Aυτοί που επέζησαν και αυτοί που χάθηκαν

Standard

«Ο καιρός έχει ωριμάσει για μια νέα ιστορία της εξόντωσης των Εβραίων της Ελλάδας»

 

Η Ρίκα Μπενβενίστε μιλάει για το βιβλίο της «Αυτοί που επέζησαν» και την ιστορία των Ελλήνων Εβραίων.

3 rikaΣυναρπαστικό, καινοτόμο και σπουδαίο» χαρακτηρίζει η Έφη Αβδελά (περ. Χρόνος, τχ. 22, Φεβρουάριος 2015) το βιβλίο της ιστορικού Ρίκας Μπενβενίστε Αυτοί που επέζησαν. Αντίσταση, Εκτόπιση, Επιστροφή. Θεσσαλονικείς Εβραίοι στη δεκαετία του 1940 (εκδ. Πόλις). Και συνεχίζει: «Πρόκειται για ένα βιβλίο που εικονογραφεί με τον πιο παραδειγματικό τρόπο ότι η ιστορία είναι ποιητική και ερμηνεία, ότι οι ιστορικοί αντλούμε από τα αρχεία, και κάθε είδους άλλα υλικά, πρώτη ύλη που τη μετατρέπουμε σε ιστορία επειδή και εφόσον της θέτουμε ιστορικά ερωτήματα, δηλαδή επειδή και εφόσον έχουμε επιλέξει τις μεθοδολογικές και θεωρητικές μας συντεταγμένες». Το βιβλίο, μέσα από τη μελέτη των ιστοριών Εβραίων της Θεσσαλονίκης που διασώθηκαν, προσεγγίζει αυτούς που χάθηκαν: σε σύνολο 50.000, πάνω από 46.00 εκτοπίστηκαν στα ναζιστικά στρατόπεδα, όπου σε ποσοστό 96% δολοφονήθηκαν. Με αφορμή την ημέρα Μνήμης των Θυμάτων του Ολοκαυτώματος, ο ιστορικός Βαγγέλης Καραμανωλάκης (Παν. Αθηνών) μίλησε με τη συγγραφέα Ρίκα Μπενβενίστε (διδάσκει στο Παν. Θεσσαλίας)

«Αυτοί που επέζησαν» επιγράφεται το βιβλίο (ίσως και μια «λοξή» αναφορά στον τίτλο του Πρίμο Λέβι, Αυτοί που βούλιαξαν κι αυτοί που σώθηκαν;). Έχουμε έτσι ένα «παράδοξο»: μελετώντας αυτούς που επέζησαν (που είναι σαφώς οι λιγότεροι, η εξαίρεση), προσεγγίζεις αυτούς που δεν επέζησαν (τους περισσότερους) και τον χαμό τους. Μίλησε μας γι’ αυτό.

Προέρχομαι από δύο οικογένειες που τα περισσότερα μέλη τους εκτοπίστηκαν και εξοντώθηκαν, λίγοι μόνο επέζησαν. Γνωρίζω ότι στο Ολοκαύτωμα δεν υπάρχει ούτε «ευτυχές τέλος» ούτε «success story». Το βάρος αυτής της επίγνωσης μεταφέρει και ο Πρίμο Λέβι στο τελευταίο βιβλίο του, στο οποίο με νηφαλιότητα και ορθοκρισία επαναθέτει μείζονα επιστημολογικά και ηθικά ζητήματα. Δανείζομαι από τον Λέβι την επιθυμία της διαρκούς υπενθύμισης ότι υπήρξαν οι άλλοι που δεν επέζησαν και ότι ο δρόμος προς τη μία ή την άλλη όχθη ήταν κάποτε αναπόδραστος, άλλοτε μαχητός και άλλοτε τυχαίος. Μιλώ για αυτούς που επέζησαν σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούσε ο θάνατος, μιλώ και για τη δύσκολη επιστροφή τους.

