Στα «Ενθέματα» αύριο Κυριακή 7 Φεβρουαρίου

Standard

Κείμενα των: Τζων Κάσιντι, Νίκολας Κριστόφ, Νιβεντίνα Ματζουμντάρ, Όουεν Τζόουνς, Ηλέκτρας Αλεξανδροπούλου, Γιάννη Κολοβού, Γιάννη Χατζηδημητράκη, Νίκου Σαραντάκου, Κώστα Γαλανόπουλου, Άαρον Τζέιμς Γουέντλαντ, Αλεξάνδρας Ιωαννίδου 

                                           Το φαινόμενο Σάντερς. 4 κείμενα                                            

John Brack - Man in Pub (1953)

John Brack – Man in Pub (1953)

Ένας εβδομηντάρης που η δύναμή του πηγάζει από τη νεολαία, του Όουεν Τζόουνς. «Η οικονομική ανασφάλεια είναι ο κύριος παράγοντας που οδηγεί στον σημερινό ριζοσπαστισμό των νέων. Σαράντα εκατομμύρια Αμερικανοί πλέον επιβαρύνονται με τα χρέη των φοιτητικών δανείων, πράγμα που υποβαθμίζει το βιοτικό τους επίπεδο. Η ιδιοκατοίκηση –η βάση του «αμερικάνικου ονείρου»– βρίσκεται σήμερα στο χαμηλότερο επίπεδο του τελευταίου μισού αιώνα. Η οικονομική ανάκαμψη είναι μια αφηρημένη έννοια για πολλούς νέους Αμερικανούς, που πάρα πολύ συχνά οδηγούνται σε επισφαλείς και χαμηλά αμειβόμενες εργασίες, με μικρή προοπτική αύξησης του μισθού ή ανόδου του βιοτικού επιπέδου στο επίπεδο που πιστεύουν ότι τους αξίζει. Μια παρόμοια εικόνα μπορούμε να δούμε, φυσικά, και στη Βρετανία. Οι κυβερνητικές πολιτικές θέτουν στο στόχαστρο κυρίως τους νεότερους ανθρώπους: είτε πρόκειται για τη ματαίωση της προσδοκίας σπουδών με τον τριπλασιασμό των διδάκτρων, τη διακοπή υπηρεσιών για τη νεολαία, την κατάργηση του επιδόματος εκπαίδευσης, του βασικού μισθού που εισάγει διακρίσεις σε βάρος των νέων, είτε την πτώση του βιοτικού επιπέδου που οι μεγαλύτεροι σε ηλικία Βρετανοί δεν είχαν βιώσει». (μετάφραση: Γιάννης Χατζηδημητράκης)

Ο Μπέρνι και οι αριστεροί επικριτές του, της Νιβεντίνα Ματζουμντάρ. «’Όταν τοποθετήσουμε την υποψηφιότητά του στο πλαίσιο των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η Αριστερά, του προσανατολισμού των πολιτικών του αντιπάλων, και του απίστευτου ενθουσιασμού που έχει προκαλέσει μέσα σ’ ένα κλίμα γενικής ήττας, οι εξ αριστερών επιθέσεις εναντίον του Σάντερς είναι ολοένα και πιο δύσκολο να αντέξουν. Κάποιες από τις κριτικές είναι αναμενόμενες. Ο Μπέρνι είναι απλώς ένας σοσιαλδημοκράτης. Δεν υποστηρίζει την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, ούτε ζητά το ξεχαρβάλωμα της αμερικανικής αυτοκρατορίας· έχει αρκετές φορές αποτύχει να επιδείξει ενστικτώδη ενσυναίσθηση για τις φυλετικές μειονότητες· και, φυσικά, θα ήταν καλύτερα αν ήταν γυναίκα. Ωστόσο, η πολιτική πάντοτε σχετίζεται με το γενικό πλαίσιο. Και αυτό το πλαίσιο είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες· δεν είναι ούτε η Ευρώπη ούτε η Λατινική Αμερική. Οι ΗΠΑ είναι μια χώρα με βαθιά αντικομμουνιστική παράδοση, με ελάχιστες μακρινές αναμνήσεις οργανωμένης αριστερής πολιτικής, και το πεδίο μιας σταθερής, ανελέητης, τριακονταετούς επίθεσης στην εργατική τάξη. Και είναι γεγονός πως σήμερα, μετά από δεκαετίες ολόκληρες υποχώρησης της Αριστεράς, η καμπάνια του Σάντερς αποκτά απήχηση στον εργατικό κόσμο όλης της χώρας — και μάλιστα, όχι παρά το ότι εγκολπώνεται τον όρο «σοσιαλισμός», αλλά εξαιτίας αυτού. Αναλογιστείτε το για ένα λεπτό». (μετάφραση: Δημήτρης Ιωάννου)

