Καίτη Δρόσου, ή πώς να γερνάς αντίστροφα

Standard

της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου

 

 «Ακολούθα, μου λένε,

το μεγάλο ποτάμι που για σένα,

τη στιγμή τούτη ανοίχτηκε

Ιδού, ο οβολός σου

για τον πορθμέα»

(Καίτη Δρόσου, από την ποιητική

της συλλογή Οι τοίχοι τέσσερις, Κείμενα,1985)

Την Τρίτη πέθανε η ποιήτρια και δημοσιογράφος Καίτη Δρόσου σε ηλικία 94 ετών. Δεν θα γράψω «έφυγε» — της άρεσαν τα σταράτα λόγια, κι ας είναι ενίοτε σκληρά. «Τίποτα δεν υπάρχει μετά, σκοτάδι, σκοτάδι, τίποτα», μου είχε πει κάποτε που μιλούσαμε για τον θάνατο.

Από το 1967 ζούσε στο Παρίσι, σ’ ένα μικρό διαμέρισμα. Αυτοεξόριστη. Το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα που με τη μεσολάβηση του Λουί Αραγκόν είχε συνδράμει πολλούς Έλληνες που είχαν φύγει στη Γαλλία, δασκαλεμένο για την «περίπτωση», δεν έκανε τίποτα για κείνη και τον σύντροφό της Άρη Αλεξάνδρου. Δεν το ζήτησαν ούτε εκείνοι. Η απομόνωση του αποδιοπομπαίου αντιρρησία συνείδησης Αλεξάνδρου υιοθετήθηκε από το αδελφό κόμμα. Επί δεκαπέντε χρόνια, η Καίτη Δρόσου, ήταν αναγκασμένη να δουλεύει σε ένα εργοστάσιο για να μπορέσει να επιζήσει. Ο Αλεξάνδρου, οδοκαθαριστής και νυχτοφύλακας. Συνέχεια ανάγνωσης

Τι οφείλουμε ο ένας στον άλλο;

Standard

Μια λεβινασική προσέγγιση της ηθικής μας ευθύνης απέναντι στους πρόσφυγες

 

του Άαρον Τζέιμς Γουέντλαντ

μετάφραση: Γεράσιμος Κακολύρης

Οι χιλιάδες πρόσφυγες που συνεχίζουν να φτάνουν στην Ευρώπη αντιμετωπίζουν εμπόδια: όχι μόνο φυσικά εμπόδια –τείχη, φράκτες, αγκαθωτά συρματοπλέγματα– αλλά μια ακόμη βαθύτερη αντίσταση, τον εθνικισμό και την ξενοφοβία που κατακυριεύουν την ευρωπαϊκή ήπειρο απ’ άκρη σ’ άκρη.

Μυτιλήνη, Οκτώβριος 2015. Φωτογραφία του Άρη Μεσσήνη.

Μυτιλήνη, Οκτώβριος 2015. Φωτογραφία του Άρη Μεσσήνη.

Ένας μικρός αριθμός από πρόσφατα γεγονότα (οι επιθέσεις του Ισλαμικού Κράτους στην Κωνσταντινούπολη, στο Παρίσι και αλλού, καθώς επίσης η μαζική σεξουαλική παρενόχληση που δέχθηκαν γυναίκες στην Κολωνία, την παραμονή του νέου έτους) συνεχίζουν να τροφοδοτούν έναν βαθύ και συχνά παράλογο φόβο για τον «άλλο». Και έπειτα υπάρχει η αντιπαράθεση για τους πρόσφυγες που έρχονται στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου ένα εθνικιστικό συναίσθημα έχει επίσης προκύψει, συχνά και στη ρητορική ορισμένων υποψηφίων για την προεδρία.

