Ο πόλεμος ενάντια στην κλιματική αλλαγή

Standard

της Κεϊτ Αρόνοφ

Μετάφραση: Χάρης Κωνσταντάτος

Ο Μπέρνι Σάντερς έχει ήδη αποκαλέσει την κλιματική αλλαγή ως «τη μεγαλύτερη απειλή για την εθνική ασφάλεια» των ΗΠΑ. Πρώτα, στη διάρκεια του εναρκτήριου ντιμπέιτ των υποψηφίων των Δημοκρατικών στις 13 Οκτωβρίου. Και ένα μήνα μετά, στη συνέχιση του ίδιου ντιμπέιτ που προβλήθηκε, με συγκριτικά μικρότερη τηλεθέαση, λίγες ώρες μετά τις δολοφονικές επιθέσεις οκτώ Ευρωπαίων υπηκόων – μελών του ISIS στο Παρίσι:

«Η κλιματική αλλαγή σχετίζεται άμεσα με την άνοδο της τρομοκρατίας» είπε ο Σάντερς. «Αν δεν συσπειρωθούμε και δεν ακούσουμε τι λένε οι επιστήμονες, θα δούμε χώρες σε όλο τον κόσμο […] να διαγκωνίζονται για περιορισμένες ποσότητες νερού και καλλιεργήσιμης γης. Θα δούμε όλα τα είδη διεθνών συγκρούσεων».

Αυτές τις ημέρες, η γαλλική πρωτεύουσα φιλοξενεί την 21η ετήσια Διάσκεψη για το κλίμα (COP21). Ηγέτες από όλο τον κόσμο και ομάδες της κοινωνίας των πολιτών αναζητούν πώς θα περιοριστούν οι εκπομπές άνθρακα και, ιδεωδώς, η άνοδος της θερμοκρασίας.

Άρθουρ Ντόουβ, «Κόκκινος ήλιος», 1935

Άρθουρ Ντόουβ, «Κόκκινος ήλιος», 1935

Μετά την απόλυτη κατάρρευση των διαπραγματεύσεων το 2009 στην Κοπεγχάγη, η COP21 έχει χαρακτηριστεί ως η τελευταία ευκαιρία για τις κυβερνήσεις να συνομολογήσουν μια δεσμευτική συνθήκη που μπορεί να αποτρέψει τις χειρότερες συνέπειες της κλιματικής αλλαγής. Αυτό που συνδέει τις συνομιλίες για το κλίμα με την ειδεχθή επίθεση του ISIS δεν είναι κατ’ ανάγκη η ίδια η τρομοκρατία, όπως θα μπορούσαν να υποδηλώνουν οι δηλώσεις Σάντερς. Είναι το πώς ορισμένα επιθετικά, καλά εξοπλισμένα κράτη αντιδρούν σε αυτή, αλλά και σε οτιδήποτε άλλο προσλαμβάνουν ως υπαρξιακή απειλή.

Η στρατιωτικοποιημένη απάντηση των κυβερνήσεων της Γαλλίας και των ΗΠΑ στην τρομοκρατία αποτελεί μια ένδειξη για το πώς μπορεί να αντιδράσουν στην κλιματική κρίση που η διάσκεψη COP21 προσπαθεί να αντιμετωπίσει. Oι προοδευτικές δυνάμεις πρέπει να επισημάνουν τις συνδέσεις μεταξύ κλιματικής αλλαγής και πολιτικής αστάθειας — αλλά θα πρέπει επίσης να είναι σε επιφυλακή απέναντι σε συνταγές που συγχέουν το κλιματικό αδιέξοδο με την εθνική ασφάλεια.

Καταρχάς, ο Σάντερς μπορεί να υπερβάλλει, αλλά δεν κάνει εντελώς λάθος: η αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη ενδέχεται να έπαιξε ρόλο στην ενίσχυση του ISIS στη Μέση Ανατολή.

Το Υπουργείο Άμυνας και άλλοι έχουν επισημάνει ότι μεταξύ 2006 και 2010, η ξηρασία που προκλήθηκαν από την αλλαγή του κλίματος εξαφάνισαν το 70% του ζωικού κεφαλαίου των Σύριων αγροτών, οδηγώντας εκατοντάδες χιλιάδες οικονομικούς πρόσφυγες στις πολυσύχναστες πόλεις. Αντιμέτωποι με την έλλειψη πόρων, το πλήθος που διαμαρτυρόταν για την έλλειψη τροφίμων στράφηκε ενάντια στον αυταρχισμό του προέδρου Μπασάρ αλ Άσαντ και εξωθήθηκε προς θρησκευτικούς εξτρεμιστές οι οποίοι αποτέλεσαν «ό,τι δεν ήταν το κράτος» — διανέμοντας νερό, τρόφιμα και καύσιμα που δεν κατάφερε να δώσει ο Άσαντ.