Ο Σάντερς και ο νέος λαϊκισμός, του Τζων Κάσιντι. «Ωστόσο, τι ακριβώς σημαίνει, στις μέρες μας, να λες ότι έχεις θετική γνώμη για τον σοσιαλισμό; Ψηφίζοντας τον Σύριζα και τους Podemos, οι Έλληνες και οι Ισπανοί δεν ψήφισαν υπέρ της εθνικοποίησης των μέσων παραγωγής ή της επανασύστασης της Κομιντέρν. Ψήφισαν κατά της πολιτικής λιτότητας που επιβλήθηκε από ένα πολιτικό σύστημα που μοιάζει αιχμάλωτο των γραφειοκρατών στις Βρυξέλλες και των τραπεζιτών στη Φρανκφούρτη, απαιτώντας την επιστροφή στα ιδεώδη του Διαφωτισμού για λαϊκή κυριαρχία και λαϊκή συμμετοχή. Κάτι παρόμοιο ισχύει και για τους υποστηρικτές του Σάντερς. Όταν μαζεύονται στις συγκεντρώσεις του και επευφημούν στις προτροπές του «να πάρουμε πίσω την κυβέρνησή μας από τη χούφτα των δισεκατομμυριούχων που την ελέγχουν», δεν επιδοκιμάζουν απλώς την ταξική του ανάλυση· εκφράζουν ελπίδα — ελπίδα ότι, ακόμα και τώρα, που η αποστέωση του αμερικανικού πολιτικού συστήματος έχει προχωρήσει τόσο, η πολιτική κινητοποίηση μπορεί να αλλάξει τα πράγματα προς το καλύτερο». (μετάφραση: Δημήτρης Ιωάννου)

Δυο ερωτήσεις για τον Μπέρνι Σάντερς, του Νίκολας Κριστόφ. «Η Washington Post τον περασμένο μήνα δημοσίευσε ένα καυστικό κύριο άρθρο με τίτλο «Η επιστημονικής φαντασίας εκστρατεία του Μπέρνι Σάντερς». Χλευάζει τους «φανταστικούς ισχυρισμούς του» και προσθέτει: «O Σάντερς δεν είναι ένας γενναίος που λέει αλήθειες. Είναι ένας πολιτικός που πουλάει το δικό του είδος φανταστικού». Νομίζω ότι είναι πολύ σκληρό, γιατί ο Σάντερς χαϊδεύει αυτιά λιγότερο από ό, τι άλλοι πολιτικοί (αυτό, βέβαια, είναι ένα πολύ χαμηλό μέτρο σύγκρισης) και έχει συχνά υπερασπιστεί μοναχικές θέσεις που αποδείχθηκαν ότι σωστές, όπως η αντίθεσή του με τον πόλεμο στο Ιράκ. Αλλά εξακολουθεί να υπάρχει το ανοιχτό ζήτημα του πώς θα μπορέσει να εφαρμόσει την φιλόδοξη ατζέντα του». (μετάφραση: Γιάννης Χατζηδημητράκης)

.

