Αλίευε και μη ερεύνα

Standard

 

του Παναγιώτη Νούτσου

Ας υποθέσουμε ότι ως «έρευνα» ορίζεται η «οποιαδήποτε συστηματική και δημιουργική εργασία που αναλαμβάνεται με σκοπό την επαύξηση του αποθέματος της γνώσης, συμπεριλαμβανομένης της γνώσης του ανθρώπου, του πολιτισμού και της κοινωνίας». Και αν πρόκειται για ορισμό του «ενωσιακού δικαίου», μπορούμε να μεταβούμε τυχαία σε μια χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να διαπιστώσουμε πώς η παλαιότερη, αποδιδόμενη ως χριστιανική εντολή: «Πίστευε και μη ερεύνα» έχει μετατραπεί σε: «Aλίευε και μη ερεύνα». Δηλαδή αν έχεις καλή «ψαριά» σε «προγράμματα» δεν χρειάζεται και να «ερευνάς»… Ή, από το ΕΣΠΑ των Βρυξελλών στο γειτονικό τους Spa, χωρίς αυτό να ενισχύει όσους και όσες εργάζονται με «μπλοκάκια» ως «επιστημονικοί συνεργάτες» και φορολογούνται ως «ελεύθεροι επαγγελματίες». Eννοώ έως ότου δεν θα έχουν ανακληθεί τα προγράμματα όπως τα γνωρίζαμε…

Paul Delvaux -  School of researchers (1958)

Paul Delvaux – School of researchers (1958)

Δίδουμε ένα παράδειγμα «επιχειρησιακού προγράμματος». Ό,τι δηλαδή θα μπορούσε να τιτλοφορείται: «Ανάπτυξη ανθρώπινου δυναμικού, εκπαίδευση και διά βίου μάθηση», το οποίο μάλιστα να περιλαμβάνει τέσσερις «επενδυτικές προτεραιότητες». Μόνο που δεν τηρείται εδώ η αναζωογονημένη λογική των «ορισμών», εφόσον και ως τυπικός όρος οι «δημόσιες επενδύσεις», στο πλαίσιο του οικονομικού προϋπολογισμού, υπονοoύν τη μέριμνα του κράτους να μετατρέψει –για λόγους δημοσίου συμφέροντος– το χρηματικό αποταμιευτικό κεφάλαιο σε πάγιο πραγματικό κεφάλαιο (εξοπλισμός, εγκαταστάσεις). Από την εποχή του Κέυνς, οι «δημόσιες επενδύσεις» («public investments») αποτελούν παραγωγικές πρωτίστως επενδύσεις, μεσοπρόθεσμες ή μακροπρόθεσμες, για τη δημιουργία δημοσίων αγαθών.

Επομένως, όσο «μεταφορικός» κι αν εμφανίζεται ο λόγος μιας προκήρυξης ενός τέτοιου «προγράμματος», η «ανάπτυξη ανθρώπινου δυναμικού» δεν μπορεί να εξαντλείται σε γενικόλογες και ταυτολογικές διατυπώσεις που αφορούν το «σχολείο του 21ου αιώνα», το «Νέο Σχολείο», το «Ψηφιακό Σχολείο» ή την «ενίσχυση της ποιότητας της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης», σε συνδυασμό μάλιστα με την «ενίσχυση της ποιότητας της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης» και χωρίς ποτέ να ορισθεί τι αποτελεί «ποιότητα» ως «πρωτεύουσα ιδιότητα» των βαθμίδων της εκπαίδευσης. Ιδού ορισμένα δείγματα ομόλογων «δράσεων». Αρχίζω με την «αναβάθμιση και τον εκσυγχρονισμό των γνώσεων και των δεξιοτήτων των εκπαιδευτικών», μέσα από το πρόσφορο εφαλτήριο της «διά βίου μάθησης» και χωρίς καμιά αποσαφήνιση των κύριων όρων αυτής της «δράσης». Μολονότι έχει συντομευθεί το τρίπτυχο της «ταξινομίας» Bloom ως προς τη γνώση, δηλαδή: «knowledge, intellectual abilities, and intellectual skills», δεν υποδεικνύεται πώς θα καταστούν «μετρήσιμες» ˗στη «λογική των μαθησιακών αποτελεσμάτων»˗ οι «γνώσεις» και οι «δεξιότητες» των εκπαιδευτικών. Ιδίως όταν η «ομάδα» που σχεδίασε αυτή την «ταξινομία», με πεδίο εφαρμογής αποκλειστικά ό,τι χρονικώς προηγείται της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, απέβλεπε στον έλεγχο του «γνωστικού τομέα» που εξαντλείται απλώς στην «περιορισμένης έκτασης δημιουργική σκέψη».