Ωστόσο, το να εγκαθιστούμε αιτιώδεις σχέσεις μεταξύ κλιματικής αλλαγής και τρομοκρατίας παραμένει μια επικίνδυνη υπεραπλούστευση. Ο πόλεμος του Ιράκ, η σκληρή καταστολή των διαδηλώσεων από τον Άσαντ και η αισχρή κακοδιαχείριση των φυσικών πόρων της χώρας του αποτέλεσαν εξίσου –αν όχι περισσότερο– παράγοντες που επιδρούν στο πως εξελίχθηκαν οι προσπάθειες στρατολόγησης του ISIS. Ωστόσο, μακροπρόθεσμα, η υπόθεση για την σχέση μεταξύ κλιματικής αλλαγής και συγκρούσεων γίνεται πιο πειστική: με την πάροδο του χρόνου, όλο και συχνότερες περίοδοι ακραίων καιρικών φαινομένων απειλούν να αποσταθεροποιήσουν τον πλανήτη — οικολογικά, κοινωνικά, και πολιτικά.

Ωστόσο, ακόμη και η πιο ισχυρή διεθνής συμφωνία που θα μπορούσε να επιτευχθεί στην COP21 δεν θα έχει καμία επίδραση στην εξωτερική πολιτική τουλάχιστον για τις επόμενες δεκαετίες. Έτσι, ενώ ο ισχυρισμός πολλών ότι η COP21 θα μπορούσε να είναι «η πιο σημαντική σύνοδος για την ειρήνη στην ιστορία» δεν είναι λάθος, απαιτεί ταυτόχρονα και μια τεράστια υποσημείωση.

Το ότι τόσο πολλοί σήμερα θέτουν το ζήτημα της σχέσης μεταξύ υπερθέρμανσης του πλανήτη και εθνικής ασφάλειας, μάλλον προκαλεί το ερώτημα: Θα έπρεπε άραγε μια στρατηγική για το κλίμα να αποτελεί ταυτόχρονα και στρατηγική αντιμετώπισης της τρομοκρατίας;

Η απάντηση στις επιθέσεις του Παρισιού έδειξε μια κατεύθυνση για το κλιματικά αλλαγμένο μέλλον μας: κλιμάκωση πολέμων που δεν μπορούν να κερδηθούν, περισσότερα στρατιωτικοποιημένα σύνορα και επέκταση μιας κρατικής εξουσίας που τροφοδοτείται από εναγώνιους εθνικισμούς.

Στη Γαλλία, ο πρόεδρος Ολάντ κήρυξε τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης πρώτη φορά μετά τον πόλεμο της Αλγερίας το 1961, δίνοντας στις δυνάμεις ασφαλείας περισσότερες εξουσίες.

Ο Ολάντ ελπίζει επίσης να αναστείλει τη συμφωνία του Σένγκεν, που εδώ και τριάντα χρόνια επιτρέπει την ελεύθερη κυκλοφορία εντός των συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην άλλη μεριά του Ατλαντικού, οι New York Times κατηγόρησαν την CIA ότι εκμεταλλεύτηκε τις επιθέσεις στο Παρίσι ώστε να επεκτείνει περαιτέρω τον ήδη υπερτροφικό μηχανισμό ασφάλειας των ΗΠΑ.

Εν τω μεταξύ, η ατμόσφαιρα γύρω από τη διάσκεψη COP21 έχει γίνει τεταμένη — γεγονός διπλά ανησυχητικό λαμβάνοντας υπόψη το ρόλο που ιστορικά έχουν διαδραματίσει στη διαδικασία των COP οι παράπλευρες διαδηλώσεις, φεστιβάλ και δράσεις των κινημάτων.