«Είμαστε σπίτι μας οπουδήποτε υπάρχουν αθώα θύματα». Γενάρης του 2016 στη Μυτιλήνη, από την Ηλέκτρα Αλεξανδροπούλου. «Η εξουσία ανακατεύει τη λάσπη. Στη Μυτιλήνη η εξουσία, όλες οι εξουσίες, ανακατεύουν πρώτα τον βυθό της θάλασσας και μετά ανακατεύουνε τη λάσπη από τη βροχή πάνω στα συρματοπλέγματα στη Μόρια, τη σκόνη από τα χαλίκια στα γραφεία των παραμάγαζων στο Καρά Τεπέ που πουλάνε τα εισιτήρια στους πρόσφυγες πάντα πιο ακριβά, λίγο πιο ακριβά, έτσι για την αλητεία, τη σκουριά στα κάγκελα στο κρατητήριο όπου κρατούνται ένας, δύο, τρεις διακινητές, πού τι θα γίνει μ’ αυτούς ρε παιδιά; Ε, τι να γίνει, τα γνωστά: θα δικαστούν, θα καταδικαστούν και σε λίγους μήνες θα είναι πάλι έξω, τη μυρωδιά από τα λεφτά που σκορπάει απλόχερα η σταρ των ΜΚΟ, το IRC, σε ολόκληρο το νησί και Μόλυβος, Μυτιλήνη, Εφταλού υποκλίνονται στο πέρασμά του… Και τη λάσπη στο μυαλό που έχουνε κάτι προύχοντες που κρατάνε πόστα χρόνια τώρα, πολλά χρόνια, σε ναυσιπλοΐες, τηλεοράσεις του Αιγαίου και ραδιόφωνα, κάτι άθλιοι που θα τους ξεχάσεις αμέσως».

Κοινωνικά απόβλητα: Η ιστορία της πανκ σκηνής στην Αθήνα. Συνέντευξη του Γιάννη Κολοβού στον Γιάννη Χατζηδημητράκη με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του «Κοινωνικά απόβλητα. Η ιστορία της πανκ σκηνής στην Αθήνα, 1979-2015». Μιλάει για την πανκ υποκουλτούρα και ταυτότητα, το κλίμα της μεταπολίτευσης, την πολιτικοποίηση της πανκ σκηνής, τις μετέπειτα διαδρομές. «Οι δεκαπεντάχρονοι πανκ δεν είχαν βιώσει συνειδητά τη δικτατορία και, με το όλο το θράσος της εφηβείας, έβλεπαν τη σταδιακή ωρίμανση της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας, ακόμα και μετά την εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ, ως «μπασταρδοκρατία» κραυγάζοντας «για ποια ελευθερία μιλάμε»; Βεβαίως, οι θέσεις και η στάση τους αυτή δεν είχαν προκύψει από κάποια εμπεριστατωμένη μελέτη της κοινωνίας και της ιστορίας. Πώς θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο άλλωστε από μαθητές γυμνασίου και λυκείου; Αυτό που γνώριζαν ήταν ό,τι ζούσαν καθημερινά: ο αστυνομικός που πηγαίνει τους πιτσιρικάδες με την παράξενη εμφάνιση στο τμήμα «για εξακρίβωση στοιχείων» (κι έριχνε και «καμιά φάπα» στο μεταξύ), ο μαθηματικός που ξεφυλλίζει βασανιστικά τον κατάλογο για να δει ποιον θα σηκώσει στον πίνακα και η «θείτσα» φιλόλογος, η γλώσσα της ΚΝΕ που δεν καταλάβαιναν, οι πολιτικοί που ήταν όλοι γέροι, οι παντόφλες του πατέρα τους, η ρόμπα της μάνας τους και η ελληνική ταινία του Σαββάτου, το γεγονός πως το εισιτήριο που δεν είχαν για να μπουν στο φεστιβάλ Rock in Athens, να δουν τους Clash, ήταν γι’ αυτούς μια λεπτομέρεια που λυνότανε με “ντου”». 

