Αντάρτης, από άλλο κόσμο, κυνικός, οραματιστής

Standard

Ντέιβιντ Μπόουι: Ο άνθρωπος που έπεσε στη Γη

του Αντριου Ο’Χεχάιαρ

μετάφραση: Γιάννης Χατζηδημητράκης

«Νόμιζα ότι πέθανες μονάχος, εδώ και πολύ, πολύ καιρό» τραγουδά ο ανώνυμος αφηγητής στο χαρακτήρα του The Man Who Sold the World, ενός από τα υποτιμημένα μίνι-αριστουργήματα της καριέρας του Ντέιβιντ Μπόουι. (ο Kurt Cobain προφανώς συμφωνούσε) «Ω όχι, όχι εγώ», έρχεται η απάντηση. «Ποτέ δεν έχασα τον έλεγχο». Ακόμη και σε οποιοδήποτε πλαίσιο των ‘70ς, αυτό μοιάζει σαν ένα σχόλιο ή αστείο για την ατελείωτη ικανότητα ή την ατελείωτη δίψα του Μπόουι για διαγραφή και ξαναγράψιμο του εαυτού του, για την ικανότητά του να ισορροπεί μεταξύ κυνισμού και ιδεαλισμού, μεταξύ καλλιτεχνικής αποστασιοποίησης και ποπ πάθους, χωρίς να είναι ψεύτικος σε κανένα. (Υπάρχουν στην πραγματικότητα δύο χαρακτήρες σε αυτό το τραγούδι; Ή ο άνθρωπος που πούλησε τον κόσμο μιλάει στον εαυτό του;)

Ο Μπόουι την ώρα που μακιγιάρεται σαν Ziggy Srardust, 1973. Φωτο: Ρότζερ Μπάμπερ

Ο Μπόουι την ώρα που μακιγιάρεται σαν Ziggy Srardust, 1973. Φωτο: Ρότζερ Μπάμπερ

Εάν ο Ντέιβιντ Μπόουι ήταν ο άνθρωπος που πούλησε τον κόσμο, ένας μυστικός πράκτορας ή ένας κατάσκοπος μέσα στην ποπ κουλτούρα, ήταν επίσης «Ο άνθρωπος που έπεσε στη Γη», ένας απονήρευτος εξωγήινος που αναζητούσε αγάπη και τροφή σε έναν εχθρικό πλανήτη. (Αυτός είναι ο τίτλος και ο κεντρικός χαρακτήρα, της ταινίας του Νίκολας Ρεγκ του 1976, στην οποία ο Μπόουι έκανε το ιδιόμορφο κινηματογραφικό του ντεμπούτο). Κάθε άρθρο που γράφτηκε για τον Μπόουι μετά την ανακοίνωση του θανάτου του, την Δευτέρα, τον περιγράφει ως ένα πλάσμα με ικανότητες μεταμόρφωσης ή ως έναν χαμαιλέοντα, αλλά δεν είναι σωστό να περιστρεφόμαστε γύρω από αυτό το αναπόφευκτο κλισέ. Μας προκαλούσε κάθε στιγμή να υπολογίσουμε την απόσταση μεταξύ του ανθρώπου και της μάσκας του, την προσωπικότητας και της περσόνας και να αναγνωρίσουμε ότι ποτέ δεν υπολογίσαμε την απόσταση ή καν το αν πραγματικά υπήρχε.

Σίγουρα δεν είναι άνευ σημασίας το ότι ο Μπόουι ήταν ένας καινοτόμος μουσικός που συνδύαζε επιδεξιότητα και ευελιξία, μια από τις μετρημένες στα δάχτυλα γνήσιες ιδιοφυΐες αυτής που ο ραδιοφωνικός παραγωγός Casey Kasem συνήθιζε να αποκαλεί «ρoκ εποχή». Αλλά ακόμα και οι υπερφυσικές μουσικές ικανότητες του ήταν μόνο ένα μέρος μιας δια βίου εκτέλεσης ή παρουσίασης του έργο τέχνης με το όνομα Ντέιβιντ Μπόουι. Αν οι όπερες του Ρίχαρντ Βάγκνερ αντιπροσώπευαν την ωραιότερη ένωση όλων των μορφών τέχνης (Gesamtkunstwerk) που ήταν δυνατή στα τέλη του 19ου αιώνα, η καριέρα του Ντέιβιντ Μπόουι στη μουσική, τη μόδα, το βίντεο, τον κινηματογράφο και το celebrity, έφτασε τόσο κοντά σε αυτό από οποιονδήποτε άλλο στα τέλη του 20ου αιώνα. Αν είχε ζήσει για πάντα –και νόμιζα ότι μπορούσε, όλοι το νομίζαμε– ίσως ο Μπόουι να είχε ασχοληθεί με μια εκτέλεση του Δαχτυλιδιού των Νιμπελούνγκεν του Βάγκνερ στην οποία θα έπαιξε όλα τα μέρη, μέσα σε μισή ώρα.

