Η κρυφή γοητεία των δημοσκοπήσεων

Standard

του Γιάννη Κωνσταντινίδη

Προφανώς, αυτή δεν είναι η καταλληλότερη χρονική στιγμή για τη συστηματική παράθεση επιχειρημάτων υπέρ της αξίας της διεξαγωγής ερευνών κοινής γνώμης πριν ή μετά από μια εκλογική αναμέτρηση. Πολιτικοί, μίντια και πολίτες καταφέρονται εναντίον του εργαλείου και, κυρίως, των διαχειριστών του τεχνικού αυτού εργαλείου, ισχυριζόμενοι ότι έπεσαν θύματα απάτης ή, στην καλύτερη περίπτωση, ανεπάρκειας των δημοσκοπικών εταιρειών να εκτιμήσουν ορθώς τις εκλογικές τάσεις που καταγράφηκαν τελικά στην κάλπη της 20ής Σεπτεμβρίου. Οι αδυναμίες των δημοσκοπικών εκτιμήσεων της τελευταίας περιόδου είναι αυταπόδεικτες, παρότι θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αφορούν το σύνολο των ανθρώπων που λειτουργούν στον χώρο και συνεπώς δε θα πρέπει να αδικούνται από μια ισοπεδωτική κρίση για τους πάντες· και αξίζει να ανιχνευτούν και δημοσίως, καθότι οι συνέπειές τους διαθλώνται στη δημόσια σφαίρα. Ωστόσο, προτού ανιχνεύσουμε τα τεχνικά σημεία, πρέπει, πρώτα, να στηλιτεύσουμε την υποκρισία που κρύβεται πίσω από τις κραυγές πολιτικών κομμάτων, δημοσιογράφων και ψηφοφόρων εναντίον των δημοσκοπήσεων.

Ας μείνουμε για μια στιγμή στο τελευταίο σημείο, γιατί κατά τη γνώμη μου σχετίζεται με την ερμηνεία των αδυναμιών των ίδιων των εκτιμήσεων. Η μετατροπή ενός ερευνητικού ευρήματος, της μέτρησης των εκλογικών προτιμήσεων σε μία δεδομένη στιγμή, σε πολιτικό γεγονός πρώτου μεγέθους δεν είναι προϊόν στόχευσης των δημοσκόπων. Ο πολιτικός και ο μιντιακός κόσμος αποζητά με τρόπο υπερβολικό τη δημοσκοπική αποτύπωση και, την ίδια στιγμή, αποδίδει δυσανάλογα μικρή προσοχή στα τεχνικά σημεία, τα όρια της στατιστικής και τη σημασία της πολιτικής ανάλυσης των αριθμών. Η κοινή γνώμη, γοητευμένη από την απλότητα των αριθμών και μαθημένη στη θεώρηση του πολιτικού ανταγωνισμού ως μάχης εντυπώσεων με έπαθλο τη διαχείριση του κράτους, βρίσκει στα δημοσκοπικά γραφήματα την πληροφορία που επιθυμεί να καταναλώσει. Για τον μύθο των δημοσκοπήσεων, με άλλα λόγια, η ευθύνη δε βαραίνει πρωτίστως τους επαγγελματίες του χώρου. Ένα τμήμα της ηχηρής αποτυχίας των δημοσκοπήσεων βρίσκεται ακριβώς στην υπερφίαλη ανάγνωση των ευρημάτων τους και στην κατασκευή υπερβολικών προσδοκιών από τους αποδέκτες των δημοσκοπικών ευρημάτων. Όσο υψηλότερες οι προσδοκίες τόσο μεγαλύτερο το χτύπημα από την πτώση.

