Δεν απομένει τίποτα: το όραμα του Ντέιβιντ Μπόουι για την αγάπη

Standard

Ντέιβιντ Μπόουι: Ο άνθρωπος που έπεσε στη Γη

του Σάιμον Κρίτσλεϋ

μετάφραση: Δημήτρης Ιωάννου

Για τα εκατοντάδες χιλιάδες συνηθισμένα αγόρια και κορίτσια της εργατικής τάξης στην Αγγλία των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του 1970, εμού συμπεριλαμβανομένου, ο Μπόουι ενσάρκωνε κάτι λαμπερό, δελεαστικό, συναρπαστικό και μυστηριώδες: έναν κόσμο άγνωστων απολαύσεων και σπινθηροβόλας ευφυΐας. Μας πρόσφερε μια διέξοδο από τα προαστιακά κολαστήρια που μέναμε. Ο Μπόουι μας μιλούσε πιο πειστικά όσο πιο δυσαρεστημένοι ήμαστε με τα ρούχα που μας φορούσαν, όσο πιο κοινωνικά αλλόκοτοι και αποξενωμένοι. Απευθυνόταν σε όλους εμάς τους παράξενους, τα φρικιά, τους εκτός συστήματος και μας τραβούσε στον κόσμο του με μια πρωτοφανή οικειότητα. Και, παρότι γνωρίζαμε ότι αυτή ήταν ολοσδιόλου φαντασιωτική, εμείς τον ερωτευθήκαμε στ’ αλήθεια. Κι ήταν ένας έρωτας που, στην περίπτωσή μου, κράτησε 44 χρόνια.

Η λέξη «nothing» («τίποτα») είναι σαν ένα μάντρα διάσπαρτο σε ολόκληρο το έργο του Μπόουι, από το «hold on to nothing» («μην κρατιέσαι από τίποτα») του After All, από το The Man Who Sold the World, περνώντας από τα λαμπυρίζοντα, δυστοπικά οράματα του «Diamond Dogs» και το ρεφρέν «We’re nothing and nothing can help us» («Είμαστ’ ένα τίποτα και τίποτα δεν θα μας βοηθήσει») από το «Heroes», και μέχρι το πρόσφατο «Blackstar». Θα μπορούσε κανείς να βασίσει ολόκληρη ερμηνεία, και μάλιστα συνεκτική, ολόκληρου του έργου του Μπόουι απλώς εστιάζοντας σε αυτή τη μία λέξη, το τίποτα, και ιχνηλατώντας τις διαφορετικές χρήσεις της μέσα στα πολλά τραγούδια που τη χρησιμοποιεί. Το τίποτα βρίσκεται παντού στον Μπόουι.

Σημαίνει μήπως αυτό ότι ο Μπόουι ήταν κάποιου είδους μηδενιστής; Σημαίνει μήπως ότι η μουσική του, από την πολιτιστική αποσύνθεση του Diamond Dogs ως την καταθλιπτική ατονία του Low και την εμφανή μελαγχολία του Lazarus, είναι κάποιου είδους μήνυμα σκότους και καταστροφής;

Κάθε άλλο.

Ας πάρουμε το Blackstar, το άλμπουμ που, σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες, ο Μπόουι είχε σχεδιάσει να απευθύνει στους φίλους του ως μήνυμα από το υπερπέραν, και το οποίο εγώ και πολλοί άλλοι ακούμε κατά συρροή εδώ και μέρες. Στο τελευταίο κομμάτι, το I Cant Give Everything Away, του οποίου ο τίτλος (Δεν θα τα αποκαλύψω όλα) είναι μια απάντηση στους ακροατές που ρωτούσαν για το νόημα των στίχων του επί δεκαετίες, τραγουδά: 

Seeing more and feeling less

Saying no but meaning yes

This is all I ever meant

That’s the message that I sent.

