Ιστορικός Συμβιβασμός τότε και τώρα

Standard

του Γιάννη Μπαλαμπανίδη

Ο Ενρίκο Μπερλίνγκουερ μιλάει σε εργάτες της FIAT, δεκαετία του 1980 (Πηγή: ΑΣΚΙ)

Ο Ενρίκο Μπερλίνγκουερ μιλάει σε εργάτες της FIAT, δεκαετία του 1980 (Πηγή: ΑΣΚΙ)

Λίγες ημέρες πριν τις πρόσφατες ισπανικές εκλογές, ο επικεφαλής του Podemos Πάμπλο Ιγκλέσιας αφιέρωνε μια σειρά άρθρων στη μεγαλύτερη εφημερίδα της χώρας για να εξηγήσει ότι η Ισπανία έχει ανάγκη από έναν «νέο Ιστορικό Συμβιβασμό» («Un nuevo compromiso histórico», El Pais, 9.12.2015). Ο τριανταεφτάχρονος πολιτικός υποστήριζε, σε αυτά, ότι χρειάζεται μια νέα δημοκρατική μετάβαση («Transición»), τριάντα εφτά χρόνια μετά την ισπανική Μεταπολίτευση. To Podemos, κόμμα που γενέθλια πράξη του ήταν το κίνημα των πλατειών της Μαδρίτης και της Βαρκελώνης, αυτοσυστήθηκε έτσι ως ο φορέας μεταβίβασης στην κεντρική πολιτική των αιτημάτων που το κίνημα ανέδειξε: διεύρυνση της δημοκρατικής συμμετοχής, απο-πολιτικοποιημένη δικαιοσύνη, αγώνας κατά της διαφθοράς και της κακής διακυβέρνησης, επέκταση των κοινωνικών και περιβαλλοντικών δικαιωμάτων. Η προώθηση της ατζέντας αυτής, διευκρίνιζε, θα γίνει με μέτωπο απέναντι στις ελίτ, ωστόσο μέσα από ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις.

Λίγες ημέρες νωρίτερα, ο κατά τι μεγαλύτερός του Αλέξης Τσίπρας, ηγέτης του κόμματος-«οδηγού» για την ευρισκόμενη σε άνθηση ευρωπαϊκή ριζοσπαστική Αριστερά, μιλώντας ενώπιον της κομματικής νεολαίας, απέρριπτε τη στρατηγική της εφόδου και τους «αγώνες της μιας στιγμής». Υπερασπιζόμενος τη στροφή του περασμένου καλοκαιριού, αντέτασσε, στις «κενές θεωρητικολογίες του εγχώριου αριστερισμού», την ανάγκη πολιτικών συμμαχιών διότι, όπως εξηγούσε, «τα ιστορικά άλματα χρειάζονται ιστορικούς συμβιβασμούς».

Τι έκανε όμως τους δύο ηγέτες της ευρωπαϊκής ριζοσπαστικής Αριστεράς, η οποία από «παρίας» καθίσταται σε μια σειρά χώρες βασικός «συμμέτοχος» της εθνικής πολιτικής ζωής, να ανασύρουν αυτό τον παλιό και σχεδόν λησμονημένο όρο; Και γιατί τώρα;

Βέβαια, οι παραπάνω αναφορές δεν αποτελούν παρά ένα «σύμπτωμα» μιας έστω αμήχανης, και σίγουρα όχι συστηματικής, απόπειρας να αντλήσουν από τη συγκεκριμένη ιστορική μήτρα. Η ίδια η λέξη «συμβιβασμός», άλλωστε, κουβαλάει αρνητικό αξιολογικό φορτίο σε μια ορισμένη αγωνιστική αριστερή αφήγηση· η χρήση ενός τέτοιου όρου θα ήταν ασύμβατη με τη ρητορική της εποχής των Αγανακτισμένων, με την αδιαμεσολάβητη υποδοχή της κοινωνικής έντασης και τον πολιτικά λειτουργικό λαϊκισμό, που όσο κι αν ανανέωνε τη δημοκρατική συμμετοχή άλλο τόσο υποσχόταν λύσεις απλές και διάφανες σε προβλήματα που αποδείχθηκαν σύνθετα και δυσεπίλυτα.

