«Μνημονικοί νόμοι» και ιστορικοί: η ευρωπαϊκή εμπειρία

Standard

της Έφης Αβδελά

Τη μέρα που εκδόθηκε η αθωωτική απόφαση στη δίκη Ρίχτερ (10.2.2016), η Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού-περ. «Μνήμων» οργάνωσε, με αφετηρία τη δίκη, συζήτηση με θέμα «Ιστορία καθ’ υπαγόρευσιν; Νόμοι και διώξεις για το περιεχόμενο της ιστορικής αφήγησης». Μίλησαν η Έφη Αβδελά, η Δήμητρα Λαμπροπούλου και ο Στρατής Μπουρνάζος, με συντονιστή τον Βαγγέλη Καραμανωλάκη. Το άρθρο της Έφης Αβδελά, που δημοσιεύουμε σήμερα, αποτελεί συνοπτική εκδοχή της τοποθέτησή της· σε επόμενο φύλλο θα δημοσιεύσουμε και το αντίστοιχο άρθρο της Δήμητρας Λαμπροπούλου. Τα κείμενα, στην πλήρη τους μορφή, θα περιληφθούν στον επόμενο τόμο του περιοδικού «Μνήμων».

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Ρενέ Μαγκρίτ, «Μνήμη», 1948

Ρενέ Μαγκρίτ, «Μνήμη», 1948

Ότι το παρελθόν συνιστά στοιχείο ταυτότητας το ξέρουμε, αν μη τι άλλο από τον τρόπο με τον οποίο συγκροτήθηκαν τα έθνη-κράτη τον 19ο αιώνα. Στήριξαν τη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας στη συστηματική επεξεργασία ενός συνεκτικού εθνικού αφηγήματος για το παρελθόν, διαμορφώνοντας έτσι και μια νέα γνωστική πειθαρχία, την επιστήμη της ιστορίας. Ωστόσο εδώ και καιρό η ενιαία εθνική ιστορική αφήγηση έχει σε πολλές περιπτώσεις υποστεί ρωγμές και έχει γίνει διακύβευμα στο δημόσιο χώρο. Η ιστορία έχει αντικατασταθεί από τη μνήμη, τη διεκδίκηση της συμπερίληψης ή/και της δικαίωσης για τα δεινά του παρελθόντος. Οι σχετικές διεργασίες εμφανίζουν τρεις αλληλένδετες διαστάσεις: τους «πολέμους για την ιστορία», που αφορούν κυρίως το περιεχόμενο του σχολικού μαθήματος∙ τις πράξεις δημόσιας συγνώμης από ηγέτες κρατών για τα δεινά που η χώρα τους επιφύλαξε σε διάφορες ομάδες πληθυσμού στο παρελθόν∙ και τους «μνημονικούς νόμους». Πρόκειται για ενιαίο φαινόμενο, που ως τέτοιο απορρέει από τη σύγχρονη ερμηνευτική ρευστότητα της ιστορίας, την οποία έχει επιφέρει η παγκοσμιοποίηση, η πολιτική των ταυτοτήτων και η αποδόμηση των μεγάλων αφηγήσεων. Η τελευταία διάσταση, που βρέθηκε πολύ πρόσφατα στη δημοσιότητα, εγείρει τις σοβαρότερες αμφισβητήσεις, καθώς αναγορεύει μία εκδοχή του παρελθόντος σε «υποχρεωτική» ιστορία.

Τα τελευταία χρόνια οι «μνημονικοί νόμοι» πολλαπλασιάζονται στην Ευρώπη. Όλο και περισσότερες χώρες νομοθετούν τι απαγορεύεται να αρνείται κανείς ότι έγινε στο παρελθόν. Οι παλαιότεροι απαγορεύουν την άρνηση της εβραϊκής γενοκτονίας, ενώ οι πιο πρόσφατοι καλύπτουν κάθε κατηγορία μαζικής βίας. Άλλοι αναγνωρίζουν τις διώξεις που υπέστησαν στο παρελθόν συγκεκριμένες ομάδες, είτε του κράτους που νομοθετεί είτε κάποιου άλλου: οι ιθαγενείς του Νέου Κόσμου, οι Αρμένιοι, οι Πόντιοι, οι μαύροι σκλάβοι, οι Κορεάτισσες κτλ. Οι νόμοι αυτοί κάποτε εφαρμόζονται, άλλοτε αμφισβητούνται δικαστικά, ενώ οι ευρωπαϊκοί θεσμοί δείχνουν την τάση να τους καθιερώσουν καθολικά. Συγχρόνως όλο και περισσότεροι ιστορικοί αναπτύσσουν δημόσια δράση εναντίον τους. Πρόκειται για μια διελκυστίνδα: από τη μια είναι η ελευθερία της έκφρασης και από την άλλη ο σεβασμός στη μνήμη διωκόμενων ομάδων.

