«Εγώ δεν έκανα τίποτα, στην κουζίνα ήμουν»

Standard

Για την κατάθεση της Μπ. Τσέπε στη δίκη της ναζιστικής οργάνωσης NSU

Το 2011 αποκαλύφθηκε στη Γερμανία η δράση της ναζιστικής τρομοκρατικής οργάνωσης NSU (Εθνικοσοσιαλιστικό Υπόγειο Δίκτυο), με αφορμή την αυτοκτονία δύο από τα τρία μέλη του βασικού πυρήνα του, του Ούβε Μούντλος και του Ούβε Μπένχαρντ. Τρίτο μέλος ήταν η Μπεάτε Τσέπε, η οποία παραδόθηκε στην αστυνομία. Στη δίκη του NSU, που άρχισε πριν από δυόμισι χρόνια, βασική κατηγορούμενη είναι η επιζήσασα Τσέπε. Κύριο ζητούμενο για την Πολιτική Αγωγή και τους δικηγόρους των οικογενειών των δέκα δολοφονημένων και των πολλών άλλων θυμάτων των τρομοκρατικών επιθέσεων είναι να αποδειχτεί ότι οι δολοφονίες και τα χτυπήματα όχι μόνο ήταν προσεκτικά σχεδιασμένα από το NSU και το μεγάλο δίκτυο υποστήριξης που διέθετε σε ολόκληρη τη χώρα, αλλά και ότι μεγάλη ευθύνη φέρουν οι γερμανικές αρχές, οι οποίες επί πάνω από δέκα χρόνια έκλειναν τα μάτια στα ρατσιστικά εγκλήματα (εννιά από τα δέκα θύματα ήταν αλλοδαποί), θεωρώντας ότι ήταν «ξεκαθαρίσματα λογαριασμών» μέσα σε μεταναστευτικές κοινότητες.

Στις 9 Δεκεμβρίου η Τσέπε έσπασε τη σιωπή της με ένα κείμενο 53 σελίδων το οποίο ανέγνωσε στο δικαστήριο ένας συνήγορός της. Η ανακοίνωση για την επικείμενη δήλωση της Τσέπε είχε ερεθίσει, βεβαίως, τα γερμανικά ΜΜΕ, που την ημέρα εκείνη έκαναν ουρές προκειμένου να πάρουν διαπίστευση για τη δίκη, ώστε να καλύψουν την «κατάθεση» της Τσέπε, που αναμενόταν συγκλονιστική. Ωστόσο, άνθρακες ο θησαυρός (βλ. και «“Δεν ήξερε τίποτα» για τις δολοφονίες”», ΕφΣυν, 9.12.2015). Η δήλωση δεν ήταν παρά ένα σκηνοθετημένο μελό με το οποίο η Τσέπε προσπαθεί να παρουσιαστεί ως ανήξερη, ώστε να αποποιηθεί τις ευθύνες της.

Το κείμενο που μεταφράζουμε εδώ είναι η αντίδραση του γερμανικού Ερευνητικού Δικτύου «Γυναίκες και Ακροδεξιά» στη δήλωση της Μπεάτε Τσέπε (πηγή)