Πρόσφυγες έξω από το Σένγκεν. Ο Νίκος Σαραντάκος στην στήλη του «ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ», λεξιλογεί για το «Σενγκεν» και τους «πρόσφυγες». «Κι έτσι, συνεκδοχικά, η μικρή λουξεμβουργιανή κωμόπολη έφτασε να σημαίνει ή να ονοματίζει όλον τον χώρο των μετακινήσεων χωρίς διαβατήριο: ο «χώρος Σένγκεν» δεν είναι τα 31 τετραγωνικά χιλιόμετρα κοντά στο τριεθνές, αλλά μια απέραντη –και θεωρητικά χωρίς εξωτερικά σύνορα– επικράτεια 26 κρατών, συνολικής έκτασης 4.312.000 τ.χ. Κι όταν μας απειλούν πως «θα μας βγάλουν από το Σένγκεν», εννοούν την αποπομπή της Ελλάδας από τη συμφωνία του Σένγκεν, άρα και την υποχρέωση επίδειξης διαβατηρίου στα ταξίδια, δεν εννοούν πως θα μας απαγορεύσουν την είσοδο στη γραφική κωμόπολη. […] Σε αυτή τη στήλη συνήθως, αν και όχι τόσο σήμερα, λεξιλογούμε, να πούμε λοιπόν δυο λόγια για τη λέξη «πρόσφυγας». Είναι λέξη όχι της κλασικής αρχαιότητας αλλά ελληνιστική, από το ρήμα «προσφεύγω» που σήμαινε «αναζητώ καταφύγιο», σύνθετο του ρήματος «φεύγω», που, αυτό, είναι πανάρχαιο. Πρόσφυξ λοιπόν, ενώ στα μεσαιωνικά χρόνια εμφανίστηκε και τύπος «ο πρόσφυγος», αλλά σήμερα, βέβαια, λέμε πρόσφυγας».

Η «δημοκρατικά επιλεγόμενη» αμφισβήτηση της δημοκρατίας. Γράφει ο Κώστας Γαλανόπουλος: «“Δεν έχει πάντα δίκιο η πλειοψηφία;”, ερωτάται κεντρικότατο πολιτικό πρόσωπο και διακεκριμένος συνταγματολόγος, δίνοντας την ακόλουθη απάντηση: «Όχι, βέβαια. Τι θα πει έχει δίκιο η πλειοψηφία; Η αλήθεια δεν είναι πάντα δημοκρατικά αποδεκτή, ούτε είναι δημοκρατικά επιλεγόμενη» […] Αυτό που επιχειρείται εδώ είναι η αμφισβήτηση της θεμελιώδους παραδοχής της δημοκρατίας. Ποιος, άλλωστε, δεν έχει αισθανθεί απόσταση από τις εκάστοτε επιλογές της πλειοψηφίας, και πόσοι άραγε δεν φρίττουν ή αισθάνονται να απειλούνται από αυτές; Βεβαίως, απέναντι στις ιδεολογίες που θεωρούσαν αμφισβητήσιμη έως ανύπαρκτη την ικανότητα του λαού να σκεφτεί και να δράσει ορθολογικά, η Αριστερά όφειλε να υπερασπιστεί αυτό που κατά τη γνώμη της νοηματοδοτούσε, αλλά και ολοκλήρωνε, τη δημοκρατία. Και αυτό δεν ήταν άλλο από την ικανότητα όλων για αυτοκυβέρνηση, δηλαδή την ικανότητα, άρα και το δικαίωμα για ισότιμη συμμετοχή στην πολιτική ζωή και των κατώτερων τάξεων, του λαού. Από το ένα άκρο του πολιτικού φάσματος στο άλλο, αυτό που, μεταξύ άλλων, μεταβάλλεται είναι και ο αριθμός εκείνων που δικαιούται να συμμετέχουν στην πολιτική ζωή. Από το απώτατο δεξιό άκρο, όπου το δικαίωμα αυτό αποδίδεται στον ένα, έως το πλέον απομακρυσμένο αριστερό, όπου το δικαίωμα απονέμεται αδιαπραγμάτευτα σε όλους».