Ήδη πριν από τις επιθέσεις, ο ΟΗΕ προγραμμάτιζε να χρησιμοποιηθούν 30.000 αστυνομικοί και να επανεισαχθούν έλεγχοι σε 285 σημεία κατά μήκος των συνόρων. Τώρα, ανακοινώθηκε ότι θα ακυρωθούν οποιεσδήποτε «δράσεις σε εξωτερικό χώρο» απ’ αυτές που είχαν προγραμματιστεί να συμπέσουν με τις διαπραγματεύσεις, καθώς και περισσότεροι περιορισμοί πρόσβασης στην άμεση περίμετρο των χώρων όπου θα διεξαχθούν οι συνομιλίες.

Επιπλέον, δεν έγιναν δεκτά πολλά αιτήματα δημοσιογράφων για διαπίστευση με τη δικαιολογία ότι ξεπερνούν την προβλεπόμενη χωρητικότητα. Τα ενισχυμένα μέτρα ασφάλειας σημαίνουν ότι οι φωνές για έναν εναλλακτικό δρόμο –έναν δρόμο που θα μας βοηθούσε να επιβιώσουμε της κλιματικής καταστροφής και προς ένα πιο δίκαιο, λιγότερο βίαιο κόσμο– θα παραμείνουν στο περιθώριο της COP21, αν ακουστούν και καθόλου. Όπως είναι αναμενόμενο, πρόκειται για τις φωνές που πιθανότατα πιέζουν και για μια πιο περιεκτική συμφωνία – η οποία θα απαιτούσε περισσότερες παραχωρήσεις από πλούσια κράτη όπως η Γαλλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Φωνές όπως αυτές, από κινήματα βάσης και έθνη εκτός του παγκόσμιου Βορρά, πάντα αγωνίζονταν να βρουν χώρο στις COP. Και ενώ τυπικά οι εκπρόσωποι από τον παγκόσμιο Νότο έχουν πρόσβαση στις διαπραγματεύσεις, η καταστολή από την γαλλική κυβέρνηση των δράσεων διαμαρτυρίας θα κάνει πολύ ευκολότερο τον έλεγχο της διάσκεψης από τους εκπρόσωπους του παγκόσμιου Βορρά.

Σε κάθε περίπτωση, τα πρόσφατα γεγονότα μπορεί να έχουν μικρή επίδραση σ’ αυτό που θα προκύψει από την COP: οι λεπτομέρειες του σχεδίου κειμένου που συζητούν οι αντιπρόσωποι έχουν καθοριστεί εδώ και μερικές εβδομάδες στη Γερμανία. Ακόμα κι έτσι όμως, το γεγονός ότι οι γαλλικές αρχές κάνουν ό,τι περνά απ’ το χέρι τους για να φιμώσουν τους διαφωνούντες στην COP21 είναι ασυγχώρητο και θα κάνει πιο δύσκολη την όποια προσπάθεια να πάει η συμφωνία πιο αριστερά. Οι πολιτικές δυνατότητες του Παρισιού δείχνουν ακόμα πιο ρηχές κι από όσο γνωρίζαμε.

Αν και οι πιθανότητες επίτευξης μιας πιο απαιτητικής και αναδιανεμητικής πορείας στην COP21 ήταν πάντα ελάχιστες, ο ζήλος Γαλλίας και ΗΠΑ να εντείνουν τα μέτρα ασφαλείας δείχνει επίσης πώς τα στρατιωτικά μεγαθήρια αντιμετωπίζουν την αστάθεια: με τη βίαιη προστασία των ελίτ και την ποινικοποίηση των υπόλοιπων, ειδικά όσων λένε ανοιχτά τη γνώμη τους.

Στον απόηχο των επιθέσεων του Παρισιού, ορισμένοι εξέφρασαν φόβους ότι η συζήτηση για τον ISIS και τις άλλες απειλές για την ασφάλεια θα εκτροχιάσουν τις συνομιλίες για το κλίμα. Από την άλλη, η εκ νέου έμφαση στην τρομοκρατία θα μπορούσε πραγματικά να εντείνει την προσοχή των ηγετών στις συνομιλίες για το κλίμα. Οι ακτιβιστές για το κλίμα, όμως, θα πρέπει να είναι πολύ δύσπιστοι απέναντι σε οποιαδήποτε κλιματική στρατηγική προσδένεται τόσο στενά στην προστασία εθνικών συμφερόντων.

Εν τω μεταξύ, το στρατιωτικό κατεστημένο στις ΗΠΑ επεξεργάζεται ιδέες αντιμετώπισης των επιπτώσεων της υπερθέρμανσης του πλανήτη, την οποία θεωρεί ως «επείγουσα και αυξανόμενη απειλή για την εθνική μας ασφάλεια».