Ας έρθουμε όμως και στα αμιγώς τεχνικά σημεία, τα οποία και χρήζουν της προσοχής της κοινότητας των δημοσκόπων. Κομβικά σημεία στην υλοποίηση μιας έρευνας κοινής γνώμης είναι η δειγματοληψία, η στάθμιση και η μετάφραση των αριθμών σε τάσεις και ενδείξεις συμπεριφορών. Και στα τρία αυτά στάδια, ο ερευνητής καλείται να επιλέξει μεταξύ ορισμένων διαθέσιμων και διεθνώς αποδεκτών γραμμών πλεύσης, δηλαδή διαφορετικών τύπων δειγματοληψίας, στάθμισης και μοντέλων ερμηνείας της εκλογικής συμπεριφοράς. Πρέπει να τονιστεί ότι όλες οι διαθέσιμες επιλογές στηρίζονται είτε σε μια προηγούμενη εμπειρία είτε σε μια καταγεγραμμένη στη διεθνή βιβλιογραφία επιχειρηματολογία και, υπ’ αυτή την έννοια, δεν αποτελούν κατασκευές που υπηρετούν το ένα ή το άλλο συμφέρον. Ωστόσο, οι επιλογές θα πρέπει να αξιολογούνται συναρτήσει της κάθε συγκυρίας· και όλες οι επιλογές δεν είναι το ίδιο πετυχημένες σε κάθε περίσταση.

Αναφορικά με το ζήτημα της δειγματοληψίας, οι επιλογές του δειγματοληπτικού πλαισίου, δηλαδή των λιστών από τις οποίες επιλέγονται με τυχαίο τρόπο οι τηλεφωνικοί αριθμοί για τις κλήσεις μιας έρευνας, μπορούν να μειώσουν ή να αυξήσουν σφάλματα που σχετίζονται με τη μη συμπερίληψη ομάδων του πληθυσμού στο δείγμα. Στο στάδιο της στάθμισης, οι επιλογές είναι ακόμα πιο κομβικές, καθώς οι λεγόμενες «άγκυρες», δηλαδή τα στοιχεία έναντι των οποίων επιχειρείται να στοιχηθεί ένα δείγμα μπορεί να μην είναι αρκούντως σταθερά. Και αν αυτό δεν δύναται να συμβαίνει με τη λεγόμενη δημογραφική στάθμιση, με την οποία το δείγμα παίρνει τη μορφή του πληθυσμού ως προς τα δημογραφικά του χαρακτηριστικά, μπορεί να συμβεί με την πολιτική στάθμιση, σύμφωνα με την οποία το δείγμα παίρνει τη μορφή του εκλογικού σώματος ως προς τις εκλογικές προτιμήσεις του σε μια προηγούμενη κάλπη, με τον τρόπο όμως που αυτή καταγράφεται στη δημοσκοπική κάλπη από τους ίδιους τους ερωτώμενους. Αν η απόκλιση μεταξύ καταγραφής και πραγματικότητας είναι τελικά μεγάλη, τα θεμέλια της στάθμισης είναι αρκετά σαθρά.

Τέλος, οι αριθμοί που παράγονται από τις εκτιμήσεις ενός στατιστικού απαιτούν πάντα και τη μετάφρασή τους, η οποία πάλι γίνεται στη βάση προσδιορισμένων μοντέλων ερμηνείας της εκλογικής συμπεριφοράς. Ο ερευνητής θα πρέπει να συγκρίνει τις συνθήκες μιας εκλογικής αναμέτρησης με αυτές προηγουμένων στην ίδια χώρα ή αλλού και να επιλέγει στη βάση ομοιοτήτων και αξιολογικής σύγκρισης των μοντέλων. Δεν μπορεί να παραθέτει απλώς αριθμούς με δεκαδικά ψηφία! Τα ποσοστά μιας δημοσκόπησης κρύβουν από πίσω τους πολιτικά δικαιολογήσιμες συμπεριφορές. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η κρυφή γοητεία των δημοσκοπήσεων, όχι στα γραφήματα, ούτε στους πηχυαίους τίτλος και τον επαγγελματικό ανταγωνισμό των εταιρειών ερευνών κοινής γνώμης.

Ο Γιάννης Κωνσταντινίδης διδάσκει πολιτική συμπεριφορά και μεθοδολογία πολιτικής έρευνας στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s