Ο Μπέρνι και οι αριστεροί επικριτές του

Standard

Το φαινόμενο Σάντερς-2

της Νιβεντίνα Ματζουμντάρ

μετάφραση: Δημήτρης Ιωάννου

Το αδιανόητο ήδη συμβαίνει: ένας αυτοαποκαλούμενος σοσιαλιστής θα μπορούσε ακόμα και να κερδίσει τις προκριματικές των Δημοκρατικών. Και όμως, παρότι η δημοτικότητά του αυξάνεται, παρότι τολμά να θίξει ζητήματα που κανένας υποψήφιος δεν έχει θέσει δημοσίως εδώ και δεκαετίες, ο Μπέρνι Σάντερς αντιμετωπίζει επιθέσεις από όλους τους κύκλους της Αριστεράς. Κατηγορείται ότι οι προτάσεις του για την οικονομική πολιτική δεν είναι αρκετά ριζοσπαστικές, ότι ξεχνάει τα φυλετικά ζητήματα, ότι περιορίζει τις πιθανότητες εκλογής μιας γυναίκας Προέδρου, ότι δεν είναι εκλέξιμος και άρα στρώνει τον δρόμο για μια νίκη των Ρεπουμπλικανών, ότι απειλεί τα κοινωνικά κινήματα με διάλυση γιατί «μαντρώνει» τους προοδευτικούς ακτιβιστές στο Δημοκρατικό Κόμμα.

Αναμφίβολα, όψεις αυτής της κριτικής είναι βάσιμες. Ο Σάντερς δεν προσφέρει τίποτα που να μοιάζει με μια συνεκτική λύση στα μυριάδες προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι φτωχοί και οι καταπιεσμένοι, ενώ κάποιες πλευρές του πολιτικού του προγράμματος είναι καθαρά οπισθοδρομικές. Αλλά όταν τοποθετήσουμε την υποψηφιότητά του στο πλαίσιο των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η Αριστερά, του προσανατολισμού των πολιτικών του αντιπάλων, και του απίστευτου ενθουσιασμού που έχει προκαλέσει μέσα σ’ ένα κλίμα γενικής ήττας, οι εξ αριστερών επιθέσεις εναντίον του Σάντερς είναι ολοένα και πιο δύσκολο να αντέξουν.

Κάποιες από τις κριτικές είναι αναμενόμενες. Ο Μπέρνι είναι απλώς ένας σοσιαλδημοκράτης. Δεν υποστηρίζει την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, ούτε ζητά το ξεχαρβάλωμα της αμερικανικής αυτοκρατορίας· έχει αρκετές φορές αποτύχει να επιδείξει ενστικτώδη ενσυναίσθηση για τις φυλετικές μειονότητες· και, φυσικά, θα ήταν καλύτερα αν ήταν γυναίκα.

Ωστόσο, η πολιτική πάντοτε σχετίζεται με το γενικό πλαίσιο. Και αυτό το πλαίσιο είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες· δεν είναι ούτε η Ευρώπη ούτε η Λατινική Αμερική. Οι ΗΠΑ είναι μια χώρα με βαθιά αντικομμουνιστική παράδοση, με ελάχιστες μακρινές αναμνήσεις οργανωμένης αριστερής πολιτικής, και το πεδίο μιας σταθερής, ανελέητης, τριακονταετούς επίθεσης στην εργατική τάξη. Και είναι γεγονός πως σήμερα, μετά από δεκαετίες ολόκληρες υποχώρησης της Αριστεράς, η καμπάνια του Σάντερς αποκτά απήχηση στον εργατικό κόσμο όλης της χώρας — και μάλιστα, όχι παρά το ότι εγκολπώνεται τον όρο «σοσιαλισμός», αλλά εξαιτίας αυτού. Αναλογιστείτε το για ένα λεπτό.

Ασφαλώς, ο Σάντερς δεν κάνει έκκληση για ευρεία απαλλοτρίωση του πλούτου. Αλλά πότε ήταν η τελευταία φορά που κάποιος υποψήφιος κέρδιζε με βασικές του θέσεις το σπάσιμο των μεγάλων τραπεζών σε μικρότερες, την αύξηση της φορολογίας για τους πλούσιους και τις επιχειρήσεις, την αύξηση των δημοσίων δαπανών για την ενίσχυση του δικτύου κοινωνικής προστασίας, την εγκαθίδρυση οικουμενικού συστήματος δημόσιας υγείας και παιδικής φροντίδας, την παροχή δωρεάν ανώτερης εκπαίδευσης, τη δαπάνη ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων για δημόσια έργα, και την αύξηση του ελάχιστου εθνικού ωρομισθίου στα 15 δολάρια;

Η εκστρατεία του Σάντερς θα έπρεπε να είναι ευπρόσδεκτη από τη ριζοσπαστική Αριστερά, γιατί μας προσφέρει μια τεράστια ευκαιρία να οργανωθούμε. Ο Σάντερς μαζεύει εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους στις συναντήσεις και τις συγκεντρώσεις του, γιατί εκμεταλλεύεται τη βαθιά αποστροφή που προκαλεί η κυρίαρχη τάξη. Και οι άνθρωποι βγαίνουν από το καβούκι τους γιατί εμπνέονται από τις διακηρύξεις του ενάντια στην αιχμαλώτιση του πολιτικού συστήματος από τα μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα, από την εντεινόμενη κριτική του στο σωφρονιστικό σύστημα, από τις εκκλήσεις του για εργατικές κινητοποιήσεις. Ο Σάντερς κατέστησε τον όρο «σοσιαλισμός» μέρος του πολιτικού λεξιλογίου για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες.

Πρέπει να κατανοήσουμε ότι, τελικά, όλο αυτό δεν αφορά τον Σάντερς. Αφορά την πολιτική στιγμή που έχει δημιουργηθεί και τις δυνατότητες που αυτή ανοίγει. Η προεκλογική εκστρατεία του Σάντερς, ταξική, αντικεφαλαιοκρατική και φιλεργατική, κατόρθωσε –ενάντια σε όλες τις πιθανότητες– να ξεσηκώσει εκατομμύρια ανθρώπους. Η Αριστερά πρέπει να αποφασίσει αν θα απορρίψει ή θα εκμεταλλευτεί αυτή την ευκαιρία, και αυτή η απόφαση ίσως καθορίσει την πορεία της για πολλά χρόνια στο μέλλον.

Η Nivedita Majumdar διδάσκει στο John Jay College και είναι γραμματέας του συνδικάτου των πανεπιστημιακών στο CUNY. Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περ. «Jacobin», 1.2.2016

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Ο Μπέρνι και οι αριστεροί επικριτές του

  1. Πίνγκμπακ: Ο Μπέρνι και οι αριστεροί επικριτές του | Alexius DIAKOGIANNIS

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s