Νομοθεσία που τιμωρεί τους αρνητές της εβραϊκής γενοκτονίας υπάρχει σε πολλά κράτη της ΕΕ. Μόνο στην Ισπανία, την Πορτογαλία, το Λουξεμβούργο και την Ελβετία –και πρόσφατα στην Ελλάδα– η σχετική νομοθεσία τιμωρεί κάθε άρνηση γενοκτονίας, εγκλημάτων πολέμου και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας. Πάντως τα συνταγματικά δικαστήρια στην Ισπανία και τη Γαλλία έχουν κρίνει τους νόμους αυτούς αντισυνταγματικούς ως ασύμβατους με την ελευθερία της έκφρασης.

Η γαλλική νομοθεσία

Με πέντε «μνημονικά» νομοθετήματα, η Γαλλίας έχει προκαλέσει συχνά την αντίδραση των ιστορικών. Πιο συγκεκριμένα:

– Το 1990 ποινικοποιήθηκε η άρνηση της εβραϊκής γενοκτονίας, όπως αυτή ορίστηκε στις δίκες της Νυρεμβέργης.

– Το 2001 αναγνωρίστηκε η αρμενική γενοκτονία του 1915, αλλά ακυρώθηκε από το Συνταγματικό Δικαστήριο το 2006.

– Το 2001 αναγνωρίστηκε το εμπόριο των δούλων και η δουλεία ως εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Λίγο αργότερα ενώσεις απογόνων δούλων μήνυσαν για άρνηση της δουλείας τον ιστορικό Ολιβιέ Πετρέ-Γκρενουγιό (Olivier Pétré-Grenouilleau), συγγραφέα βραβευμένου βιβλίου για το διεθνές εμπόριο των δούλων.[1] Η δίωξη προκάλεσε σάλο καθώς και την ίδρυση το 2005 του σωματείου Ελευθερία για την Ιστορία. Οι 1.000 ιστορικοί που υπέγραψαν την ιδρυτική διακήρυξη, με επικεφαλής τον Ρενέ Ρεμόντ και τον Πιέρ Νορά, δήλωσαν «[ε]νάντια στις όλο και συχνότερες πολιτικές παρεμβάσεις στην εκτίμηση των γεγονότων του παρελθόντος και με δικαστικές διαδικασίες που πλήττουν ιστορικούς και στοχαστές. […] Επιθυμούν να θυμίσουν ότι η ιστορία δεν είναι ούτε θρησκεία ούτε ηθική∙ ότι δεν πρέπει να είναι σκλάβα της επικαιρότητας ούτε να γράφεται καθ’ υπαγόρευση της μνήμης∙ ότι η πολιτική του κράτους δεν είναι η πολιτική της ιστορίας».[2] Στόχος του σωματείου, που απορρίπτει κάθε νομοθετικό προσδιορισμό της μνήμης και της ιστορίας, είναι να κάνει γνωστή την επιστημονική διάσταση της ιστορικής έρευνας και διδασκαλίας και να υπερασπιστεί την ελευθερία της έκφρασης των ιστορικών ενάντια στις πολιτικές παρεμβάσεις και τις ιδεολογικές πιέσεις κάθε είδους και προέλευσης. Καταγράφει τις σχετικές δικαστικές και νομοθετικές ενέργειες σε κάθε χώρα, οργανώνει συζητήσεις, αναρτά κείμενα και κάνει εκδόσεις.