Αν αυτοί που επέζησαν είναι η εξαίρεση, αυτοί που χάθηκαν είναι η «κανονικότητα». Βέβαια, όπως λες και σε μια άλλη σου συνέντευξη αποτελούν μια «ανώμαλη κανονικότητα». Πώς ορίζεται αυτή;

Αυτοί που χάθηκαν, δηλαδή δολοφονήθηκαν ή εξοντώθηκαν, συνιστούν την πλειονότητα των εκτοπισμένων. Η εκτόπιση των Εβραίων με τρένα σε προορισμούς χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τον τόπο τους, αποτελεί το βασικό χαρακτηριστικό της διαδικασίας του διωγμού τους που καταλήγει στον θάνατο. Σκοπός και κανόνας των ναζιστικών διώξεων ήταν ο θάνατος. Από την άλλη πλευρά, το καθεστώς του τρόμου, οι στερήσεις που επιβλήθηκαν και τα φυλετικά μέτρα εναντίον των Εβραίων, ξεδιπλώνονται σε μια χρονική διάρκεια που λειτουργεί παρελκυστικά, παραπλανητικά για όλους: Οι άνθρωποι προσαρμόζονται, συνηθίζουν να ζουν με λιγότερο και ακριβότερο φαγητό, χωρίς ραδιόφωνο, με λογοκριμένες εφημερίδες, ο φόβος γίνεται καθημερινότητα, η βία και οι εκτελέσεις δεν εκπλήσσουν. Όλα αυτά τα «ανάποδα» της ελεύθερης ζωής γίνονται καθημερινότητα. Αυτή είναι η «ανώμαλη κανονικότητα». Από ένα χρονικό σημείο και έπειτα, οι διώξεις επιτείνονται, ο ρυθμός επιταχύνεται και ξεκινά η διαδικασία της εκτόπισης. Τότε μια νέα «ανώμαλη κανονικότητα» αφορά εκείνους που ζουν σε μια πόλη χωρίς Εβραίους. Διόλου «κανονικό» να έχει «αδειάσει» το ένα τρίτο των σπιτιών, να «λείπουν» συμμαθητές και γείτονες. Οι άνθρωποι προσαρμόζονται και πάλι, κάποιοι με οδύνη, αρκετοί με ιδιοτελή ευκολία.

Η μελέτη σου, όπως λες ρητά και στην εισαγωγή συνιστά, εκτός των άλλων «και μια μεθοδολογική πρόταση για μια νέα ιστορία της εξόντωσης των Εβραίων της Ελλάδας» και επιχειρείς να την εφαρμόσεις στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης. 

Πλατεία Αριστοτέλους, Θεσσαλονίκη, Ιούλιος 1942. Γερμανοί κάνουν καψώνια στους Εβραίους που έχουν συγκεντρώσει εκεί.(Πηγή: Bundesarchiv, Κόμπλεντς)

Πλατεία Αριστοτέλους, Θεσσαλονίκη, Ιούλιος 1942. Γερμανοί κάνουν καψώνια στους Εβραίους που έχουν συγκεντρώσει εκεί.(Πηγή: Bundesarchiv, Κόμπλεντς)

