Τουρκία: οι «Πανεπιστημιακοί για την ειρήνη» και οι εχθροί του κράτους

Standard

του Φράνσις Ο’ Κόνορ και του Σεμίχ Τσελικ

μετάφραση: Γιάννης Χατζηδημητράκης

Πανεπιστημιακοί και φοιτητές σε διαμαρτυρία, έξω από το Πανεπιστήμιο Kocaeli. Πηγή: ODA TV-ROAR

Πανεπιστημιακοί και φοιτητές σε διαμαρτυρία, έξω από το Πανεπιστήμιο Kocaeli. Πηγή: ODA TV-ROAR

«Είμαι εντάξει με τα πάντα εκτός από τη φυλακή», λέει ένας πρόσφατα διορισμένος επίκουρος καθηγητής σε ένα από τα πιο γνωστά πανεπιστήμια της χώρας στην Άγκυρα. «Όλα έγιναν τόσο γρήγορα. Υπογράψαμε τη δήλωση, την επόμενη ημέρα ο Πρόεδρος Ερντογάν μας καταδίκασε χρησιμοποιώντας τους χειρότερους χαρακτηρισμούς και αμέσως μετά άρχισαν οι ανακρίσεις».

Η προσωπική αγωνία του απέναντι στην πρόσφατη καταστολή των πανεπιστημιακών στην Τουρκία είναι ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα του κλίματος ανάμεσα σε εκατοντάδες νέους επιστήμονες που έχουν γίνει μέρος του κινήματος «Πανεπιστημιακοί για την Ειρήνη» με την υπογραφή τους σε μια δήλωση.

Κουρδικές περιοχές υπό πολιορκία

Από τον Αύγουστο του περασμένου έτους, η τουρκική κυβέρνηση έχει επιβάλει κατά καιρούς στρατιωτική απαγόρευση της κυκλοφορίας σε μια σειρά από κουρδικές πόλεις στο πλαίσιο της εκστρατείας της εναντίον των νεαρών μαχητών του YDG-H[i], το οποίο συνδέεται με το ΡΚΚ. Ωστόσο οι απαγορεύσεις κλιμακώθηκαν δραματικά από τα μέσα Δεκεμβρίου, όταν ένας αριθμός πόλεων – με πιο σημαντικές την συνοικία Σουρ του Ντιγιαρμπακίρ, και τις Σίζρε, Σιλβάν, Σιρνάκ και Σιλόπι – τέθηκαν υπό στρατιωτική πολιορκία.

Σε αυτές τις πόλεις, οι περίπου 200.000 άμαχοι βρίσκονται παγιδευμένοι σε ό, τι έχει απομείνει από τα σπίτια τους -σε ορισμένες περιπτώσεις μέχρι και 30 ημέρες- πολλοί χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, νερό ή ακόμα και τρόφιμα σε ορισμένα σημεία. Τραυματίες έχουν αποκλειστεί από την πρόσβαση σε ιατρική φροντίδα και έχουν στη συνέχεια πεθάνει από τα τραύματα τους. Οικογένειες έχουν εμποδιστεί από το να παραλάβουν τις σορούς αγαπημένων τους προσώπων.

Σύμφωνα με το τουρκικό Ίδρυμα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο απολογισμός των νεκρών από τις 8 Γενάρη είναι 162 άμαχοι, μεταξύ των οποίων 32 παιδιά, 29 γυναίκες και 24 θύματα άνω των 60 ετών. Αυτές οι εκτεταμένες πολιορκίες περιλαμβάνουν τεράστια ανάπτυξη στρατιωτικών και αστυνομικών δυνάμεων που περικυκλώνουν τα αστικά κέντρα πριν από τον βομβαρδισμό τους από βαρύ πυροβολικό, αδιαφορώντας για την παρουσία των κατοίκων της περιοχής. 

Η καταστολή των πανεπιστημιακών

Υπό το φως της κατάφωρης παραβίασης από την Τουρκία τόσο των δικών της νόμων όσο και διεθνών πρωτοκόλλων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, περισσότεροι από χίλιοι Κούρδοι και Τούρκοι πανεπιστημιακοί υπέγραψαν μια επιστολή, δηλώνοντας ότι δεν θα παραμείνουν σιωπηλοί μάρτυρες στις συνεχιζόμενες θηριωδίες. Όπως ανακοίνωσαν «δεν θα γίνουμε μέρος αυτής της σφαγής με τη σιωπή μας και απαιτούμε τον άμεσο τερματισμό της βίας που διαπράττεται από το κράτος».

