμα για να προχωρήσουμε μπροστά. Δεν αδικώ τους αριστερούς της ΛΑΕΝ για την αποτυχία τους, αφού βρέθηκαν αντιμέτωποι με τα ιστορικά όρια μιας ολόκληρης πολιτικής κουλτούρας.

Δεν με ενδιαφέρει να εξετάσω τις προθέσεις του ηγέτη αλλά τι από την ρητορική του συναντάται με τα ενδιαφέροντα και τις επιθυμίες του κόσμου. Δεν επρόκειτο, λοιπόν για μια δευτερεύουσα, παράλογη ή αντιπαραγωγική «παράσταση», διότι η αξιοπρέπεια που αποκτήθηκε από την αντίσταση στα σημεία δίνει κουράγιο και χώρο στον λαό να αντιμετωπίσει αυτή την περίοδο της «υποταγής στα μνημόνια». Η ρητορική του ηγέτη δεν είναι ψέμα και παραπλάνηση, αλλά εκφράζει κάτι θετικό και όχι χαμένη ελπίδα· είναι η «αντήχηση» της φωνής των λαών που έρχεται από τα κάτω και ζητά αξιοπρέπεια. Η συνάντηση συνιστά την κατεξοχήν πράξη, στη στιγμή της φαίνεται και παράγεται η πολιτική αλήθεια, δηλαδή η πραγματικότητα και η δύναμη αυτής της πολιτικής. Η διεκδίκηση του Όχι του δημοψηφίσματος ήταν η καμπή, ενώ η υπόλοιπη καμπάνια του ΣΥΡΙΖΑ φλυαρούσε για το νέο, όπως φλυαρούσαν και οι αντίπαλοί του για λαϊκισμό, εξαπάτηση, προδοσία, ανεντιμότητα, μη τήρηση των υποσχέσεων εκ μέρους του. Σ’ αυτή τη συνάντηση παράγεται και η ηθική χροιά αυτής της πολιτικής, τολμώ να πω δε ότι αυτό που στους αριστερούς φαίνεται ως δευτερεύον μπροστά στο τραύμα της συμφωνίας, στον υπόλοιπο κόσμο συνιστά μια πολιτική ηθική της αξιοπρέπειας.

O  Μιχάλης Μπαρτσίδης είναι δρ φιλοσοφίας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s