Πύρρειο Έτος

Standard

25.1.2016: Ένας χρόνος κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-3

του Λουδοβίκου Κωτσονόπουλου

Φωτογραφία: European Press Photo Agency

Φωτογραφία: European Press Photo Agency

Δυο εκλογικές αναμετρήσεις, ένα δημοψήφισμα, ένα λεόντειο σύμφωνο με τους δανειστές και μία διάσπαση. Πρόκειται για ένα έτος που μάλλον θα το μνημονεύουμε στις κουβέντες μας τις επόμενες δεκαετίες – και ελπίζω όχι όπως το «κεντρώο διάλειμμα» του Πλαστήρα της περιόδου 1950-1951. Υπάρχουν, ασφαλώς, πολλοί τρόποι για να αξιολογηθεί ο βίος και η πολιτεία αυτής της κυβέρνησης. Ο πιο δημοφιλής εξ αυτών, ιδιαίτερα ανάμεσα στους απογοητευμένους και αποχωρήσαντες του καλοκαιριού, είναι η σύγκριση των πεπραγμένων της με τις θέσεις που είχε διακηρύξει κατά καιρούς το κόμμα. Το αποτέλεσμα εδώ είναι προφανώς εκ προοιμίου αρνητικό. Ένας δεύτερος τρόπος είναι να αξιολογήσει κανείς το αν ο ΣΥΡΙΖΑ ανταποκρίθηκε σε όλες αυτές τις προσδοκίες για αλλαγή του τρόπου με τον οποίο γίνεται η πολιτική. Αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να κριθεί εύκολα μέσα σε ένα χρόνο, πολύ περισσότερο τώρα που τα δείγματα γραφής είναι ανάμεικτα και μοιάζει αμφίβολο τι θα επικρατήσει στο τέλος.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ανήλθε στην εξουσία επειδή προσέφερε δύο προεκλογικές απαντήσεις στο αδιέξοδο της πολιτικής κρίσης με το οποίο βρίσκονταν, και εξακολουθεί να βρίσκεται, αντιμέτωπη η χώρα. Η πρώτη απάντηση συνδεόταν με το τέλος της λιτότητας. Η δεύτερη είχε να κάνει με την εκρίζωση της διαφθοράς που συνδεόταν άμεσα με τη μεταρρύθμιση του πολιτικού συστήματος. Στη βάση αυτών των δύο στοιχείων θα προσπαθήσω να ιχνηλατήσω την πορεία του κυβερνητικού σχήματος τον τελευταίο χρόνο.

Έφερε ο ΣΥΡΙΖΑ το τέλος της λιτότητας; Η συμφωνία του καλοκαιριού, όσα περιθώρια ελιγμών και αν αφήνει, στην ουσία διατηρεί τη λογική πάρτε μέτρα για να λάβετε λεφτά, συνεπώς η μέθοδος των πολιτικών λιτότητας ως μέσου διαχείρισης –κι όχι υπέρβασης της κρίσης– παραμένει στο τραπέζι. Εδώ υπάρχει ένα διαρκές σημείο τριβής. Η κυβέρνηση θεωρεί ότι εφαρμόζει κάτι που δεν συμβαδίζει με την πολιτική της ατζέντα, ενώ οι δανειστές υποστηρίζουν ότι η πρώτη πρέπει να αναλάβει την ιδιοκτησία του προγράμματος. Αυτή η διελκυστίνδα ορίζει και τα όρια της πολιτικής που ασκείται, όπως διαπιστώσαμε πρόσφατα με το παράλληλο πρόγραμμα.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει βρεθεί στην άχαρη θέση να μην αναδιανέμει το συνολικά παραγόμενο εισόδημα –ίδιον των αριστερών, με την ευρεία έννοια, κυβερνήσεων– αλλά να αναδιανέμει τα βάρη της εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους με δικαιότερο τρόπο προστατεύοντας, παράλληλα, τους πιο φτωχούς. Η κατάσταση αυτή έχει και μία άλλη βαθύτερη συνέπεια. Απομειώνει το κυβερνητικό έργο σε μία διαρκή προσαρμογή στο πλαίσιο μίας αέναης διαπραγμάτευσης αποστερώντας έτσι την πρωτοβουλία των κινήσεων, με αποτέλεσμα ολόκληρο το κυβερνητικό σχήμα να εμφανίζεται ότι δίνει από τον Ιούνιο και μετά μια μάχη οπισθοφυλακής.

Ήρθε σε ρήξη ο ΣΥΡΙΖΑ με τη διαπλοκή; Ένα από τα βασικά επιχειρήματα που υιοθέτησε η κυβέρνηση ήδη από την αρχή του βίου της ήταν η ηθική ανωτερότητα και το «ηθικό πλεονέκτημα» της αριστεράς. Μία ολισθηρή έννοια που βάζει τον πήχη πολύ ψηλά και προϋποθέτει μία συλλογική δέσμευση, μαζί φυσικά με την ανάλογη ευθύνη. Η διαφθορά, ωστόσο, δεν είναι θέμα αρετής αλλά ένα συστημικό πρόβλημα. Εκτεταμένα δίκτυα της πολιτικής ελίτ, είχαν αναπτύξει όλα αυτά τα χρόνια, μία αξιοθαύμαστη τεχνογνωσία απόσπασης του δημόσιου χρήματος μέσα από το κράτος και διοχέτευσής του σε διάφορους εξωτικούς και μη προορισμούς. Η δουλειά ήταν τόσο καλά στημένη ώστε σπανίως άφηνε πίσω της ίχνη, και για το λόγο αυτό στοιχεία για τις πολύκροτες υποθέσεις έφτασαν στην ελληνική δικαιοσύνη από το εξωτερικό. Θεωρώ ότι στα θετικά αυτής της κυβέρνησης συγκαταλέγεται η προσπάθεια ρήξης με αυτό το σύστημα.

Πέρα, όμως, από τα θετικά και τα αρνητικά στοιχεία της αριστερής διακυβέρνησης, το βασικό πρόβλημα παραμένει και δεν είναι άλλο από τη διαρκή πολιτική κρίση που οξύνεται περαιτέρω από τις πολιτικές λιτότητας. Οι πολιτικοί θεσμοί αδυνατούν πλέον να ρυθμίσουν την ομαλή αναπαραγωγή των ταξικών συσχετισμών. Δύο εκλογικές αναμετρήσεις και ένα δημοψήφισμα σε ένα χρόνο μαρτυρούν μία επείγουσα ανάγκη αναζήτησης μίας ρευστής νομιμοποίησης. Το πρόβλημα λοιπόν είναι δομικό και αν η Αριστερά θέλει να δώσει μία αξιόπιστη απάντηση, από την οποία εξαρτάται σε τελική ανάλυση και η επιβίωσή της, τότε οφείλει να αναλάβει ξανά την πρωτοβουλία των κινήσεων προτείνοντας τις δικές της μεταρρύθμισης για το πολιτικό σύστημα και το κράτος ώστε να ξεφύγει από την παγίδα της παθητικής προσαρμογής.

Ο Λουδοβίκος Κωτσονόπουλος είναι πολιτικός επιστήμονας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s