Iωάννα Μεϊτάνη

H Μπεάτε Τσέπε στο δικαστήριο

H Μπεάτε Τσέπε στο δικαστήριο

«Καλέ εγώ τίποτα δεν έκανα, στην κουζίνα ήμουν». Το παράθεμα είναι από φύλλο της κυριακάτικης Welt am Sonntag, τον περασμένο Ιανουάριο, και ανήκει στη Χίλντε Μίχνια, επόπτρια σε στρατόπεδο συγκέντρωσης των ναζί. Είναι συνταρακτικό πόσες αναλογίες υπάρχουν με τη δήλωση της Μπεάτε Τσέπε που αναγνώστηκε στο δικαστήριο στις 9.12.2015. Με διαφορετικά λόγια βέβαια, πάντως η βασική κατηγορούμενη στη λεγόμενη δίκη του NSU προσπαθεί να αποσείσει από πάνω της οποιαδήποτε ευθύνη για τους δέκα φόνους, τις πολλές βομβιστικές επιθέσεις και τις δεκαπέντε ληστείες που αποδίδονται στο NSU. Η Τσέπε χρησιμοποιεί με ανατριχιαστικό τρόπο το στερεότυπο της αφελούς γυναίκας που πέρασε δεκατρία χρόνια στην παρανομία και παρακολούθησε τους φόνους απλώς και μόνο από την αγάπη της για τους δυο άντρες θύτες. Στις 53 σελίδες της δήλωσής της η ίδια δεν εμφανίζεται ούτε στιγμή να έχει ενεργό ρόλο στα εγκλήματα.

Η κατηγορούμενη αιτιολογεί την υποτιθέμενη αθωότητά της επικαλούμενη συνήθη στερεότυπα για το γυναικείο φύλο. Ισχυρίζεται ότι έμεινε στη οργάνωση μόνο από τη συμπάθειά της για τους δυο άντρες και από τη συναισθηματική εξάρτηση που ανέπτυξε κατόπιν· η γνώση της για τους φόνους τής προκαλούσε μεγάλο συναισθηματικό βάρος. Δεν πήγε να μιλήσει στην αστυνομία, μόνο και μόνο γιατί ανησυχούσε για τους συναγωνιστές της. Για να εικονογραφήσει πόσο δύσκολα πέρασε, ανέφερε ότι παραμέλησε τη φροντίδα των γατιών της — μια σύγκριση που μας αφήνει άφωνες με την ψυχρότητά της απέναντι στα θύματα της δολοφονικής τρομοκρατίας που σκόρπισε το NSU.

Ωστόσο, η βασική στρατηγική της Τσέπε δεν μας κάνει εντύπωση, αν και λειτούργησε υπερβολικά καλά για υπερβολικά μεγάλο διάστημα. Το γεγονός ότι οι τρεις φανατικοί ακροδεξιοί κατάφεραν για πάνω από μια δεκαετία να ληστεύουν και να δολοφονούν ανενόχλητοι οφείλεται κατά κύριο λόγο στην απροθυμία των αρμόδιων υπηρεσιών να ερευνήσουν τις εκάστοτε υποθέσεις. Η φυσικότητα με την οποία η Τσέπε εντασσόταν στην καθημερινή ζωή της τοπικής κοινωνίας εξηγείται με το κοινωνικό πλαίσιο που είχε κατασκευάσει η ίδια, στο οποίο παρουσιαζόταν ως φιλενάδα και αδελφή των δύο αντρών. Διατηρούσε έτσι μια μικροαστική βιτρίνα, η οποία επέτρεπε στην οργάνωση να εκτελεί τα δολοφονικά της σχέδια. Χρόνια ολόκληρα λοιπόν το έμφυλα στερεοτυπικό οικοδόμημα της Τσέπε λειτουργούσε μια χαρά.

Ανανεωνόταν μάλιστα διαρκώς έως ότου αρχίσει η δίκη, εν μέρει και κατά τη διάρκειά της, μεταξύ άλλων με τη βοήθεια της μηντιακής κάλυψης. Με την αποκάλυψη της μακράς σειράς επιθέσεων και φόνων του NSU, στα ΜΜΕ και στη δημόσια συζήτηση κυριάρχησε για την Τσέπε η εικόνα της ανήξερης «φιλενάδας του τάδε», η οποία δεν χρησιμοποιούσε τα όπλα, απλώς τα καθάριζε. Αργότερα, καθώς προχωρούσε η δίκη ενάντια στην Τσέπε και τους τέσσερις συγκατηγορούμενους, η εικόνα ότι δεν γνώριζε τίποτα καταρρίφθηκε. Και τώρα έρχεται η ίδια η Τσέπε να επικαλεστεί την εικόνα μιας ψυχής παρασυρμένης από τα συναισθήματά της, τυφλωμένης από την πίστη για τον έρωτά της — σε αντίθεση με τον συγκατηγορούμενό της Ραλφ Βολέμπεν, ο οποίος δεν παραλείπει να τονίζει την πίστη του στα πολιτικά του ιδεώδη.