Τώρα, στη Γερμανία και αλλού, οι πόρτες κλείνουν. Αλλά ποιες είναι οι πιθανές συνέπειες αυτής της αντίδρασης στους ξένους, για εκείνους που βρίσκονται σε ανάγκη; Μπορεί αυτή η στάση να δικαιολογηθεί; Οφείλουμε σε αυτούς που υποφέρουν, τους αποστερημένους, κάτι περισσότερο, εάν πρόκειται να αποκαλούμαστε ηθικά όντα; Συνέχεια ανάγνωσης

Η «δημοκρατικά επιλεγόμενη» αμφισβήτηση της δημοκρατίας

Standard

του Κώστα Γαλανόπουλου

Joan Miro, - Rope and People I (1935)

Joan Miro, – Rope and People I (1935)

«Δεν έχει πάντα δίκιο η πλειοψηφία;», ερωτάται κεντρικότατο πολιτικό πρόσωπο και διακεκριμένος συνταγματολόγος, δίνοντας την ακόλουθη απάντηση: «Όχι, βέβαια. Τι θα πει έχει δίκιο η πλειοψηφία; Η αλήθεια δεν είναι πάντα δημοκρατικά αποδεκτή, ούτε είναι δημοκρατικά επιλεγόμενη» (Eφ.Συν, 25.12.2015).[1] Ο πειρασμός να τρωθεί η θέση αυτή μέσω της απλής αναφοράς του ονόματος του ερωτώμενου είναι μεγάλος, αλλά το argumentum ad hominem έχει απολέσει προ πολλού, και δικαίως, την ισχύ του. Αυτό όμως που επιχειρείται εδώ είναι η αμφισβήτηση της θεμελιώδους παραδοχής της δημοκρατίας. Ποιος, άλλωστε, δεν έχει αισθανθεί απόσταση από τις εκάστοτε επιλογές της πλειοψηφίας, και πόσοι άραγε δεν φρίττουν ή αισθάνονται να απειλούνται από αυτές; Βεβαίως, απέναντι στις ιδεολογίες που θεωρούσαν αμφισβητήσιμη έως ανύπαρκτη την ικανότητα του λαού να σκεφτεί και να δράσει ορθολογικά, η Αριστερά όφειλε να υπερασπιστεί αυτό που κατά τη γνώμη της νοηματοδοτούσε, αλλά και ολοκλήρωνε, τη δημοκρατία. Και αυτό δεν ήταν άλλο από την ικανότητα όλων για αυτοκυβέρνηση, δηλαδή την ικανότητα, άρα και το δικαίωμα για ισότιμη συμμετοχή στην πολιτική ζωή και των κατώτερων τάξεων, του λαού. Από το ένα άκρο του πολιτικού φάσματος στο άλλο, αυτό που, μεταξύ άλλων, μεταβάλλεται είναι και ο αριθμός εκείνων που δικαιούται να συμμετέχουν στην πολιτική ζωή. Από το απώτατο δεξιό άκρο, όπου το δικαίωμα αυτό αποδίδεται στον ένα, έως το πλέον απομακρυσμένο αριστερό, όπου το δικαίωμα απονέμεται αδιαπραγμάτευτα σε όλους. Και απέναντι στη φιλελεύθερη δυσθυμία έναντι των αναπόφευκτων συνεπειών της αποδοχής της δημοκρατικής αρχής, που πρακτικά εκφράστηκε μέσω της άρνησης της καθολικής ψηφοφορίας και της ταύτισης της δημοκρατίας με τυπικές και θεσμικές διαδικασίες, η Αριστερά (ως έννοια γένους) πρότασσε αυτό που θεωρούσε πως αποκαθιστά την ουσία της δημοκρατίας και την ολοκληρώνει: την όσο το δυνατόν ευρύτερη συμμετοχή του λαού στη πολιτική ζωή, έως την ύστατη πολιτειακή συνέπεια της, την άμεση δημοκρατία. Η φιλελεύθερη καταγγελία της –ας την πούμε έτσι– ουσιοκρατικής αντίληψης της δημοκρατίας από την Αριστερά εκκινεί ακριβώς από εκεί: την επιμονή και εμμονή της Αριστεράς, να ονομάζει πραγματική δημοκρατία μόνο την άμεση δημοκρατία,[2] να αποδέχεται ως νόμιμα μόνο όσα πολιτεύματα τείνουν προς αυτήν ή εμπνέονται από αυτή, την οδηγεί σε μια εκ των πραγμάτων υποβάθμιση της σημασίας που έχουν οι φιλελεύθερες εγγυήσεις της όποιας, έστω και ατελούς, μορφής. Με αυτόν τον τρόπο, συνεχίζει η κριτική, η Αριστερά επικαλούμενη μια ιδεατή μορφή της δημοκρατίας και εξ ονόματος του δυνητικού φορέα της, του λαού, καταλήγει είτε στον ολοκληρωτισμό είτε στο λαϊκισμό. Το φιλελεύθερο επιχείρημα αποκρούεται αντιστρέφοντας μία εκ των προκειμένων του: η επιμονή του φιλελευθερισμού σε μια τυποκρατική θεώρηση της δημοκρατίας, η ταύτισή της για παράδειγμα με τον κοινοβουλευτισμό ή με τις περιοδικές εκλογικές διαδικασίες, καταλήγει (αν δεν οφείλεται) στην άρνηση αυτού που αποτελεί την ουσία της δημοκρατικής μορφής, δηλαδή της καθολικής συμμετοχής. Συνέχεια ανάγνωσης