Όμως, η στιγμή της διακυβέρνησης, εν εξελίξει (ΣΥΡΙΖΑ) ή επικείμενης (Podemos), είναι η στιγμή που η κοινωνική κινητοποίηση γειώνεται αναγκαστικά στο έδαφος της πραγματικότητας, η οποία σπανίως είναι επαναστατική. Τα ισχυρά πολιτικά μηνύματα, της αδιάλλακτης εναντίωσης στη λιτότητα, θα παραμένουν συνθήματα όσο δεν αποκτούν περιεχόμενο, δηλαδή όσο δεν μεταφράζονται σε εφαρμόσιμες προτάσεις δημόσιας πολιτικής («μεταρρυθμίσεις» είναι ο κακοποιημένος τρέχων όρος) μέσα στα πεζά και καθόλου ηρωικά περιθώρια ελευθερίας που επιτρέπουν οι διόλου ευνοϊκοί διεθνείς συσχετισμοί.

Επικαλέστηκα λοιπόν τις δύο παράλληλες τοποθετήσεις, και τη χρονική συγκυρία της εκφοράς τους, για να υποστηρίξω ότι δεν είναι εντελώς τυχαία αυτή η –οσοδήποτε συγκυριακή– επιστροφή σε θεματικές της ευρωκομμουνιστικής κληρονομιάς, η οποία, ανάμεσα στις πολλές της Αριστεράς του 20ού αιώνα, ίσως είναι η εγγύτερη στην εμπειρία της σημερινής ριζοσπαστικής Αριστεράς, ακριβώς διότι αντιμετώπισε το μείζον πρόβλημα της διακυβέρνησης. Και ταυτόχρονα, ότι αυτή η επιστροφή σε έναν κομβικό μνημονικό τόπο, στον Ιστορικό Συμβιβασμό που ο Μπερλινγκουέρ πρωτοανέπτυξε σε μια σειρά άρθρων με τίτλο «Σκέψεις πάνω στην Ιταλία μετά τα γεγονότα της Χιλής» τον Οκτώβριο του 1973, μόνο υπό προϋποθέσεις θα μπορούσε να είναι πολιτικά παραγωγική και όχι απλώς μια εργαλειακή επίκληση για τη δικαιολόγηση τακτικών ελιγμών.

Το χιλιανό πείραμα έθετε το κεντρικό πρόβλημα που επιχείρησε να απαντήσει ο ευρωκομμουνισμός: Μπορεί ένα κομμουνιστικό κόμμα να διεκδικήσει την εξουσία ή έστω τη συμμετοχή στη διακυβέρνηση μιας χώρας που ανήκει στον Δυτικό κόσμο; Διαφορετικά: μπορεί μια μοντέρνα Αριστερά να είναι κάτι παραπάνω από αντηχείο της κοινωνικής διαμαρτυρίας;

Ο ιταλικός Ιστορικός Συμβιβασμός, αλλά και το γαλλικό Κοινό Πρόγραμμα, η στάση των ισπανών κομμουνιστών στη βελούδινη «transición», η ελληνική κομμουνιστική ανανέωση, ήταν παραλλαγές μιας επιλογής που βρισκόταν στην καρδιά του ευρωκομμουνιστικού σχεδίου: να εκμεταλλευθούν το «συγκριτικό πλεονέκτημα» της αριστερής πολιτικής, την ικανότητα κινητοποίησης των μαζών, και να δώσουν στον κοινωνικό ριζοσπαστισμό πολιτική, αν όχι κυβερνητική, διέξοδο. Υπ’ αυτή την έννοια, ήταν και το τελευταίο ίσως συνεκτικό παράδειγμα αριστερής πολιτικής στη Δυτική Ευρώπη, όσο και αν δεν πέτυχε τελικά τους φιλόδοξους στόχους που έθετε.

Ας αποφύγουμε όμως τις ευθείες ιστορικές αναλογίες ανάμεσα σε δυο πολύ διαφορετικές εποχές. Ο Ιστορικός Συμβιβασμός αναπτύχθηκε στην εποχή της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του ’70, της πολιτικής και θεσμικής κρίσης της Ιταλίας, μέσα στην ανανεωτική δυναμική που έφερναν τα κινήματα του ’68 αλλά και στους ασφυκτικούς καταναγκασμούς του διεθνούς πλαισίου (της ψυχροπολεμικής «συνθήκης αποκλεισμού» για ένα ισχυρό ΚΚ σε μια από τις ισχυρότερες χώρες του Δυτικού μπλοκ).