Πιστεύω ότι ο καιρός έχει ωριμάσει για μια νέα ιστορία της εξόντωσης των Εβραίων της Ελλάδας, με τις αναγκαίες προεκτάσεις στον Μεσοπόλεμο έως και τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Η ιστορία αυτή θα προσπαθήσει να αποδώσει τις διαφορετικές ανθρωπογεωγραφικές και χρονικές συντεταγμένες της εφαρμογής της τελικής λύσης στον ελληνικό χώρο, θα συνομιλεί με την έρευνα σε πραγματολογικό και θεωρητικό επίπεδο που διεξάγεται διεθνώς, θα επιστρέφει στα παλαιά ερωτήματα, θα θέτει νέα, θα επεξεργάζεται στοχαστικές προσεγγίσεις και επεξεργασίες. Η δική μου πρόταση δοκιμάζεται σε ζητήματα λιγότερο ή περισσότερο άγνωστα, που τα συνδέει η έρευνα σε μικρή κλίμακα παρατήρησης. Μελετώ ομάδες ανθρώπων που έζησαν κοινές εμπειρίες. Δεν ήθελα η αφήγησή μου να στηρίζεται ούτε σε ατομικά πορτρέτα αλλά ούτε και σε απρόσωπες γενικεύσεις. Είχα επίσης την πεποίθηση, που στην πορεία συνέχεια επιβεβαιωνόταν, ότι αν σε αρκετές περιπτώσεις τα γραπτά τεκμήρια λείπουν ή δεν μπορούμε να τους αποδώσουμε νόημα χωρίς να λάβουμε υπόψη τις μαρτυρίες των υποκειμένων, σε άλλες περιπτώσεις οι αναμνήσεις σιωπούν για πράγματα που τις απαντήσεις τις βρίσκουμε ακολουθώντας τα ίχνη του αρχείου. Ήθελα επίσης να αφηγηθώ μια ιστορία η οποία δεν τελειώνει ξαφνικά το 1945, τη στιγμή της Απελευθέρωσης, αλλά εκτείνεται έως το τέλος της κρίσιμης δεκαετίας του 1940. Η μέθοδος που ακολουθώ εντάσσεται στο θεωρητικό πρόγραμμα της μικροϊστορίας: Παρακολουθώντας τις διαδρομές ομάδων από ανθρώπους που βίωσαν την ίδια εμπειρία στη διάρκεια της Κατοχής και των εκτοπίσεων, προσπαθώ να συλλάβω σχέσεις ανάμεσα σε άτομα και ομάδες, να κατανοήσω ιστορικά προβλήματα που συνδέονται με συγκεκριμένες γεωγραφικές διαδρομές, να μάθω τι μπορεί να γνώριζαν σε μια δεδομένη στιγμή, ποιες επιλογές ανοίγονταν εμπρός τους, τι μέσα διέθεταν για να τις ακολουθήσουν, ποιο ήταν το αποτέλεσμα των επιλογών τους, το οποίο δεν μπορούσαν βέβαια να γνωρίζουν εκ των προτέρων. Η εξιστόρηση αυτών των εμπειριών προϋποθέτει το συνταίριασμα των διαφορετικών πηγών και των μαρτυριών. Ίχνη που βρίσκουμε στο χαρτί, στο αρχείο, στις αφηγούμενες αναμνήσεις.

Πώς εμπλέκεται η οικογενειακή/προσωπική μνήμη με το έργο του ιστορικού; Εννοώ τον πατέρα σου Ντικ Μπενβενίστε, έναν από τους «πρωταγωνιστές» του βιβλίου;

