Με τους μέσα ή με τους έξω;

Standard

Ο «Διάλογος για την Παιδεία» και οι αντιδράσεις

του Μάνου Αυγερίδη 

Από τα τέλη Δεκεμβρίου, με πρωτοβουλία της κυβέρνησης, έχει ξεκινήσει ο «Εθνικός Διάλογος για την Παιδεία» ο οποίος, σύμφωνα με τον προγραμματισμό, θα καταλήξει σε έναν νέο νόμο που θα αφορά όλες τις βαθμίδες του εκπαιδευτικού συστήματος. Όσον αφορά τα πανεπιστήμια, ειδικότερα, η κατάργηση του «Νόμου Διαμαντοπούλου» υπήρξε βασικό αίτημα μεγάλου μέρους της εκπαιδευτικής κοινότητας και του φοιτητικού κινήματος, αλλά και κεντρική δέσμευση του ΣΥΡΙΖΑ, από τότε που αυτός ψηφίστηκε –με μεγάλη πλειοψηφία, παρά τις εξίσου μεγάλες αντιδράσεις– τον Αύγουστο του 2011.

Τζόρτζιο ντε Κίρκο, «Δύο μάσκες», 1926

Τζόρτζιο ντε Κίρκο, «Δύο μάσκες», 1926

Η παρούσα μεταρρύθμιση επιχειρείται να πραγματοποιηθεί σε μια εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία. Από τη μια μεριά τα σχολεία, τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα βρίσκονται σε οριακό σημείο μετά τις απανωτές περικοπές των τελευταίων χρόνων και αν συνεχίζουν να λειτουργούν το οφείλουν σε πολύ μεγάλο βαθμό στους ανθρώπους τους. Δάσκαλοι και σύλλογοι γονέων φροντίζουν, όπως μπορούν, τόσο για τα βασικά όπως η κάλυψη των κενών όσο και για πολλά απ’ όσα (βασικά επίσης) συγκροτούν το σχολείο ως κοινότητα: τις εκδηλώσεις και τις γιορτές, τις εκδρομές και τις εκπαιδευτικές επισκέψεις, τις βιβλιοθήκες, τις σχολικές ή μετα-σχολικές δραστηριότητες και δράσεις. Καθηγητές και φοιτητές παρέχουν στα πανεπιστήμια χαρτικά και πληρώνουν ρεφενέ για να φιλοξενήσουν έναν άνθρωπο που προσκαλούν να μιλήσει από άλλη πόλη ή από το εξωτερικό – περιθώρια για κάλυψη τέτοιου κόστους ελάχιστα υπάρχουν πια, αν συνυπολογίσει κανείς και την εκμηδένιση των αποθεματικών των ιδρυμάτων στην οποία συνέβαλε και η παρούσα κυβέρνηση. Όσο για την έρευνα, το θέμα είναι μεγάλο και, όπως και τα υπόλοιπα, δεν μπορεί να αναλυθεί σε μια παράγραφο. Το σύνθημα, ωστόσο, της εποχής, που όλους τους ερευνητές ενώνει, είναι ένα: «Περιμένοντας το ΕΣΠΑ».

Από την άλλη μεριά, το περιβάλλον στο οποίο καλείται η κυβέρνηση να υλοποιήσει μια μεταρρύθμιση σε καμία περίπτωση δεν διασφαλίζει ότι θα λυθεί μέρος (έστω) των προβλημάτων. Μιλάω, κυρίως, για το ασφυκτικό πλαίσιο του τρίτου Μνημονίου και της δέσμευσης τα νομοσχέδια να χαίρουν της απόλυτης έγκρισης των «θεσμών» πριν την κατάθεσή τους για ψήφιση.

Κάνοντας κανείς τις παραπάνω διαπιστώσεις μπορεί να καταλήξει σε δύο διαφορετικές κατευθύνσεις: Η μία, η πιο εύκολη και «ασφαλής» για όποιον έχει αποσύρει τη στήριξη και τις ελπίδες του από αυτή την κυβέρνηση, είναι μέσα στον γενικό (και μάλλον δίκαιο) πεσιμισμό να θεωρήσει πως τα πράγματα μόνο χειρότερα μπορεί να γίνουν και να σταθεί εξαρχής απέναντι σε κάθε προσπάθεια αλλαγής. Η άλλη είναι, αναγνωρίζοντας ακριβώς την κρισιμότητα της κατάστασης, να κρίνει αναγκαία την εξάντληση όλων των περιθωρίων και να συμμετάσχει στον διάλογο. Και συμμετοχή δεν σημαίνει λευκή επιταγή· μπορεί να σημαίνει συμφωνία, μπορεί να σημαίνει κατάθεση προτάσεων, μπορεί να σημαίνει και δυναμική αντιπαράθεση απόψεων και σχεδίων, ανάδειξη των ουσιαστικών προβλημάτων ή των «κενών» της αρχικής πρότασης. Σημαίνει, δηλαδή, να κάνει κανείς πολιτική, με τη μη ευτελή έννοια του όρου.

Τη δεύτερη επιλογή ενισχύουν και οι μέχρι τώρα κατατεθειμένοι άξονες της συζήτησης που αντανακλούν θετικά, κατά τη γνώμη μου, πολλούς από τους προβληματισμούς για μια ανοιχτή, σύγχρονη και δημοκρατική εκπαίδευση – και θα μας απασχολήσουν, στο μέτρο που μας αναλογεί, στα «Ενθέματα», στο προσεχές διάστημα.