Πρόσφυγες έξω από το Σένγκεν

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Το Σένγκεν είναι ένα γραφικό χωριό στον νότο του Λουξεμβούργου, πολύ κοντά στο τριεθνές σημείο που σχηματίζεται εκεί όπου οι δυο γίγαντες, η Γαλλία και η Γερμανία, συναντιούνται με το μικροσκοπικό Μεγάλο Δουκάτο. Είναι χτισμένο στις όχθες του ποταμού Μοζέλα, παραπόταμου του Ρήνου, που αποτελεί και το σύνορο Γερμανίας-Λουξεμβούργου, ενώ το ακριβές τριεθνές σημείο βρίσκεται στο νερό, στη μέση του ποταμού.

Σύμφωνα με την τελευταία απογραφή, ο δήμος του Σένγκεν (που περιλαμβάνει και τρία-τέσσερα γειτονικά χωριά) είχε 4392 κατοίκους, που ανήκουν σε 64 εθνικότητες — υπάρχει κι ένας Έλληνας. Μπορεί αυτό να εντυπωσιάζει, αλλά σε άλλες πόλεις και χωριά του Μεγάλου Δουκάτου η εθνοτική ποικιλία είναι σαφώς μεγαλύτερη.

Οι πλαγιές του Μοζέλα, και από τις δυο μεριές των συνόρων, είναι φυτεμένες με αμπέλια — ο τόπος βγάζει καλό άσπρο κρασί, και σύμφωνα με τον Καρλ Μαρξ που είχε γεννηθεί καμιά πενηνταριά χιλιόμετρα πιο πάνω, οι νότιοι Γερμανοί που πίνουν κρασί διαφέρουν στον χαρακτήρα από τους υπόλοιπους που πίνουν μπίρα. Συνέχεια ανάγνωσης

Δυο ερωτήσεις για τον Μπέρνι Σάντερς

Standard

Το φαινόμενο Σάντερς-4

του Νίκολας Κριστόφ

μετάφραση: Γιάννης Χατζηδημητράκης

Όταν το 1981 ο Μπέρνι Σάντερς κέρδισε τις εκλογές και βγήκε δήμαρχος του Μπέρλινγκτον, τηλεφώνησα στο γραφείο του, αναζητώντας υλικό για να γράψω ένα άρθρο για έναν σοσιαλιστή που εκλέχθηκε σε κάποια θέση. Ήμουν ασκούμενος στην Washington Post και μίλησα για πολύ ώρα με κάποιον βοηθό, ο οποίος σήκωσε το τηλέφωνο στο γραφείο του δημάρχου.