 

(Πολλά έβλεπα κι ένιωθα λίγα

Έλεγα όχι μα ναι εννοούσα

Μόνο γι’ αυτό το νόημα πήγα

Μόνο αυτό επικοινωνούσα)

Μέσα στην αρνητικότητα του Μπόουι, κάτω από τον επιφανειακό μηδενισμό και πεσιμισμό του, κανείς μπορεί να διακρίνει ένα ξεκάθαρο Ναι, μια απόλυτη και ανεπιφύλακτη κατάφαση για τη ζωή σε όλη της τη χαοτική πολυπλοκότητα, αλλά και στις στιγμές που μας χαρίζει ανάταση και απόλαυση. Νομίζω πως, για τον Μπόουι, μόνο όταν απομακρυνθούμε από την πλαστότητα των κοινωνικών συμβάσεων, την κουτοπονηριά των οργανωμένων θρησκειών και την υποχρέωση ευτυχίας που καταδυναστεύει την κουλτούρα μας, που μπορούμε να ακούσουμε το Ναι που αντηχεί μέσα στη μουσική του.

Στον πυρήνα της μουσικής του Μπόουι και της φαινομενικής του αρνητικότητας, υπάρχει ένας βαθύς πόθος για επαφή και, πάνω απ’ όλα, για αγάπη.

Αυτό που αρνιόταν ο Μπόουι ήταν όλη η ανοησία, η πλαστότητα, τα συσσωρευμένα κοινωνικά νοήματα, τα έθη και ταυτοτικά αδιέξοδα που μας αλυσοδένουν, ιδίως σε σχέση με το φύλο και την κοινωνική μας τάξη. Τα τραγούδια του αποκάλυψαν πόσο εύθραυστα ήταν όλα αυτά τα νοήματα και μας πρόσφεραν τη δυνατότητα να ορίσουμε τους εαυτούς μας από την αρχή. Μας έδωσαν την πίστη ότι οι δυνατότητές μας για αλλαγή ήταν, όπως και οι δικές του, πρακτικά χωρίς όρια.

Ο πυρήνας αυτής της ελπίδας, που της δίνει μια εσώτερη σωματική διάσταση που αγγίζει το πιο βαθύ επίπεδο της επιθυμίας μας, είναι η αίσθηση ότι, όπως τραγουδά στο «Rock and Roll Suicide», «Όχι, αγάπη μου, δεν είσαι μόνη», η αίσθηση ότι μπορούμε να γίνουμε ήρωες έστω και μόνο για μια μέρα, και ότι μπορούμε να είμαστε εμείς έστω και μόνο για μια μέρα, με μια νέα συνειδητοποίηση του τι σημαίνει να είμαστε εμείς.

Παραθέτω έναν ιδιαίτερα δυνατό στίχο από το «Blackstar». Ο Μπόουι τραγουδά: 

If I never see the English evergreens I’m running to

It’s nothing to me

It’s nothing to see

 

(Κι αν δεν δω ποτέ τ’ αγγλικά αειθαλή προς τα οποία τρέχω

Τίποτα που να με νοιάζει

Τίποτα που ωραίο μοιάζει) 

Ο Μπόουι δεν θα δει ποτέ πια τα αγγλικά αειθαλή. Αλλά αυτή δεν είναι απλώς μια έκφραση μελαγχολικής νοσταλγίας εκ μέρους του, μια και δεν τον νοιάζει και ούτε σπουδαίο θέαμα είναι. Πολλές φορές, πίσω από τα δυστοπικά λόγια του Μπόουι κρύβεται η έκκλησή του για την ουτοπία, για τη μεταμόρφωση όχι μόνο αυτών που είμαστε, αλλά και του μέρους που είμαστε. Ο Μπόουι, για μένα, ανήκει στην καλύτερη ουτοπική αισθητική παράδοση που αναζητά ένα «ναι» ανάμεσα στο στριμωγμένο, ασήμαντο «όχι» της αγγλικότητας. Αυτό που η μουσική του λαχταρούσε, κι αυτό που μας επέτρεψε να φανταστούμε, ήταν νέες μορφές συνύπαρξης και νέες εντατικότητες της επιθυμίας και της αγάπης, με πιο αιχμηρά οράματα και πιο κοφτερούς ήχους.

Ο Simon Critchley είναι φιλόσοφος. Το κείμενο δημοσιεύθηκε στους «New York Times», στις 11.1.2016

Το άρθρο του Κρίτσλεϋ μετέφρασε (ταυτόχρονα με τον Δημήττρη Ιωάννου, που το μετέφρασε για τα «Ενθέματα», όπως διαπιστώσαμε) και ο Χρήστος Γραμματίδης. Βλ. στο f/b του: on.fb.me/1Rt2eEE

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s