Εξακολουθεί να διαθέτει κανονιστική ισχύ η «πολιτική ηθική»;

Standard

του Παναγιώτη Νούτσου

Οι αφορμές για τη συσχέτιση «πολιτικής» και «ηθικής» ουδέποτε εκλείπουν. Τι ενοχλεί αν ανακαλύπτουμε ότι κάνουμε σημειωτόν στο ίδιο σημείο; Δηλαδή στα συγκοινωνούντα δοχεία –που παραμένουν ξεχειλισμένα– «κοι­νω­νι­κής λογικής» και «πολιτικής λογικής». Γιατί κυρίως έτσι έχει αντίκρισμα η «poléthique» ως εμβολιασμός και διαρκής έλεγχος της δεύτερης από την πρώτη. Η επαγγελματοποίηση της πολιτικής υπήρξε σύμφυτη με τον υπολογισμό του «πολιτικού κόστους» και προϋπέθετε την αντικατάσταση της «αντικειμενικότητας» από την «αποτελεσματικότητα». Για τούτο ήταν σχεδόν πάντα χειραγωγήσιμη από τους «παράγοντες» της οικονομικής ζωής.

O Αλέξις ντε Τοκβίλ. Σκίτσο του Ονορέ Ντωμιέ, 1849

O Αλέξις ντε Τοκβίλ. Σκίτσο του Ονορέ Ντωμιέ, 1849

Όχι βέβαια πως τα πράγματα άλλαξαν ριζικά. Όσο όμως παραμένουν ενεργά τα κοινωνικά κινήματα και τροφοδοτούν την πολιτική κονίστρα με ανακλητούς εκπροσώπους τους μπορούν να περιορίζουν ό,τι απειλεί την όποια αυτονομία της πολιτικής. Ό,τι επιπλέον δεν της επέτρεπε να συνδέει το παρόν με το μέλλον. Δηλαδή, το καθεστώς της ανάγκης με το άνοιγμα των φτερών του υποκειμένου. Κοντολογίς, ό,τι φαίνεται να καθιστά σχεδόν ανέφικτη τη σμίκρυνση των διαφορών ανάμεσα σε εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους και τελικά την εξάλειψή τους.

Βέβαια, στο όνομα της «ηθικής» δεν αποκλείεται να εξακολουθήσει η εφαρμογή μιας πολιτικής, ιδίως των ηγεμονικών δυνάμεων, σύμφωνα με την οποία ο «σκοπός αγιάζει τα μέσα». Μόνο που ένας τέτοιος «εργαλειακός» λόγος εύκολα πια εγκαταλείπει το ηθικιστικό του επίχρισμα και απογυμνώνεται από την αξίωση της αυτοεκπλήρωσής του.

Για τούτο οι «εραστές» του κοινωνικού ως πολιτικού πεδίου μπορούν να παραμένουν ερασιτέχνες. Δηλαδή, χωρίς να παύουν ούτε στιγμή να δρουν με ευρεσιτεχνία, ως εξειδικευμένοι χειριστές της σκηνής των συγκοινωνούντων δοχείων «κοινωνικής λογικής» και «πολιτικής λογικής». Όσο ευρεία κι αν εμφανίζεται αυτή η σκηνή και όσα απρόοπτα κι αν εμπεριέχει, κυρίως αυτοί έχουν την ευχέρεια να διερμηνεύουν την κανονιστικότητα μιας συγκεκριμένης «πολιτικής ηθικής». Αυτής, δηλαδή, ας επαναλάβω το επιμύθιο, που συνδυάζει την κατανόηση της πραγματικότητας με την αξίωση υπέρβασής της.

Τι μπορεί να σημαίνει η «πολιτική ηθική» στο πλαίσιο, τουλάχιστον, μιας «τοπικής κοι­νωνίας»; Όλες οι συνιστώσες αυτού του ερωτήματος είναι επίδικες: «πολι­τι­κή», «ηθική», «πολιτική ηθική», «τοπική κοι­νωνία». Παρά τη θαυμαστή και από πολλές φορές έξαρση που γνώρισε η τελευταία και συνεχίζει να γνωρίζει η «το­πική κοινωνία» δεν υπονοεί σαφή πράγματα. Το ίδιο ισχύει, ίσως και πε­ρισ­­σότερο, για τη συζυγία «ηθικής» και «πολιτικής».