Ο Μπόουι ήταν μια εμπνευσμένη αλλά επίσης και εκνευριστική φιγούρα, η οποία πέρασε όλη την καριέρα της βρισκόμενη είτε ένα βήμα μπροστά από τον υπόλοιπο πολιτισμό, είτε σκόπιμα έξω από αυτόν. Ήταν hard-rocker, glam-rocker και ποπ σταρ, ο οποίος ασχολήθηκε με κάθε μουσικό είδος, από το μέταλ ως την ντίσκο. Ο συγκάτοικος μου στο κολλέγιο που άκουγε το Diamond Dogs κάθε μέρα (ενδιάμεσα της ακρόασης του πρώτου άλμπουμ των Van Halen) δεν θα άκουγε με τίποτα το Young Americans, το οποίο κυκλοφόρησε ένα χρόνο αργότερα, ή το Station to Station, λιγότερο από ένα χρόνο μετά. Αυτό ακούγεται πολύ κλισέ, αλλά οι επιρροές του Bowie προερχόταν από όλες τις πιθανές κατευθύνσεις. Άκουγε Στραβίνσκι, Beach Boys, bebop και Aretha Franklin, με την ίδια φανατική προσοχή. Ο ίδιος είχε ως πρότυπο την Μάρλεν Ντίτριχ και τον Όσκαρ Ουάλιντ και Άγγλους ερμηνευτές του μιούζικ χόολ και τον Τζέιμς Ντην και, δεν ξέρω, τον αντιήρωα κάποιου έργου του Στρίντμπεργκ που υπήρχε μόνο στη φαντασία του.

Ο Μπόουι φορούσε φορέματα και γυαλιστερά ελαστικά γυναικεία κουστούμια και κατά παραγγελία κοστούμια από το Χονγκ Κονγκ και ετοιματζίδικα δερμάτινα μπουφάν από το Σόχο. Σίγουρα δεν ανακάλυψε αυτός την αρσενική ανδρογυνία ή την ευλυγισία του φύλου (gender-bending) αλλά προώθησε αυτές τις εικόνες περαιτέρω και σε πιο διφορούμενο έδαφος, από οποιονδήποτε άλλο στην ποπ μουσική. Παρά το γεγονός ότι ο ίδιος υποστήριξε αργότερα ότι στη ζωή του ήταν ανέκαθεν ετεροφυλόφιλος, ο Bowie σαφώς καταλάβαινε ότι το θέμα δεν ήταν με ποίους έκανε ή δεν έκανε σεξ. Ο ίδιος πρωτοεφάρμοσε πολλές ιδέες σχετικά με την ρευστότητα της ταυτότητας του φύλου και του σεξουαλικού προσανατολισμού, που σταδιακά πέρασαν και στο mainstream. Βοήθησε στην δημιουργία μιας ριζοσπαστικής ρητορικής φύλου, που αργότερα θα ονομαστεί «queer».

Ο Μπόουι πέθανε όπως έζησε, και δεν εννοώ απλώς ότι τελείωσε ένα άλμπουμ και το κυκλοφόρησε πάνω στην ώρα, παρόλο που το χειρίστηκε τέλεια. Αυτό που εννοώ είναι ότι πέθανε δημιουργώντας ψευδαισθήσεις που δεν είναι ψευδαισθήσεις, υπενθυμίζοντάς μας ότι μπορείς να σταθείς σε κάποια απόσταση από κάποια πράγματα που ραγίζουν την καρδία και που δεν γίνεται να αλλάξουν: Ο θάνατος, η νιότη, η αγάπη, το ροκ εν ρολ. Μας είπε αυτή τη φορά αυτό που μας έλεγε από την αρχή, το οποίο είναι ότι μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε ότι τα όμορφα πράγματα είναι τεχνητά και κατασκευασμένα, και ότι όλο το νόημα είναι υποθετικό και μεταβατικό και ότι όλα τα πράγματα θα εξαφανιστούν και θα ξεχαστούν — και μπορούμε να το κάνουμε όλο αυτό χωρίς να προδώσουμε την πίστη μας στο αδύνατο.

Ο Μπόουι έπαιξε τον Νίκολα Τέσλα στην ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν Τhe Prestige, και υποψιάζομαι ότι είναι o καλύτερης και ο πιο τέλειος ρόλος στην εκκεντρική καριέρα του (σε μία από τις καλύτερες ταινίες του Νόλαν). Ο Τέσλα ήταν μια επιστημονική ιδιοφυΐα και εφευρέτης, ο οποίος δεν έβλεπε σαφή όρια ανάμεσα στη σφαίρα της επιστήμης και το βασίλειο της μαγείας και ο οποίος πίστευε ότι θα μπορούσαν να είναι διαφορετικές λέξεις για το ίδιο πράγμα. Ο Bowie ήταν μάγος και τεχνίτης στην ίδια λογική και ένα από τα πιο σημαντικά πολιτιστικά στοιχεία των τελευταίων 50 ετών. Αυτό που μερικές φορές αποκαλούμε μεταμοντέρνα συναίσθηση, ή «μετα-συνείδηση» –μια γνώση της κτιστότητας των πραγμάτων, της ατελείωτης εφευρετικότητα μας στη μίμηση ενός Θεού που δεν πιστεύουμε πλέον– δεν ήταν αστείο ή παιχνίδι για τον David Bowie. Ή αν ήταν, ήταν το αστείο που εξηγούσε τα πάντα, τόσο θαυμαστό όπως κάθε κόσμημα ή λουλούδι, το παιχνίδι που ενώνει τις ψυχές μας με τα αστέρια.

Ο Andrew O’Hehir είναι κινηματογραφικός κριτικός. Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περ. «Salon», στις 12.1.2016

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Αντάρτης, από άλλο κόσμο, κυνικός, οραματιστής

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s