Φεύγετε επιτέλους κιόλας;

Standard

Μικρός αποχαιρετισμός στον Γιάννη Αργύρη (1932-2015)

 του Μάνου Αυγερίδη

«Λιονταριού πιθήκου ζώδιο, πόζα αρχοντοκακομοίρη

Μ’ αγαπάν και με μισούνε και με λεν Γιάννη Αργύρη»

Γ. Α., «Είμαι»

Ο Γιάννης Αργύρης στις «Εσπερίδες»

Ο Γιάννης Αργύρης στις «Εσπερίδες»

Απόγευμα της Πρωτοχρονιάς, την ώρα της ανασυγκρότησης δηλαδή από το καθιερωμένο ξενύχτι της παραμονής, έτυχε να δω την είδηση στο alfavita.gr: «Έφυγε απ’ τη ζωή ο τραγουδιστής και στιχουργός Γιάννης Αργύρης». Κάπως παράδοξα –αφού η γενιά μου δεν διασταυρώθηκε ποτέ με την ιστορία του Nέου Kύματος– οι «Εσπερίδες», η μπουάτ που διατηρούσε επί 40 χρόνια, υπήρξαν ένας σημαντικός τόπος της εφηβείας και της μετεφηβείας μας, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς ανεβήκαμε (ως παρέα που ανακαλύπτει την Αθήνα) εκείνη την ανηφόρα στην Πλάκα και κατεβήκαμε τα στενά σκαλάκια της εισόδου για πρώτη φορά. Θυμάμαι όμως την ατμόσφαιρα και το συναίσθημα: σαν να έμπαινες σ’ έναν άλλο κόσμο – παλιό, τελείως ετοιμόρροπο, αλλά και κάπως μαγικό.

Από τότε, συχνά κανονίζαμε «να πάμε στη μπουάτ» (με μια φυσικότητα που θα ξάφνιαζε ίσως τους παλιότερους), για να χωθούμε στο σκοτεινό υπόγειο με τις χιλιάδες φωτογραφίες, να στριμωχτούμε με γνωστούς και άγνωστους στα τραπεζάκια ή στις μικρές κερκίδες στο πλάι, να δούμε τα παιδιά που παίζανε κιθάρα και τραγουδούσαν, να πιούμε τα ποτά μας και να φύγουμε περπατώντας (ή παραπατώντας), σίγουρα χαρούμενοι και ζαλισμένοι. Μερικές φορές κι ερωτευμένοι. Άλλωστε, η έξοδος στις «Εσπερίδες» αποτελούσε συνταγή βέβαιης επιτυχίας αν ήθελες να έρθεις πιο κοντά με το «πρόσωπο» που σε ενδιέφερε, τουλάχιστον τότε και σε εκείνη την ηλικία.

Κεντρική φιγούρα σ’ αυτό το σκηνικό ήταν ο Γιάννης Αργύρης, ένας παράξενος οικοδεσπότης, σαν τη μύγα μες το γάλα των εικοσάρηδων και τριαντάρηδων που γέμιζαν το μαγαζί∙ γέρος, ψηλός, με αστεία όψη και διαπεραστικό γέλιο. Με την (κλειστή πια) κορακίστικη φωνή του φώναζε «αίσχος!» μετά από κάθε τραγούδι και μας έλεγε μαζόχες, συμπληρώνοντας: «Ήθελα να ’ξερα ποιος σας ευχήθηκε καλή διασκέδαση και ήρθατε εδώ». Άλλοτε μας προέτρεπε «να κάνουμε ότι διασκεδάζουμε γιατί περνάει κόσμος» κι άλλοτε «να μην καπνίζουμε όλοι μαζί γιατί δεν αναπνέει καλά ο χώρος. Το μαγαζί, έλεγε, παλιά ήταν πιο υπόγειο, απ’ τον καπνό ανέβηκε». Δεν τον ακούσαμε ποτέ να τραγουδάει, δεν ξέραμε καν τα τραγούδια του κι ούτε τα μάθαμε ποτέ. Όταν ήταν καλά, ωστόσο, έπαιρνε το μικρόφωνο για να κάνει το νούμερό του που αποτελούνταν από (τα ίδια κάθε φορά) ανέκδοτα και αστεία, τις ίδιες ιστορίες. Εμείς περιμέναμε εκείνη τη στιγμή πάντα με ανυπομονησία. Για κάποιον περίεργο λόγο όσες φορές και να είχαμε ξανακούσει τις ατάκες του ξεκαρδιζόμασταν στα γέλια. Στο τέλος μας ξεπροβόδιζε κρώζοντας «Φεύγετε επιτέλους κιόλας;», χαρίζοντάς μας συγχρόνως ένα μεγάλο ζεστό χαμόγελο. Του το ανταποδίδαμε, σαν υπόσχεση ότι θα ξαναπάμε. 

Λυπήθηκα όταν έμαθα ότι το μαγαζί έκλεισε και μάλιστα με άσχημο τρόπο, πριν έντεκα-δώδεκα χρόνια. Θυμάμαι που λέγαμε τότε ότι χωρίς τις «Εσπερίδες» αυτός ο άνθρωπος δεν θ’ αντέξει για πολύ. Κάναμε λάθος· ο Γιάννης Αργύρης άντεξε, και την προπαραμονή της πρωτοχρονιάς του 2016, έφυγε, κι αυτός, επιτέλους κιόλας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s