 Επιπλέον, τι θα σήμαινε «περαιτέρω ανάπτυξη του Εθνικού Πλαισίου Προσόντων»; Αυτό που η Υπηρεσία «Πιστοποίησης της ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση» υιοθέτησε, μετά από βάναυση «κακοποίηση» της «ταξινομίας» που μόλις μνημόνευσα, και το παρόν «επιχειρησιακό πρόγραμμα» προσπαθεί να επιβάλει ως «πιστοποίηση των αποκτώμενων προσόντων»; Δηλαδή, ως «βελτίωση της συνάφειας των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης με την αγορά εργασίας και τον επιχειρηματικό κόσμο»; Πολύ περισσότερο, τι εξαγγέλλεται ως «αξιολόγηση» στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, όταν ξεφυτρώνουν εκατοντάδες «evaluators» που σχεδόν δεν είχαν και δεν έχουν έως τώρα να καταθέσουν ούτε μία δημοσιευμένη γραμμή, βιβλίου ή έστω άρθρου, για τον υπό «αξιολόγηση» θεσμό; Δηλαδή, για ό,τι εδώ και δεκαετίες αποτέλεσε διεθνώς αυτοτελές γνωστικό αντικείμενο, με συμβολή σειράς κοινωνικών επιστημών στην οικεία θεματοποίηση, χωρίς αυτό να ταυτίζεται με τη λειτουργία και την πρακτική διεθνών «Οίκων Αξιολόγησης». Με προέχον όμως την αποτύπωση των υπαρκτών αναγκών και δυνατοτήτων του συνόλου των μερών του Πανεπιστημίου και όχι με την ανισοκατανομή διαφόρων «πριμ παραγωγικότητας», με προτάσεις μεμονωμένων μελών ΔΕΠ που ως «ερευνοδίαιτοι» επαγγελματίες του είδους είναι έτοιμοι από καιρό να τις καταθέσουν ακόμη και εντός δέκα ημερών, με τα μνημονευθέντα «αποθέματα» υπό μάλης…

Έτσι, δεν είναι παράξενο που κι αυτή τη φορά ένα τέτοιο «επιχειρησιακό πρόγραμμα», το οποίο θα διαρκέσει χρηματοδοτούμενο τουλάχιστον ώς το 2020, όσοι κι αν εγκριθούν ως  «ενδεικτικοί τύποι δράσεων», θα καταχωρίζεται ως «έρευνα», για να επιστρέψω στην αρχή του παρόντος κειμένου. Κι ακόμη περισσότερο, θα κατατάσσεται στη «βασική έρευνα» ως δήθεν «παραγωγή νέας γνώσης».

Προφανώς δεν μπορεί να παραμείνει ασχολίαστος ο τρόπος «παρουσίασης» του ερευνητικού μας έργου. Δηλαδή, αναρωτιέσαι ποιο από τις εκατοντάδες άρθρα ή ποιο από τα δεκάδες βιβλία σου χρωστάει την ύπαρξή του στον «Ειδικό Λογαριασμό Κονδυλίων Έρευνας» του Ιδρύματός σου ή σε ό,τι αρχικά  είχε  ονομαστεί  «Επιτροπή  Ερευνών». Γιατί ο απολογισμός μιας τριακονταπενταετίας «έρευνας και προσφοράς» γίνεται με μήτρα συλλογής και παρουσίασης των «δεδομένων» όσων διαχειρίστηκε αυτός ο «Ειδικός Λογαριασμός», με προϋπολογισμό μάλιστα πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ. Και παρά το γεγονός ότι μπορεί να γίνεται μνεία της «βασικής έρευνας», αυτή αντιμετωπίζεται με γνώμονα την «εφαρμοσμένη».

Χωρίς να μεμψιμοιρώ άστοχα, διαφαίνεται ευκρινώς ότι η «απορροφητικότητα» θα απορροφήσει κάθε ερευνητική ικμάδα, γεγονός που θα φαντάζει σύστοιχο με την υποχρηματοδότησή της (μόνο το 0,3% του ΑΕΠ). Κυρίως  όμως το  περίγραμμα του  Πανεπιστημίου  ως  εκπαιδευτικού  και ερευνητικού θεσμού, ιδιαίτερα ως πεδίου (ανα)παραγωγής της επιστημονικής γνώσης και με συγκεκριμένους όρους ως προς την ανάδειξή της σε «δημόσιο» αγαθό, ολοένα και δεν θα εμφανίζεται αυτονόητο.

Ειδικότερα, ως συνεπακόλουθο αυτής της «ιδιωτικοποίησης» του ΔΕΠ θα συνεχίσει η περιστολή του οικονομικού βάθρου των ανθρωπιστικών-κοινωνικών επιστημών. Ίσως μια πράξη διαφοροποίησης σ’ αυτήν την αναγωγή μας σε managers ανεύρεσης και διαχείρισης «ερευνητικών» προγραμμάτων να είναι η αποστολή όλων των δημοσιευμάτων μας στον «Ειδικό Λογαριασμό Κονδυλίων Έρευνας». Εκεί θα βρουν «evaluators» για να τα κοστολογήσουν. Ίσως έτσι θα δικαιωθεί ο Μπουρντιέ που ζητούσε να αξιολογείται εκ των υστέρων κάθε «ερευνητικό πρόγραμμα» και μετά να χρηματοδοτείται…

Ο Παναγιώτης Νούτσος είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s