Η επιστολή καλούσε επίσης σε άμεσο τερματισμό της απαγόρευσης της κυκλοφορίας, σε παρουσία διεθνών παρατηρητών στις πληγείσες περιοχές και σε επανέναρξη των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων που ο Ερντογάν διέκοψε σκόπιμα το περασμένο καλοκαίρι, σε μια προσπάθεια να αποκαταστήσει την εκλογική κυριαρχία του ΑΚΡ.

Σε απάντηση στην έκκληση για τερματισμό της βίας, ο Ερντογάν επέκρινε την άγνοια των υπογραφόντων, τους κατηγόρησε ότι ευνοούν την αποικιοκρατία και ουσιαστικά για προδοσία. Ως άμεσο επακόλουθο, κρατικοί εισαγγελείς κίνησαν νομικές διαδικασίες ενάντια σε όλους τους αρχικούς υπογράφοντες τη δήλωση, κατηγορώντας τους για «προπαγάνδιση τρομοκρατικής οργάνωσης» και «ανοικτή προσβολή του τουρκικού έθνους, του κράτους της Δημοκρατίας της Τουρκίας, της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης της Τουρκίας, της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Τουρκίας και των δικαιοδοτικών οργάνων του κράτους». Οι κατηγορίες αυτές μπορεί να οδηγήσουν σε ποινές φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια. Είκοσι δύο από τους υπογράφοντες έχουν ήδη συλληφθεί.

Πέρα από αυτές τις νομικές διαδικασίες, το Συμβούλιο Ανώτατης Παιδείας (Yükseköğretim Kurumuo, ή YÖK) έχει δεσμευθεί να λάβει περαιτέρω μέτρα εναντίον των υπογραφόντων. Το YÖK ζήτησε την παραίτηση του Bülent Tanju, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αμπντουλάχ Γκιούλ της Καισάρειας, ενώ οι διοικήσεις των πανεπιστημίων – -σε αντίθεση με όλα τα νομικά πρωτόκολλα– έχουν θέσει σε διαθεσιμότητα ή έχουν απολύσει τα μέλη του δικού τους προσωπικού, όπως στην περίπτωση του καθηγητή Latife Akyüz στο Πανεπιστήμιο Düzce.

Σε πόλεις όπως το Μπολού και το Κοτσαέλι στη βορειοδυτική Τουρκία, η αστυνομία έχει πραγματοποιήσει εφόδους στα σπίτια των υπογραφόντων. Παρεμπιπτόντως, το YÖK ιδρύθηκε από την στρατιωτική κυβέρνηση το 1982 ως μέσο για τον περιορισμό της αυτονομίας των πανεπιστημίων και περιορισμού της δυνατότητας τους να χρησιμεύουν ως βάσεις αντιπολίτευσης προς το κράτος.

Μια εκστρατεία δαιμονοποίησης

Παράλληλα με αυτήν την κατάφωρη καταπίεση της ελευθερίας της έκφρασης, μια συντονισμένη εκστρατεία μέσων ενημέρωσης και πολιτικών, προσπαθεί να δαιμονοποιήσει περαιτέρω τους υπογράφοντες. Στην πρώτη γραμμή της προσπάθειας αυτής βρίσκεται το ακροδεξιό κόμμα της Τουρκίας, ΜΗΡ: ο βουλευτές του, İzzet Ulvi Yönter, δήλωσε ότι «η κυβέρνηση θα πρέπει να αναλάβει αμέσως δράση κατά των τρομοκρατών στα πανεπιστήμια, όπως κάνει στις περιοχές Σουρ, Σίζρε, Νταργκεσίτ και Σιλόπι».

Εντωμεταξύ, άλλα στοιχεία με διασυνδέσεις με φασιστικές ή τουρκικές εθνικιστικές οργανώσεις, όπως ο ποινικός Σεντάτ Πεκέρ απειλούν: «εκείνη τη στιγμή, η καμπάνα θα χτυπήσει για όλους σας… Θα ήθελα να το πω και πάλι: θα χύσουμε το αίμα σας και θα λουστούμε μ’ αυτό!»

Αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κούφια απειλή. Η Τουρκία έχει μακρά και επαίσχυντη ιστορία δολοφονιών διανοουμένων, κριτικών πανεπιστημιακών και δημοσιογράφων. Παροτρύνσεις όπως αυτές λαμβάνονται σοβαρά υπόψη από φοιτητές ακροδεξιών πολιτικών οργανώσεων, όπως οι Γκρίζοι Λύκοι, οι οποίοι στρέφονται με ύβρεις και απειλές ενάντια στους υπογράφοντες, ως επί το πλείστον με τοιχοκόλληση απειλητικών επιστολών στις πόρτες των γραφείων τους, υποσχόμενοί να «κάνουν την πόλη κόλαση» για τους καθηγητές.

Φοιτητές έχουν κάνει πράξη τις απειλές τους, με επιδρομές στα γραφεία καθηγητών τους. Για παράδειγμα, η ζωή του καθηγητή Κεμάλ Ινάλ, απειλήθηκε άμεσα από συναδέλφους του. Ως εκ τούτου, ήταν ένας από τους δύο υπογράφοντες που απέσυραν την υπογραφή τους. Οι απειλές, από κρατικούς αξιωματούχους και δημόσια πρόσωπα, έχουν βρει υποστήριξη μεταξύ των φιλοκυβερνητικών τμημάτων της τουρκικής κοινωνίας, συμβάλλοντας σε στιγματισμό των υπογραφόντων και οδηγώντας σε περαιτέρω πόλωση. 

Μια αίσθηση αλληλεγγύης

Οι απειλές και τα νομικά μέτρα έχουν δημιουργήσει μια ισχυρή αίσθηση αλληλεγγύης μεταξύ των πανεπιστημιακών που είχαν υπογράψει τη δήλωση. Σχεδόν όλοι οι πάνω από 1.100 υπογράφοντες δηλώνουν ότι εξακολουθούν να υποστηρίζουν τα λεγόμενα τους. Οι προσπάθειες τους έχουν περαιτέρω υποστήριξη από φοιτητές τους στα πανεπιστήμια και από ένα κύμα δηλώσεων αλληλεγγύης από σκηνοθέτες, δημοσιογράφους, εκδοτικούς οίκους και συγγραφείς.

Ωστόσο, με δεδομένες τις τρομακτικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από το τουρκικό κράτους, το άγχος που προκαλείται από την αδυναμία να προβλέψουν τι τους περιμένει, καθιστά πιο δύσκολο γι’ αυτούς να αντέξουν την εκστρατεία σπίλωσης που ξεκίνησαν κυβέρνηση και οι κρατικές υπηρεσίες. «Ποιο είναι το χειρότερο που θα μπορούσε να συμβεί;» ανησυχεί ένας σύντροφος που είχε υπογράψει την δήλωση. Η ασάφεια του ποινικού κώδικα και η αυθαίρετη εφαρμογή του από τη δεκαετία του 1990, αφήνει αυτήν την φρικτή απορία να πλανάται στο μυαλό των υπογραφόντων.

Για μια νεότερη γενιά επιστημόνων της Τουρκίας που έχουν πολιτικοποιηθεί μετά την δεκαετία του ‘90, τα άμεσα παραδείγματα είναι η παράνομη φυλάκιση για μήνες το 2011 χιλιάδων κούρδων φοιτητών και καθηγητών, ακτιβιστών, δημοσιογράφων και μελών του φιλοκουρδικού κόμματος με την κατηγορία ότι ήταν μέλη της «πολιτικής» πτέρυγας του PKK, το KCK.

Η πιθανότητα της φυλάκισης για μήνες κάνει την ανησυχία να χάσουν τις θέσεις τους στο πανεπιστήμιο ήσσονος σημασίας. Πολλοί από τους διωχθέντες πανεπιστημιακούς που έχουν δημιουργήσει δεσμούς με ιδρύματα εκτός Τουρκίας, διατηρούν τη δυνατότητα της φυγής στο εξωτερικό, προκειμένου να είναι σε θέση να συνεχίσουν την επαγγελματική τους σταδιοδρομία σε περιβάλλοντα με ελάχιστη παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης.

Παρά την ζοφερή και απαισιόδοξη αυτή εικόνα, τα αρχικά συναισθήματα της θλίψης, της κούρασης, του άγχους και του φόβου έχουν μετατραπεί σε ελπίδα, αποτέλεσμα της ολοένα και αυξανόμενης αίσθησης αλληλεγγύης. Μια άλλη συντρόφισσα, βοηθός ερευνήτρια σε ένα ιδιωτικό πανεπιστήμιο στην Κωνσταντινούπολη, της οποίας η σύμβαση έχει ανασταλεί λόγω των συνεχιζόμενων ανακρίσεων, εξέφρασε τη χαρά της για τον τεράστιο αριθμό μηνυμάτων αλληλεγγύης που έχει λάβει μέσα σε μια μέρα.

