Πρόσφυγες έξω από το Σένγκεν

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Το Σένγκεν είναι ένα γραφικό χωριό στον νότο του Λουξεμβούργου, πολύ κοντά στο τριεθνές σημείο που σχηματίζεται εκεί όπου οι δυο γίγαντες, η Γαλλία και η Γερμανία, συναντιούνται με το μικροσκοπικό Μεγάλο Δουκάτο. Είναι χτισμένο στις όχθες του ποταμού Μοζέλα, παραπόταμου του Ρήνου, που αποτελεί και το σύνορο Γερμανίας-Λουξεμβούργου, ενώ το ακριβές τριεθνές σημείο βρίσκεται στο νερό, στη μέση του ποταμού.

Σύμφωνα με την τελευταία απογραφή, ο δήμος του Σένγκεν (που περιλαμβάνει και τρία-τέσσερα γειτονικά χωριά) είχε 4392 κατοίκους, που ανήκουν σε 64 εθνικότητες — υπάρχει κι ένας Έλληνας. Μπορεί αυτό να εντυπωσιάζει, αλλά σε άλλες πόλεις και χωριά του Μεγάλου Δουκάτου η εθνοτική ποικιλία είναι σαφώς μεγαλύτερη.

Οι πλαγιές του Μοζέλα, και από τις δυο μεριές των συνόρων, είναι φυτεμένες με αμπέλια — ο τόπος βγάζει καλό άσπρο κρασί, και σύμφωνα με τον Καρλ Μαρξ που είχε γεννηθεί καμιά πενηνταριά χιλιόμετρα πιο πάνω, οι νότιοι Γερμανοί που πίνουν κρασί διαφέρουν στον χαρακτήρα από τους υπόλοιπους που πίνουν μπίρα.

Ωστόσο, το Σένγκεν δεν οφείλει τη φήμη του στα καλά κρασιά αλλά στο γεγονός ότι εκεί υπογράφτηκε, το 1985, σε ένα ποταμόπλοιο, η ομώνυμη συμφωνία, ανάμεσα σε εφτά κράτη μέλη της ΕΕ, η συμφωνία του Σένγκεν που καταργεί τους εσωτερικούς ελέγχους μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στη συνέχεια, τα περισσότερα κράτη μέλη της ΕΕ (και μερικές τρίτες χώρες) προσχώρησαν στη συμφωνία, μια εξέλιξη που από ελληνικής πλευράς τη βιώσαμε κυρίως όσοι ταξιδεύουμε αεροπορικώς, αφού χερσαία σύνορα δεν έχουμε με χώρες Σένγκεν.

Κι έτσι, συνεκδοχικά, η μικρή λουξεμβουργιανή κωμόπολη έφτασε να σημαίνει ή να ονοματίζει όλον τον χώρο των μετακινήσεων χωρίς διαβατήριο: ο «χώρος Σένγκεν» δεν είναι τα 31 τετραγωνικά χιλιόμετρα κοντά στο τριεθνές, αλλά μια απέραντη –και θεωρητικά χωρίς εξωτερικά σύνορα– επικράτεια 26 κρατών, συνολικής έκτασης 4.312.000 τ.χ.

Κι όταν μας απειλούν πως «θα μας βγάλουν από το Σένγκεν», εννοούν την αποπομπή της Ελλάδας από τη συμφωνία του Σένγκεν, άρα και την υποχρέωση επίδειξης διαβατηρίου στα ταξίδια, δεν εννοούν πως θα μας απαγορεύσουν την είσοδο στη γραφική κωμόπολη.

Θα μας βγάλουν, επειδή τάχα η Ελλάδα δεν μπορεί να ελέγξει τη ροή των προσφύγων. Δηλαδή επειδή, νησοβριθής όπως είναι (δανείζομαι τη λέξη από τον Παντελή Μπουκάλα), δεν έχει βρει τρόπο να υψώσει θαλάσσια τείχη και να φράξει τα χιλιάδες χιλιόμετρα της ακτογραμμής της.

Σε αυτή τη στήλη συνήθως, αν και όχι τόσο σήμερα, λεξιλογούμε, να πούμε λοιπόν δυο λόγια για τη λέξη «πρόσφυγας». Είναι λέξη όχι της κλασικής αρχαιότητας αλλά ελληνιστική, από το ρήμα «προσφεύγω» που σήμαινε «αναζητώ καταφύγιο», σύνθετο του ρήματος «φεύγω», που, αυτό, είναι πανάρχαιο. Πρόσφυξ λοιπόν, ενώ στα μεσαιωνικά χρόνια εμφανίστηκε και τύπος «ο πρόσφυγος», αλλά σήμερα, βέβαια, λέμε πρόσφυγας.