Ρώτησα σχετικά με τα σχέδια του Σάντερς, και ο βοηθός απαντούσε συνέχεια με το «εμείς» — το οποίο εξέλαβα ως μια όμορφη «νότα» σοσιαλισμού. Μετά από μισή ώρα είχα αρκετό υλικό για επεξεργασία και έτσι ρώτησα το όνομα του βοηθού. «Α», απάντησε λίγο συνεσταλμένα ο συνομιλητής μου, «είμαι ο Μπέρνι Σάντερς».

Η απουσία «ύφους πολιτικού» από τον Σάντερς βοήθησε στην εκτόξευσή του στην κορυφή της προεδρικής κούρσας, ανατρέποντας μια διαφορά 50 μονάδων και φτάνοντας την ισοπαλία με την Χίλαρι Κλίντον στην Αϊόβα. Εμφανίζεται ανεπιτήδευτος: άλλοι υποψήφιοι φιλούν μωρά, ο Σάντερς φαίνεται να τα αφήνει στην άκρη, ώστε να μπορέσει να σας πει περισσότερα για την ανισότητα στην Αμερική. Οι περισσότεροι πολιτικάντηδες γλυκομιλούν στους ψηφοφόρους, ο Σάντερς τους μιλάει με αψάδα. Θαυμάζω το πάθος του Σάντερς, την αδιάκοπη εστίασή του στην ανισότητα και τη συνέπειά του. Όταν ορκίστηκε δήμαρχος του Μπέρλινγκτον, δήλωσε: «Οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι, οι φτωχοί φτωχότεροι και εκατομμύρια οικογένειες σταδιακά κατρακυλούν από τη μεσαία τάξη στη φτώχεια». Αυτό έχει παραμείνει το “μάντρα” του εδώ και 35 χρόνια. Και όμως, ακόμα έχω δύο βασικές ερωτήσεις για τον Σάντερς: Συνέχεια ανάγνωσης

Ο Σάντερς και ο νέος λαϊκισμός

Standard

Το φαινόμενο Σάντερς-3

του Τζων Κάσιντι

μετάφραση: Δημήτρης Ιωάννου

Ο νέος λαϊκισμός, αν μπορούμε να τον ονομάσουμε έτσι, συντίθεται από μια βαθιά καχυποψία έναντι των πολιτικών, επιχειρηματικών και μιντιακών ελίτ, από έναν ζήλο να κινητοποιήσει ένα μέρος του κόσμου σχετικά νέο στην πολιτική, κι από μια προθυμία να ενστερνιστεί πολιτικές που εδώ και καιρό έμοιαζαν απαγορευμένες. Στη δεξιά εκδοχή του, ο νέος λαϊκισμός μπορεί να παίρνει τη μορφή μισαλλόδοξων προτάσεων ενάντια στους μετανάστες, τους μουσουλμάνους, τους «ξένους» κάθε μορφής και είδους. Στην αριστερή, μορφοποιείται γύρω από την απαίτηση να συρρικνωθούν τα μεγάλα πιστωτικά ιδρύματα, να παταχθεί η φοροαποφυγή των πολυεθνικών εταιρειών, να υιοθετηθεί ένα πιο προοδευτικό φορολογικό σύστημα, και να παρθούν πιο σοβαρά μέτρα για τον περιορισμό των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.