Υπό αυτό το πρίσμα, θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι το τελικό αποτέλεσμα της καταστολής των Κούρδων ακτιβιστών το 2011, ήταν η ευρύτερη αλληλεγγύη και η καλύτερη οργάνωση του κουρδικού κινήματος, η ενεργοποίηση του οποίου κατέστησε δυνατές τις ειρηνευτικές συνομιλίες και την κατάπαυση του πυρός μεταξύ του PKK και των τουρκικών ένοπλων δυνάμεων.

Αυτή τη στιγμή, οι συνομιλίες μας τελειώνουν με μια αίσθηση ελπίδας που προέρχεται από τις κινήσεις αλληλεγγύης από φίλους, συναδέλφους και παντελώς άγνωστους. Η αλληλεγγύη παραμένει η μόνη δύναμη που μπορεί να νικήσει το σκοτάδι που επικρατεί στη χώρα για περισσότερο από 40 χρόνια. Ένας άλλος σύντροφος μας θυμίζει τους περίφημους στίχους ενός από τους σημαντικότερους σύγχρονους ποιητές της Τουρκίας, του Μουρατχάν Μουνγκάν: «Το μονοπάτι μας μπορεί να περνά μέσα από στέπες / ωστόσο οι δρόμοι μας θα φτάσουν μέχρι τη θάλασσα».

Μια συλλογική διεθνής αντίδραση

Όλες αυτές τις μέρες, χιλιάδες γενναίοι ακαδημαϊκοί δάσκαλοι, δημοσιογράφοι και ακτιβιστές σε όλη την Τουρκία περιμένουν με αγωνία ένα χτύπημα στην πόρτα — ένα χτύπημα που θα μπορούσε ενδεχομένως να σημαίνει χρόνια στη φυλακή ή προσθήκη στον τραγικό κατάλογο των σπουδαίων μυαλών που δολοφονήθηκαν για απόψεις μη αποδεκτές από το κράτος. Ομοίως, δεκάδες χιλιάδες άμαχοι κουλουριάζονται στα υπόγεια της Σιλόπι, της Σίζρε και της Σουρ, γονείς προσπαθούν να βάλουν πεινασμένα παιδιά για ύπνο, ενώ βομβαρδίζονται από τη δική τους κυβέρνηση.

Παίρνοντας θάρρος από την επιτυχία του στις εκλογές του Νοεμβρίου, ο Ερντογάν είναι αποφασισμένος να καταστείλει κάθε εσωτερική αντιπολίτευση και να φιμώσει κάθε φωνή που αντιστέκεται στον βίαιο αυταρχισμό του. Η ηθελημένη αδιαφορία του τουρκικού κράτος για την ευημερία και τα δικαιώματα των πολιτών του και η αποφασιστικότητά του να τιμωρήσει εκείνους που αρνούνται να παραμείνουν σιωπηλοί απέναντι στις θηριωδίες του, απαιτούν μια συλλογική απάντηση από διεθνείς πολιτικούς παράγοντες, ακτιβιστές και την κοινωνία των πολιτών.

Ας υψώσουμε τις φωνές συλλογικά και ας δράσουμε σε αλληλεγγύη με τους Κούρδους και τους Τούρκους συναδέλφους και συντρόφους μας που βρίσκονται υπό απειλή στην Τουρκία. Διαδηλώσεις αλληλεγγύης διοργανώνονται σε όλη την Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική και φυσικά στην ίδια την Τουρκία. Η βαρβαρότητα και απανθρωπιά του Ερντογάν και του καθεστώτος του, πρέπει να σταματήσουν.

Ο κόσμος δεν μπορεί πλέον να παραμένει συνένοχος με την σιωπή του.

Ο Francis OConnor είναι ερευνητής και πρόσφατα ολοκλήρωσε τη διατριβή του στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας στο αγώνα των Κούρδων στην Τουρκία.

Ο Semih Celik είναι υποψήφιος δρ στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας, στο Τμήμα Ιστορίας και Πολιτισμού.

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ριζοσπαστικής φαντασίας ROAR (roarmag.org), 16.1.2015

[i] Πατριωτικό Επαναστατικό Κίνημα Νεολαίας, ένοπλη οργάνωση νέων που πρόσκειται στο PKK (Σ.τ.Μ.)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s