Λίγα λόγια για τις αντιδράσεις. Δεν ασχολούμαι με την ακροδεξιά θέση περί «εθνοκτόνου» διαλόγου και «ανθελληνικών» μεταρρυθμίσεων, και θέλω μάλιστα να τονίσω ότι κάθε αναλογία ή ταύτιση όποιου ασκεί κριτική με τη χρυσαυγίτικη προπαγάνδα είναι πέρα για πέρα άδικη και βλαβερή.

Καταρχάς, η παιδεία βρίσκεται στο επίκεντρο της αντιπολιτευτικής τακτικής του νεοφιλελεύθερου κέντρου. Εκτιμώ πως αυτή η πίεση θα ενταθεί, είτε μέσα απ’ τη συσπείρωση δυνάμεων (από το κέντρο μέχρι τα δεξιότερα της δεξιάς) στο πρόσωπο του Κυριάκου Μητσοτάκη, είτε μέσα από την αναδιάταξη της κεντροαριστεράς, στη γραμμή του «Όχι Μπαλτά στην Παιδεία». Η πολιτική αυτή έχει δώσει δείγματα στο παρελθόν και αποτελεί τη μία (ισχυρή) πλευρά στην τρέχουσα διεθνή διαμάχη για την εξέλιξη της εκπαίδευσης (και όχι μόνο): Ανταγωνιστικότητα, επικαθορισμός και έλεγχος από την αγορά, «Αριστεία» και μετρήσιμα αποτελέσματα, μανατζεροποίηση των εκπαιδευτικών, ιδιωτικά σχολεία και πανεπιστήμια, δίδακτρα, δημόσια υποχρηματοδότηση και ιδιωτική ενίσχυση των ιδρυμάτων, αυταρχισμός. Τη διαμάχη αυτή δεν θα την λύσει, όπως δεν την έλυσαν αλλού στον κόσμο, ένας καλός ή κακός νόμος∙ δεν λύθηκε κι ας έχουν επιστρατευθεί από επιχειρήματα μέχρι πλαστικές σφαίρες, ειδικές δυνάμεις και άλογα, όπως λ.χ. στην Ισπανία ή την Αγγλία τα προηγούμενα χρόνια, γιατί αποτελεί κεντρική σύγκρουση αντίληψης για την παιδεία και εν γένει τη συγκρότηση της κοινωνίας στον 21ο αιώνα.

Η άλλη αντίδραση προέρχεται απ’ τ’ αριστερά και έχει καταφέρει ήδη να ματαιώσει τις δύο πρώτες δημόσιες εκδηλώσεις στο πλαίσιο του «Διαλόγου». Σ’ αυτό το επίπεδο, θεωρώ εντελώς άγονη μια αντιπαράθεση με αυτούς που σχεδόν αυτόματα λένε «κι ο ΣΥΡΙΖΑ τα ίδια έκανε», κυρίως, γιατί δεν πιστεύω ότι αυτά «τα ίδια» (η διαμαρτυρία, η διαδήλωση, ο ακτιβισμός) είναι πάντα «τα ίδια» χωρίς καμιά διάκριση, πλαίσιο και αιτούμενα. Από την άλλη, είναι επίσης άγονη μια ρητορική από πλευράς του υπουργείου που, ταυτιζόμενη με παρελθούσες καταστάσεις, καταγγέλλει ως «μειοψηφικές και μη δημοκρατικά νομιμοποιημένες» τις όποιες αντιδράσεις, χωρίς επίσης καμία διάκριση. Για παράδειγμα, ότι και να πιστεύει κανείς για τον τρέχοντα διάλογο ή για τα μέσα διεκδίκησης, οι αδιόριστοι για χρόνια εκπαιδευτικοί έχουν κάθε λόγο να διαμαρτύρονται.

Το ζήτημα δεν είναι, για μένα αν η Ελλάδα είναι μια χώρα που ευνοεί τον διάλογο ή τους παράλληλους μονολόγους, όπως λέει κι ο ποιητής. Παράλληλοι μονόλογοι γίνονται όντως πολλοί, όπως και διάλογοι. Το ζήτημα, με βάση την πολιτική τοποθέτηση και αντίληψη του καθενός είναι αν κρίνει και νιώθει ότι σ’ αυτήν την περίπτωση και με βάση τα δεδομένα που προσπάθησα να περιγράψω, θα ήθελε να είναι μέσα στην αίθουσα του διαλόγου, απέξω ή στο σπίτι του. Κι εγώ νιώθω πως πρέπει να είμαι μέσα. Και επίσης πως και ο ίδιος ο «διάλογος» πρέπει να βγει και να επικοινωνήσει με τους «έξω», διότι κάποιοι εξ αυτών αποτελούν, αν μη τι άλλο, ζωντανά κομμάτια της εκπαίδευσης.

ΥΓ.: Ο επικεφαλής της Επιτροπής, Αντώνης Λιάκος, γράφει στις αφετηριακές του θέσεις: «Οι μεταρρυθμίσεις για να πραγματοποιηθούν χρειάζονται ευνοϊκό κλίμα και προσδοκίες στις οποίες θα ανταποκριθούν. Αυτές οι προσδοκίες υπάρχουν και πρέπει να αναδειχθούν, να εμπλουτιστούν, να αποσαφηνιστούν, να καλλιεργηθούν». Αυτό, κατ’ εμέ, είναι το κλειδί που θα κρίνει τελικά την επιτυχία ή την αποτυχία του εγχειρήματος∙ και σ’ ένα βαθμό (γιατί πάντα στην εξίσωση υπάρχουν και οι άλλοι «έξω», οι τρόικες και τα κουαρτέτα) βρίσκεται στο χέρι της κυβέρνησης.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s