Ο οδικός χάρτης του Πενταγώνου περιλαμβάνει σχέδιο αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής ως «πολλαπλασιαστή των απειλών»

Τον Φεβρουάριο, ένα σημείωμα ενόψει της COP21 από το τμήμα εθνικής ασφάλειας του Λευκού Οίκου επαναβεβαίωσε την πρόθεση της κυβέρνησης «να χαλυβδώσει μια διεθνή συναίνεση για το σταμάτημα της κλιματικής αλλαγής», τοποθετώντας ανάμεσα στις 8 «υψηλότερες στρατηγικές απειλές για τα συμφέροντα των ΗΠΑ». Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν φημίζονται για την ειρηνική αντιμετώπιση απειλών στην εθνική τους ασφάλεια. Η στάση τους απέναντι στην κλιματική αλλαγή δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι η έλλειψη τροφής, η άνοδος της θαλάσσιας στάθμης και οι φυσικές καταστροφές θα μπορούσαν να δημιουργήσουν από 200 εκατομμύρια έως 1 δισεκατομμύριο κλιματικούς πρόσφυγες αυτόν τον αιώνα. Με δεδομένη την επίσημα καθιερωμένη ξενοφοβία που χαρακτηρίζει την προσφυγική κρίση στην Ευρώπη, τις επερχόμενες προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ, καθώς και τα εθνικά αντανακλαστικά στις επιθέσεις του Παρισιού, δεν είναι πολύ δύσκολο να φανταστεί κανείς την κατασταλτική πολιτική του Παγκόσμιου Βορρά απέναντί τους.

Για να είμαστε σαφείς, η αδράνεια για το κλίμα παραμένει πάνω στο τραπέζι ως επιλογή σταθερά, στο Παρίσι και αλλού. Όμως, ορισμένα είδη δράσης είναι εξίσου τρομακτικά. Βέβαια, οι δύο επιλογές δεν είναι αμοιβαία αποκλειόμενες. Αν μια διεθνής συμφωνία δεν μετριάσει την υπερθέρμανση του πλανήτη, οι στρατιωτικές δυνάμεις ετοιμάζονται να αντιμετωπίσουν τις κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις της με τη βία.

Και τι γίνεται με το άλλο μονοπάτι — αυτό που θα έριχνε το βάρος για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής σε εκείνους που ευθύνονται δυσανάλογα, που θα κρατούσε τα ορυκτά καύσιμα στη γη, που θα προστάτευε εκείνους που θα πληγούν περισσότερο από την κλιματική αλλαγή; Η ευθύνη ανήκει στα κινήματα – όπως εκείνα που σταμάτησαν τον αγωγό Keystone XL, τις εξορύξεις της Shell στην Αρκτική, που αρνούνται τις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής από άνθρακα και τις εξορύξεις σε όλο τον κόσμο.

Τραγωδίες όπως αυτή στο Παρίσι έχουν παραλύσει ξανά τα κινήματα — θυμηθείτε πώς η 11η Σεπτέμβρη διέλυσε το «αντιπαγκοσμιοποιητικό» κίνημα της δεκαετίας του 1990. Ας μην αφήσουμε τις επιθέσεις στο Παρίσι και την στρατιωτικοποίηση που φέρνουν να κατακερματίσουν τα λαϊκά κινήματα.

Η COP21 παραμένει μια ευκαιρία για τα κινήματα. Το να διεκδικήσουμε το δικαίωμα στη δημοκρατική συμμετοχή εκεί –παρά τις προσπάθειες τις Γαλλικής κυβέρνησης– ορίζει πώς νοείται η ειρήνη έναντι του χάους. Τα κινήματα πρέπει να επιμείνουν στο να μείνει εκτός της εξίσωσης η στρατιωτικοποίηση. Και να στείλουν ένα καθαρό μήνυμα ότι ο «πόλεμος» ενάντια στην κλιματική αλλαγή δεν πρέπει να αποτελεί κυριολεξία.

Η Κate Aronof είναι ανεξάρτητη Αμερικανίδα δημοσιογράφος, συντονίστρια του New Economy Coalition, συνιδρύτρια του Fossil Fuel Divestment Student Network. Το κείμενο (εδώ δημοσιεύεται με περικοπές) δημοσιεύθηκε στο περ. «Jacobin», στις 30.11.2015.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s