Σπαραγμάτα αφίσας στην Καράρα. Φωτογραφία του Gary Braasch/CORBIS

Σπαραγμάτα αφίσας στην Καράρα. Φωτογραφία του Gary Braasch/CORBIS

Σε αυτό το πλαίσιο ευκαιριών και καταναγκασμών, επιχείρησε να μεταγλωττίσει τον κοινωνικό ριζοσπαστισμό σε πρόγραμμα διακυβέρνησης. Να συναρθρώσει στοιχεία μιας μάλλον μετριοπαθούς οικονομικής πολιτικής με αιτήματα που αναδείχθηκαν από τα κινήματα της εποχής (πλήρης απασχόλησης αλλά και εργατική συμμετοχή, ενίσχυση των προνοιακών δομών αλλά και ποιότητα ζωής, υπέρβαση των ανισοτήτων αλλά και θεσμοί δημοκρατικής συμμετοχής). Επίσης, σε μια χώρα υπό το άγρυπνο βλέμμα του ΔΝΤ, το PCI δεν υποσχέθηκε τίποτα παραπάνω από μια «δίκαιη λιτότητα», έναν δίκαιο επιμερισμό των βαρών της κρίσης, με τη συνδρομή του οργανωμένου κόσμου της εργασίας και με αντάλλαγμα «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις» προς ένα διαφορετικό μοντέλο αναδιανομής-παραγωγής. Κι ακόμη, απέναντι στην αρχαία σκουριά της Χριστιανοδημοκρατίας, επιδίωξε να πείσει ότι ευθυγραμμίζεται με τις ανανεωτικές αξιακές τάσεις του νέου προοδευτικού φιλελεύθερου ατομισμού που αναδυόταν από τα 60’s – κορυφαία στιγμή, εν προκειμένω, η νίκη στο δημοψήφισμα του 1974, που νομιμοποίησε για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της καθολικής Ιταλίας το διαζύγιο.

Η μήτρα του Ιστορικού Συμβιβασμού γέννησε το «κόμμα αγώνα και διακυβέρνησης» (partito di lotta e di governo), που όμως διαμορφώθηκε σε μια σχετικά μακρά ιστορική διάρκεια, πάτησε στην παγκοσμίου βεληνεκούς τομή του 1968 και θεμελιώθηκε σε μια εμπειρία διακυβέρνησης χρόνων στο τοπικό επίπεδο, στους «κόκκινους δήμους» της Ιταλίας. Η σημερινή συγκυρία είναι από πολλές απόψεις διαφορετική. Η αλματώδης ενίοτε άνοδος της ριζοσπαστικής Αριστεράς και η δημιουργία αυξημένων προσδοκιών, μέσα στην κοινωνική αναταραχή της βαθιάς ευρωπαϊκής κρίσης, συγκρούεται δραματικά με την ασφυκτική εθνική και διεθνή πραγματικότητα.

Η δε ριζοσπαστική Αριστερά κάθε άλλο παρά αποτελεί ένα συνεκτικό πολιτικό ρεύμα. Ανάμεσα στην απομάγευση της «ρήξης» και στις εξαναγκαστικές προσαρμογές ενός ανοίκειου «ρεαλισμού», αναζητά την ταυτότητά της αντλώντας κατά περίπτωση από διαφορετικές εμπειρίες και παραδόσεις – όχι μόνο την ευρωκομμουνιστική αλλά και την κινηματική, την κουλτούρα διαμαρτυρίας, τη ριζοσπαστική δημοκρατία, την εμβάθυνση των δικαιωμάτων (που υποβαθμίζεται πάντως από αμφίβολες συμπράξεις με ακραία συντηρητικές λαϊκιστικές δυνάμεις), την ταλάντευση ανάμεσα σε ευρωπαϊκό μεταρρυθμισμό και ευρωσκεπτικισμό. Παρ’ όλα αυτά, μια ενδεχόμενη επιστροφή, αναστοχαστική και όχι μηχανιστική, στα πολιτικά και νοητικά εργαλεία της ευρωκομμουνιστικής στιγμής (όπως η σύνθεση διακυβέρνησης και αγώνα) θα μπορούσε πιθανόν να λύσει κάποιους κόμπους αυτής της πυκνής αντίφασης – γεννώντας, ενδεχομένως, καινούριους.

Ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης είναι δρ συγκριτικής πολιτικής, συγγραφέας της μελέτης «Ευρωκομμουνισμός: Από την κομμουνιστική στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή Αριστερά», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πόλις».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s