Πριν από τη δήλωση της Τσέπε, διάφορες γυναίκες της ακροδεξιάς σκηνής είχαν προσπαθήσει με τις καταθέσεις τους στο δικαστήριο να παρουσιαστούν ως οι ανήξερες σύντροφοι στο πλευρό πολιτικά ενεργών αντρών, θέλοντας να καλύψουν τα ασύστολα ψέματά τους με τον μανδύα του έμφυλου ρόλου τους. Με την τωρινή της δήλωση, η Τσέπε κλιμακώνει την τάση αυτή: από ολόκληρο το ακροδεξιό περιβάλλον κατονομάζει μόνο άντρες, των οποίων ο ρόλος και η συμμετοχή στο πλατύ δίκτυο υποστήριξης του NSU είναι ήδη γνωστά από προηγούμενες καταθέσεις, είτε πρόκειται για τον Μπραντ, αρχηγό μιας ακροδεξιάς αδελφότητας, είτε για τον ίδιο της τον ξάδελφο. Η διαφορά όμως τώρα είναι ότι κανείς δεν πείθεται από αυτή της τη σκηνοθεσία, κανείς δεν πιστεύει το σενάριο της «ανήξερης χωριατοπούλας». Τα στερεότυπα για τις γυναίκες στην ακροδεξιά έχουν υποστεί ρωγμές που αντέχουν στον χρόνο, οπότε μπορούμε να ελπίζουμε ότι η γνώση μας αυτή σιγά σιγά θα καθιερωθεί.

Για την κατηγορούμενη, η δήλωσή της έρχεται σε λάθος χρόνο. Γιατί ακόμη κι αν η δίκη του NSU ελάχιστα έχει συμβάλει ως τώρα στη διαλεύκανση των φόνων, ωστόσο η εξέταση των μαρτύρων έχει αποδείξει ότι η Μπεάτε Τσέπε σε καμία περίπτωση δεν ήταν αμέτοχη και εξαρτώμενη από τους άλλους, όπως θέλει να παρουσιάζει τον εαυτό της. Φυσικά και δεν ξέρουμε την «αλήθεια» για το παρασκήνιο των δολοφονιών και των επιθέσεων που διέπραξε το NSU – ωστόσο από τα αποσπασματικά στοιχεία που δίνει η Τσέπε γίνεται σαφές ότι δεν πρόκειται να ρίξει φως στα εγκλήματα. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι οι συγγενείς των θυμάτων έχουν το δικαίωμα να μάθουν γιατί ειδικά ο πατέρας τους, ο αδελφός τους, ο γιος τους δολοφονήθηκε εν ψυχρώ. Αντ’ αυτού, η κατηγορούμενη προσπαθεί να ξεπλυθεί μέσα από τα συνήθη στερεότυπα για τις γυναίκες.

Η Μίχνια, η επόπτρια στο στρατόπεδο συγκέντρωσης των ναζί, στην ερώτηση γιατί πιστεύει ότι βρίσκονταν όλοι αυτοί οι άνθρωποι στο στρατόπεδο, απαντάει: «Το γεγονός δεν με προβλημάτισε». Σύμφωνα με τη δήλωσή της, και η Τσέπε ήξερε ότι ο Μούντλος και ο Μπένχαρντ είχαν πάντοτε τα όπλα τους γεμάτα όταν έβγαιναν από το σπίτι — ο λόγος προφανώς δεν την απασχόλησε. Ούτε που σκέφτηκε ότι μπορεί να σκότωναν ανθρώπους. Κάπως έτσι επαναλαμβάνεται η ιστορία, με ανατριχιαστικό τρόπο…

ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ «ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΚΡΟΔΕΞΙΑ»

Μετάφραση: Iωάννα Μεϊτάνη

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s