Ίσως η αφετηρία για μιαν απάντηση στο ερώτημα που έθεσα να βρί­σκε­ται στον τρόπο με τον οποίο γειώνονται, σε συγκεκριμένο τρόπο και χρόνο, κα­θορι­σμέ­νες εργασιακές συμπεριφορές. Έτσι λέγεται αβίαστα: «είναι για­τρός», «είναι δασκάλα», «είναι αρχιτεκτό­νισσα», «είναι πανεπιστημιακός» (για να αποκρύπτεται η ακριβής θέση στην ακαδημαϊκή ιεραρχία). Πώς όμως συ­γκροτείται η επαγγελματοποίηση της πολιτικής; Τι ακριβώς συμβαίνει με τη δραστηριότητα των τοπικών στελεχών σε κυβερνητικά κόμματα;

Πρόκειται για τους κρατικοδίαιτους επαγγελματίες της πολιτικής, την κο­ρυφή των οποίων, τους βουλευτές, καθαγίασε πριν από λίγα χρόνια η συνταγματική ανα­θε­ώρηση με το «ασυμβίβαστο» επαγγελματικής δραστηριότητας και βουλευ­τι­κής ιδιότητας. Όσο για το τοπικό επίπεδο, εκεί συντηρείται η δρώσα παρουσία των κομμάτων μέσω της πελατειακής σχέσης των «παραγόντων» με τα υψη­λό­τερα κλιμάκια («είναι κολλητός τού…»). Με δηλούμενη και κάποτε αμφισβη­τού­μενη την προ­σήλωση στην κομματική νομιμότητα οι χρήστες του «ξύ­λι­νου» ή του «εργαλειακού» λόγου εξαργυρώνουν οτιδήποτε συμβολικής αξίας διαθέτουν, για να εμφανίζονται κύριοι του κομματικού μικρόκοσμου.

Ο τρόπος βέβαια διασύνδεσης «τοπικού» και «εθνικού κράτους», «μι­κρό­κοσμου» και «μακρόκοσμου», αποτέλεσε εστία προβλημα­τι­σμού από την εποχή που συγκροτήθηκαν οι όροι ανάδυσης του νεότερου κράτους. Με αφορ­μή την πρόσφατη μετάφραση, θα μπορούσα να υπενθυμίσω ό,τι συναφώς διατυπώνεται στο De la mocratie en Amé­rique (1835). Τα θεωρήματα που υποβαστάζουν το κείμενο, δηλαδή η διά­κριση σε «état social» και σε «condition sociale», αφορούν στην αντιμετώπιση του «πολιτισμού» («civilisa­ti­on») ως μετάβασης από την «αριστοκρα­τία» στη «δη­μοκρατία», με τίμημα την «ατομικοποίηση» της κοινω­νίας και τη «cen­tra­li­sation» της κυβερνητικής εξουσίας, προς την οποία βέβαια εξισορροπείται η το­πική αυτονομία. Η πρόταξη της διαπλοκής «συγκεντρωτικών» στοιχείων, που προσιδιά­ζουν στη δημοκρατική μορφή διακυβέρνησης, και «επαρχιακών θε­­σμών» αριστοκρατικής καταγωγής νο­εί­ται ως ιστορικός συμβιβα­σμός («έντιμος υλισμός») που θα εγγυηθεί την αυτοδυναμία των ατόμων και θα ενεργο­ποιήσει τον «πατρι­ω­τι­σμό και τη θρησκεία» ώστε η «ολότητα των πολιτών» να στρέφεται προς τον «ίδιο στόχο». Σπεύδω να προσθέσω ότι η εντρύφηση με το έργο του Τοκβίλ υπήρξε ενασχόληση του πρόωρα χαμένου συναδέλφου, του αξέχαστου Σταύρου Κωνσταντακόπουλου, στη μνήμη του οποίου αφιερώνω το παρόν κείμενο. 

Ο Παναγιώτης Νούτσος διδάσκει κοινωνική και πολιτική φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s