Ο Σάντερς ισχυρίζεται ότι θα κάνει όλα τα παραπάνω. Αυτό όμως που τον κάνει να ξεχωρίζει δεν είναι το πρόγραμμά του, που μπορεί να περιγραφεί συνοπτικά ως η μετατόπιση των ΗΠΑ προς το Σκανδιναβικό μοντέλο σοσιαλδημοκρατίας μ’ έναν τρόπο πολύ πιο αποφασιστικό από αυτόν που θα διάλεγε η Κλίντον ή και άλλοι Δημοκρατικοί υποψήφιοι –όχι· αυτό που τον κάνει ξεχωριστό είναι η πύρινη ρητορική του. Καλώντας σε μια «πολιτική επανάσταση», επιτιθέμενος στην «τάξη των δισεκατομμυριούχων» και ενστερνιζόμενος τον χαρακτηρισμό «δημοκράτης σοσιαλιστής», ο Σάντερς χρησιμοποιεί μια γλώσσα που δεν έχει ακουστεί ποτέ πριν σε προκριματικές εκλογές των Δημοκρατικών υποψηφίων για την Προεδρία. (Έχουν υπάρξει σοσιαλιστές υποψήφιοι στο παρελθόν, όπως ο Γιουτζίν Ντεμπς και ο Νόρμαν Τόμας, αλλά υπό την αιγίδα του Σοσιαλιστικού Κόμματος, όχι του Δημοκρατικού.) Συνέχεια ανάγνωσης

Ο Μπέρνι και οι αριστεροί επικριτές του

Standard

Το φαινόμενο Σάντερς-2

της Νιβεντίνα Ματζουμντάρ

μετάφραση: Δημήτρης Ιωάννου

Το αδιανόητο ήδη συμβαίνει: ένας αυτοαποκαλούμενος σοσιαλιστής θα μπορούσε ακόμα και να κερδίσει τις προκριματικές των Δημοκρατικών. Και όμως, παρότι η δημοτικότητά του αυξάνεται, παρότι τολμά να θίξει ζητήματα που κανένας υποψήφιος δεν έχει θέσει δημοσίως εδώ και δεκαετίες, ο Μπέρνι Σάντερς αντιμετωπίζει επιθέσεις από όλους τους κύκλους της Αριστεράς. Κατηγορείται ότι οι προτάσεις του για την οικονομική πολιτική δεν είναι αρκετά ριζοσπαστικές, ότι ξεχνάει τα φυλετικά ζητήματα, ότι περιορίζει τις πιθανότητες εκλογής μιας γυναίκας Προέδρου, ότι δεν είναι εκλέξιμος και άρα στρώνει τον δρόμο για μια νίκη των Ρεπουμπλικανών, ότι απειλεί τα κοινωνικά κινήματα με διάλυση γιατί «μαντρώνει» τους προοδευτικούς ακτιβιστές στο Δημοκρατικό Κόμμα.

Αναμφίβολα, όψεις αυτής της κριτικής είναι βάσιμες. Ο Σάντερς δεν προσφέρει τίποτα που να μοιάζει με μια συνεκτική λύση στα μυριάδες προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι φτωχοί και οι καταπιεσμένοι, ενώ κάποιες πλευρές του πολιτικού του προγράμματος είναι καθαρά οπισθοδρομικές. Αλλά όταν τοποθετήσουμε την υποψηφιότητά του στο πλαίσιο των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η Αριστερά, του προσανατολισμού των πολιτικών του αντιπάλων, και του απίστευτου ενθουσιασμού που έχει προκαλέσει μέσα σ’ ένα κλίμα γενικής ήττας, οι εξ αριστερών επιθέσεις εναντίον του Σάντερς είναι ολοένα και πιο δύσκολο να αντέξουν. Συνέχεια ανάγνωσης