Τι οφείλουμε ο ένας στον άλλο; Μια λεβινασική προσέγγιση της ηθικής μας ευθύνης απέναντι στους πρόσφυγες, του Άαρον Τζέιμς Γουέντλαντ. «Τώρα, στη Γερμανία και αλλού, οι πόρτες κλείνουν. Αλλά ποιες είναι οι πιθανές συνέπειες αυτής της αντίδρασης στους ξένους, για εκείνους που βρίσκονται σε ανάγκη; Μπορεί αυτή η στάση να δικαιολογηθεί; Οφείλουμε σε αυτούς που υποφέρουν, τους αποστερημένους, κάτι περισσότερο, εάν πρόκειται να αποκαλούμαστε ηθικά όντα; Λίγοι φιλόσοφοι έχουν καταπιαστεί με ερωτήματα όπως αυτά με πιο άμεσο τρόπο απ’ ότι ο Εμμανουέλ Λεβινάς.[…] Στην προμετωπίδα του Άλλως του είναι, ο Λεβινάς γράφει: «Στη μνήμη εκείνων των εγγύτερων μεταξύ των έξι εκατομμυρίων που δολοφονήθηκαν από τους εθνικοσοσιαλιστές, πλάι στα εκατομμύρια εκατομμυρίων ανθρώπων όλων των ομολογιών και όλων των εθνών, θύματα του ίδιου μίσους για τον άλλο άνθρωπο, του ίδιου αντισημιτισμού». Το βιβλίο που ακολουθούσε ήταν ένας βαθύς στοχασμός στην ουσία του αποκλεισμού. Αποτελούσε, επίσης, μια ασυμβίβαστη περιγραφή μιας βασικής φιλοξενίας που συνιστά την ανθρωπινότητά μας. Το εκτενές έργο του Λεβινάς έχει πολλά να μας διδάξει για τη φύση και τον κίνδυνο του εθνικισμού, καθώς και για την ανάγκη να καλωσορίζουμε και να προστατεύουμε τα εύτρωτα ανθρώπινα όντα».

Καίτη Δρόσου, ή πώς να γερνάς αντίστροφα. Απόχαιρετισμός στην ποιήτρια και δημοσιογράφο Καίτη Δρόσου από την Αλεξάνδρα Ιωαννίδου. «Στις διηγήσεις της αμέσως διαπίστωνες τον έρωτα που έτρεφε ακόμα για τους δυο μεγάλους ποιητές-συντρόφους της ζωής της, τον Άρη Αλεξάνδρου και τον Γιάννη Ρίτσο. Της είμαι ευγνώμων για το πορτρέτο του Ρίτσου που μου σκιαγράφησε, υποσκάπτοντας την αγιογραφία προς την κατεύθυνση ενός όλο χιούμορ, ζεστού, οργιαστικού και συνάμα τρυφερού συντρόφου ζωής, ενός πολυτάλαντου, διονυσιακού ανθρώπου που την έκανε να γελάει με τα αληθινά ανατρεπτικά και ιερόσυλα αστεία του. […] Ο Αλεξάνδρου, πιο δύσκολος σαν χαρακτήρας, κλειστός, δυσπρόσιτος, της αφιέρωσε μερικά από τα πιο όμορφα ερωτικά ποιήματα της ελληνικής ποίησης. Μου είχε πει πως όταν ο Αλεξάνδρου πρωτάκουσε τη μελοποίηση του Μιχάλη Γρηγορίου («όπου πατάς/ πέφτουν πράσινα φύλλα…») είχε κλάψει από συγκίνηση — του άρεσαν πολύ. Και δεν συγχωρούσε στον εαυτό της που κάποτε, απελπισμένη από την οικονομική πίεση, πιο γήινη εκείνη, πιο ανήσυχη, τον είχε μαλώσει που δεν «έριξε τον εγωισμό του» να κάνει σωστά, δηλαδή με μια δόση ταπείνωσης, την αίτηση για την –τελικά χαμένη– υποτροφία μιας Φιλέλληνος Γαλλίδας».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s