Η λέξη χρησιμοποιήθηκε από τα τέλη του 19ου αιώνα για τους ελληνικούς πληθυσμούς εκτός των ορίων του ελληνικού κράτους που αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους, προσωρινά ή μόνιμα, ύστερα από διωγμούς ή συγκρούσεις. Στη Συναγωγή νέων λέξεων, ο Στέφανος Κουμανούδης αποθησαυρίζει τον όρο «προσφυγάκια: τα μικρά παιδία των εκ Θεσσαλίας προσφύγων εις Αθήνας» — όταν η Θεσσαλία προσωρινά καταλήφθηκε από τους Τούρκους ύστερα από τον πόλεμο του 1897. Θα ακολουθούσαν οι πρόσφυγες της Αγχιάλου το 1906, οι Μικρασιάτες πρόσφυγες των διωγμών του 1914 και της αμέσως επόμενης περιόδου, και βέβαια οι πρόσφυγες της μικρασιατικής καταστροφής.

Ήδη το 1922, πριν σπάσει το μέτωπο στη Μικρασία, μια φιλοβασιλική εφημερίδα διαμαρτυρόταν διότι η Καλλιθέα «έχει κατακτηθεί» από τους πρόσφυγες: Οι άνδρες κατέκτησαν το εμπόριον του προαστίου και αι γυναίκες περιορίζονται να κατακτήσουν τας καρδίας των ανδρών. Αυτοί μας παίρνουν τις δουλειές, αυτές μας παίρνουν τους άντρες δηλαδή. Και μετά την καταστροφή ξεδιπλώθηκε ολόπλευρη, γεμάτη μίσος, η αντιπροσφυγική υστερία της δεξιάς, όταν έγραφαν πως η Αθήνα έχει μετατραπεί σε «Αφγανιστανούπολη». Με την εγκατάστασή τους εμφανίζεται και το τοπωνύμιο «προσφυγικά» στις παρυφές πολλών πόλεων, για τους συνοικισμούς των προσφύγων που εξελίχτηκαν σε ακμάζοντα προάστια.

Μετά τον εμφύλιο πόλεμο, η λέξη «πρόσφυγας» παίρνει μια νέα σημασία, αφού δηλώνει τους πολιτικούς πρόσφυγες, τους ηττημένους αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού που φιλοξενήθηκαν επί δεκαετίες στις σοσιαλιστικές τότε χώρες· το σύνθημα «να γυρίσει η προσφυγιά» ακουγόταν έως τις αρχές της δεκαετίας του 1980 — και ποτέ δεν γύρισαν όλοι.

Παρά τη στενόκαρδη υποδοχή κάποιων, οι πρόσφυγες του 1922 συνέβαλαν καθοριστικά στην αναζωογόνηση της οικονομίας· κι αν η καθημαγμένη από τον πόλεμο Ελλάδα των 5 εκατομμυρίων κατοίκων μπόρεσε να απορροφήσει ενάμισι εκατομμύριο πρόσφυγες, για την εύπορη Ευρώπη των 500 εκατομμυρίων τα 2-3 εκατομμύρια πρόσφυγες της Συρίας ευλογία μοιάζουν πιο πολύ παρά απειλή.

«Το όνομα Σένγκεν είναι συνώνυμο των ανοιχτών συνόρων και της απεριόριστης κινητικότητας», διατείνεται η ιστοσελίδα του δήμου του Σένγκεν, αλλά αυτό σήμερα μόνο σαν ειρωνεία μπορούμε να το εννοήσουμε, καθώς η μια μετά την άλλη οι ευρωπαϊκές χώρες κλείνουν σύνορα, υψώνουν τείχη και προσπαθούν να φορτώσουν το φορτίο στον πιο αδύνατο και αναγκεμένο εταίρο. Στα φουρτουνιασμένα νερά του Αιγαίου πνίγονται προσφυγόπουλα, βουλιάζει κι ό,τι απόμεινε απ’ το ευρωπαϊκό ιδεώδες.

Ο Νίκος Σαραντάκος είναι συγγραφέας, μεταφραστής και κατοικοεδρεύει στα sarantakos.wordpress.com και www.sarantakos.com.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s