Η πρώτη γενιά των ιστορικών της Shoah, από τον Λεόν Πολιακόφ έως τον Σαούλ Φρηντλέντερ, όντας οι ίδιοι επιζώντες συνέβαλαν αποφασιστικά στην έρευνα. Σήμερα, καθώς η γενιά αυτή αποχωρεί αναμετριόμαστε με τις ιστορίες των γονιών και των παππούδων μας. Η έρευνα και η συγγραφή ήταν για μένα πειθαρχημένη εργασία όπως κάθε ιστορική μελέτη, αλλά ήταν επίσης και ένας τρόπος να γνωρίσω και να κατανοήσω τις ιστορίες των δικών μου. Δεν θέλησα να γράψω ούτε «βιογραφία» ούτε, σε καμία περίπτωση, «οικογενειακή ιστορία». Ωστόσο, καταλάβαινα, ότι ο βίος του πατέρα μου, ο κόσμος από τον οποίο προερχόταν, τα διλήμματα με τα οποία ήρθε αντιμέτωπος, οι τυχαίες συναντήσεις, οι αποφάσεις του, «έδεναν» με τη συλλογική περιπέτεια, εξηγούνταν από αυτήν αλλά και εξηγούσαν όψεις της μεγάλης ιστορίας της εποχής, προσδίδοντας βάθος και αποχρώσεις στα ερωτήματα που μας απασχολούν ως ιστορικούς: Πώς, κάτω από ποιες συνθήκες κάποιος το σκάει για να βγει αντάρτης στο βουνό; Τι αλλαγές επιφέρει η εμπειρία; Τι βρίσκει, ποιους βρίσκει όταν επιστρέφει στη γενέθλια πόλη; Απλές ερωτήσεις που μεταφράζονται στην ιδιόλεκτο των ιστορικών σε προβλήματα προς επίλυση: τι σημαίνει «Αντίσταση», τι σημαίνει «αντισημιτισμός», «κοινότητα» κτλ, κτλ. Η αναψηλάφηση της περιπέτειας των δικών μου ήταν μια διαδικασία συναισθηματικά φορτισμένη, αλλά διδακτική ως προς τις δυσκολίες του θέματος και εντέλει συμφιλιωτική. Θα μπορούσα ωστόσο να κάνω το ίδιο με αφορμή ένα πρόσωπο με το οποίο δεν με συνδέουν οικογενειακοί δεσμοί ή ένα πρόσωπο που δεν έπαιξε «σημαντικό ρόλο» για τη συλλογικότητα — και προς αυτήν την κατεύθυνση δουλεύω τώρα. Οι Εβραίοι υπό διωγμό, «σπουδαίοι» ή «αφανείς» συνθλίφτηκαν στα γρανάζια μιας τραγικής ιστορίας, αλλά δεν ήταν απλώς νούμερα, φιγούρες δίχως πρόσωπο και φωνή. Η εργασία μας ως ιστορικών είναι να αναδείξουμε αυτά τα πρόσωπα, αυτές τις φωνές.

Κλείνεις το βιβλίο με τη ρήση του Κρακάουερ ότι «οι εξόριστοι και οι ιστορικοί ζουν ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Αναζητούν την οικειότητα και την αποξένωση ταυτόχρονα». Γιατί;

Εξόριστος και ο ίδιος από το 1933, ο Κρακάουερ, αυτός ο σπουδαίος διανοούμενος γνώριζε την ατέρμονη προσπάθεια που απαιτεί από τον ξένο η κατανόηση του νέου του περίγυρου και την ταυτόχρονη ανάγκη καταφυγής στο οικείο παρελθόν που προηγείται της εξορίας. Ο ιστορικός, ξένος στον κόσμο της εποχής που μελετά επιχειρεί να διαβάσει ανάμεσα στις γραμμές του αρχείου, να κατανοήσει πέρα από τα επιφαινόμενα, να μπει μέσα σε έναν διαφορετικό κόσμο∙ αναζητεί την οικειότητα και δεν εκδιώκει τα συναισθήματα, αποφεύγει ταυτίσεις και αποξενώνεται.

4 σκέψεις σχετικά με το “Aυτοί που επέζησαν και αυτοί που χάθηκαν

  1. Πλατεία Αριστοτέλους, Θεσσαλονίκη, Ιούλιος 1942. Γερμανοί κάνουν καψόνια στους Εβραίους που έχουν συγκεντρώσει εκεί.(Πηγή: Bundesarchiv, Κόμπλεντς)
    Τι θα γίνει εν τέλει με τα καψόνια;;; Πού βρέθηκαν τα «καψώνια», ε; Πού;;

    • Εδώ: Λεξικό της σύγχρονης ελληνικής δημοτικής γλώσσας του Εμμ. Κριαρά: «καψώνι το, ουσ. (προφ. στρατ.) κουραστική άσκηση ή αγγαρεία ή παράλογη σωματική ή ψυχολογική ταλαιπωρία που επιβάλλουν στους στρατιώτες κάποιοι βαθμοφόροι ή αξιωματικοί για τιμωρία και εθισμό στην τυφλή πειθαρχία» κλπ κλπ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s