Ένας εβδομηντάρης που η δύναμή του πηγάζει από τη νεολαία

Standard

Στις αναλύσεις και τη σχολιογραφία των ημερών, εντός και εκτός ΗΠΑ, επισημαίνεται ότι ο Μπέρνι Σάντερς, ανεξάρτητα από τη συνέχεια, έχει ήδη πετύχει μια σημαντική νίκη: όχι μόνο επειδή ο «περιθωριακός» έχει φτάσει να διεκδικεί το χρίσμα, αλλά λόγω της ατζέντας του που κερδίζει έδαφος (μιλώντας για την απληστία των τραπεζών, τη δημόσια κοινωνική πρόνοια, την αναδιανομή του πλούτου, τη δημοκρατία, ακόμα και για την «απαγορευμένη λέξη» σοσιαλισμός) και του ρεύματος που έχει δημιουργήσει η υποψηφιότητά του, ειδικά στους νέους. Προσπαθώντας να ανιχνεύσουμε το φαινόμενο Σάντερς δημοσιεύουμε αποσπάσματα από πρόσφατα σχόλια και αναλύσεις, του Τζων Κάσιντι, του Νίκολας Κριστόφ, της Νιβεντινα Ματζουμνταρ και του Όουεν Τζόουνς.

Ένας εβδομηντάρης που η δύναμή του πηγάζει από τη νεολαία

του Όουεν Τζόουνς

μετάφραση: Γιάννης Χατζηδημητράκης

Ένας εβδομηντάρης που αντλεί δύναμη από τη νεολαία. Τα νούμερα πίσω από τον θρίαμβο του Μπέρνι Σάντερς στην Αϊόβα (όπου η λαϊκή πανστρατιά κατάφερε σχεδόν μια ισοπαλία απέναντι «στον πιο ισχυρό πολιτικό οργανισμό» στις ΗΠΑ, σύμφωνη με τη δική του εύστοχη διατύπωση) είναι εκπληκτικά. Οι ηλικίας 17-29 ετών Δημοκρατικοί της Αϊόβα, σε ποσοστό 84% επέλεξαν αυτή την αταίριαστη για νεολαία φιγούρα. Μεταξύ των ατόμων ηλικίας 30-44 ο Σάντερς διατήρησε ένα προβάδισμα 21 μονάδων έναντι της Χίλαρι Κλίντον. Οι ηλικιωμένοι συνέρρευσαν στο στρατόπεδο της Κλίντον: σχεδόν 7 στα 10 άτομα άνω των 65 ετών. Οι γενιές διαχωρίστηκαν από ένα πολιτικό χάσμα. Συνέχεια ανάγνωσης

Κοινωνικά απόβλητα: Η ιστορία της πανκ σκηνής στην Αθήνα

Standard

συνέντευξη του Γιάννη Κολοβού στον Γιάννη Χατζηδημητράκη

Μιλάει για την πανκ υποκουλτούρα και ταυτότητα, το κλίμα της μεταπολίτευσης, την πολιτικοποίηση της πανκ σκηνής, τις μετέπειτα διαδρομές

Κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό από τις Απρόβλεπτες Εκδόσεις το βιβλίο του Γιάννη Κολοβού Κοινωνικά απόβλητα. Η ιστορία της πανκ σκηνής στην Αθήνα, 1979-2015, μια εξαιρετική προσθήκη στη –μάλλον φτωχή– βιβλιογραφία των νεανικών υποπολιτισμών αμφισβήτησης αλλά και γενικότερα στην κοινωνική ιστορία της μεταπολίτευσης. Ο συγγραφέας, μέλος και ο ίδιος της πανκ σκηνής στο παρελθόν (την περίοδο 1986-1995 εξέδιδε το φανζίν Β-23 και για ένα μικρό διάστημα έπαιζε ντραμς στο πανκ συγκρότημα «Κοινωνικά Απόβλητα») δεν περιορίζεται μόνο στην καταγραφή της ιστορικής πορείας της σκηνής, αλλά με εργαλεία από τις επιστήμες της κοινωνιολογίας και της κοινωνικής ανθρωπολογίας, παρουσιάζει μια ολοκληρωμένη μελέτη της πανκ υποκουλτούρας, του αξιακού της συστήματος και της πανκ ταυτότητας ως βιωμένης εμπειρίας. Με την ευκαιρία της κυκλοφορίας της μελέτης αυτής, μιλήσαμε με τον συγγραφέα.

Γ.Χ

Η πανκ σκηνή στην Ελλάδα αρχίζει να συγκροτείται σε μια εποχή υποχώρησης της έντονης πολιτικοποίησης της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου, δημιουργίας ευρύτερων κοινωνικών συναινέσεων και ανόδου του βιοτικού επιπέδου. Πώς επηρέασε τη συγκρότηση της πανκ ταυτότητας αυτό το πολιτικοκοινωνικό κλίμα;

Το συγκρότημα Αδιέξοδο σε μια από τις πρώτες αυτοοργανωμένες συναυλίες των πανκ της Αθήνας, σε ένα σινεμά στα… Μέγαρα, 13.1.1985. Φωτογραφία: Γιώργος Τουρκοβασίλης.

Το συγκρότημα Αδιέξοδο σε μια από τις πρώτες αυτοοργανωμένες συναυλίες των πανκ της Αθήνας, σε ένα σινεμά στα… Μέγαρα, 13.1.1985. Φωτογραφία: Γιώργος Τουρκοβασίλης.

Το 1979-80, όταν εμφανίστηκαν οι πρώτοι πανκ στην Αθήνα, η εικόνα που είχε ο μέσος πολίτης διέφερε κατά πολύ από τις εκ των υστέρων κρίσεις μας. Τότε ο κόσμος έβλεπε στο σινεμά ταινίες όπως το Θανάση σφίξε κι άλλο το ζωνάρι, η αστυνομία σκότωσε τον Ι. Κουμή και τη Στ. Κανελλοπούλου στις 16.11.1980, ο απόηχος των καταλήψεων των σχολών δεν είχε σβήσει. Η Μεταπολίτευση ήταν ένα πεδίο υπό διαπραγμάτευση – ή, ακριβέστερα, μια φάση εν εξελίξει είτε προς τα δεξιά είτε προς τ’ αριστερά για τους ανθρώπους της εποχής. Οι δεκαπεντάχρονοι πανκ δεν είχαν βιώσει συνειδητά τη δικτατορία και, με το όλο το θράσος της εφηβείας, έβλεπαν τη σταδιακή ωρίμανση της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας, ακόμα και μετά την εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ, ως «μπασταρδοκρατία» κραυγάζοντας «για ποια ελευθερία μιλάμε»; Βεβαίως, οι θέσεις και η στάση τους αυτή δεν είχαν προκύψει από κάποια εμπεριστατωμένη μελέτη της κοινωνίας και της ιστορίας. Πώς θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο άλλωστε από μαθητές γυμνασίου και λυκείου; Αυτό που γνώριζαν ήταν ό,τι ζούσαν καθημερινά: ο αστυνομικός που πηγαίνει τους πιτσιρικάδες με την παράξενη εμφάνιση στο τμήμα «για εξακρίβωση στοιχείων» (κι έριχνε και «καμιά φάπα» στο μεταξύ), ο μαθηματικός που ξεφυλλίζει βασανιστικά τον κατάλογο για να δει ποιον θα σηκώσει στον πίνακα και η «θείτσα» φιλόλογος, η γλώσσα της ΚΝΕ που δεν καταλάβαιναν, οι πολιτικοί που ήταν όλοι γέροι, οι παντόφλες του πατέρα τους, η ρόμπα της μάνας τους και η ελληνική ταινία του Σαββάτου, το γεγονός πως το εισιτήριο που δεν είχαν για να μπουν στο φεστιβάλ Rock in Athens, να δουν τους Clash, ήταν γι’ αυτούς μια λεπτομέρεια που λυνότανε με «ντου» – όλα αυτά αποτελούσαν το «πολιτικοκοινωνικό κλίμα» που επηρέασε τη συγκρότηση της πανκ ταυτότητας! Συνέχεια ανάγνωσης