– Σάλο ξεσήκωσε και ο νόμος για την αποικιοκρατία του 2005, ο οποίος στο άρθρο 4 απαιτούσε από τα εκπαιδευτικά προγράμματα να διδάσκουν τον «θετικό ρόλο» της γαλλικής παρουσίας στις αποικίες. Μετά από αντιδράσεις το άρθρο αποσύρθηκε. Ωστόσο έγινε αφορμή για να ιδρυθεί η Επιτροπή Επαγρύπνηση για τις Δημόσιες Χρήσεις της Ιστορίας, από τον Ζεράρ Νουαριέλ, την Μισέλ Ριό Σαρσέ και άλλους νεότερους ιστορικούς. Τα μέλη του αρνούνται το ρόλο του ιστορικού ως «ειδικού», γιατί έτσι τίθεται στην υπηρεσία της εξουσίας∙ επιδιώκουν τη δημιουργία ενός «συλλογικού διανοούμενου» με συνεχείς παρεμβάσεις στο δημόσιο λόγο, στα σχολικά προγράμματα και στον τύπο. Με απήχηση στους εκπαιδευτικούς, η Επιτροπή διαφοροποιεί τους μνημονικούς νόμους καθώς δέχεται να απαγορεύεται η άρνηση της εβραϊκής γενοκτονίας.[3]

– Τέλος, το 2012 απαγορεύτηκε η άρνηση αναγνωρισμένων γενοκτονιών, αλλά ο σχετικός νόμος απορρίφθηκε από το Συνταγματικό Συμβούλιο ως αντισυνταγματικός και περιοριστικός για την ελευθερία της έκφρασης. 

Η υπόθεση Περιντσέκ και η άρνηση της γενοκτονίας των Αρμενίων

Σχετικά πρόσφατα οι «μνημονικοί νόμοι» απέκτησαν ευρωπαϊκή απήχηση με αφορμή μια υπόθεση που εξελίχθηκε από το 2007 αρχικά στην Ελβετία και στη συνέχεια στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων: την υπόθεση Περιντσέκ.

Τον Μάρτιο 2007 δικαστήριο της Λοζάνης καταδίκασε τον Ντογού Περιντσέκ, Τούρκο πολιτικό, με βάση τον ελβετικό νόμο που αναγορεύει σε ποινικό αδίκημα την άρνηση των γενοκτονιών. Μιλώντας δημόσια στην Ελβετία, ο Περιντσέκ είχε επανειλημμένα αρνηθεί ότι οι σφαγές και εκτοπίσεις των Αρμενίων το 1915 συνιστούσαν «γενοκτονία». Αφού έχασε και την έφεση, ο Περιντσέκ κατέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο τελικά, το 2015, δέχτηκε ότι η καταδίκη του συνιστούσε πλήγμα κατά της ελευθερίας του λόγου.[4]

Με αφορμή τις σχετικές συζητήσεις και το θόρυβο από την υπόθεση Περιντσέκ, το Νοέμβριο του 2008 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υιοθέτησε την απόφαση-πλαίσιο που στο όνομα του αγώνα ενάντια στο ρατσισμό και τον αντισημιτισμό καλεί τα κράτη-μέλη να τιμωρούν «τη δημόσια απολογία, άρνηση ή χονδροειδή υποβάθμιση» των εγκλημάτων γενοκτονίας, των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και των εγκλημάτων πολέμου.[5] Σε αυτήν την απόφαση-πλαίσιο στηρίχθηκε ο δικός μας 4285. Στόχος, να εναρμονιστούν οι εθνικοί ποινικοί νόμοι ενάντια στον αρνητισμό ιστορικών γεγονότων, ιδίως γενοκτονιών. Η απόφαση έχει γίνει δεκτή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αλλά δεν έχει ακόμη επικυρωθεί πλήρως. Προκάλεσε ωστόσο άμεσα πολύ έντονες κριτικές από ιστορικούς διαφόρων χωρών.

Χαρακτηριστική είναι η λεγόμενη Έκκληση της Μπλουά το 2008, που υπέγραψαν κορυφαίοι ευρωπαίοι ιστορικοί, ανάμεσά τους ο Κάρλο Γκίνζμπουργκ, ο Έρικ Χόμπσμπομ και ο Ζακ Λε Γκοφ. Υποστήριξαν ότι: «Σε ένα ελεύθερο κράτος δεν μπορεί καμία πολιτική εξουσία να ορίζει την ιστορική αλήθεια και να περιορίζει την ελευθερία του ιστορικού υπό την απειλή ποινικών κυρώσεων».[6] Χάρη στην παρέμβαση αυτή, οι ευρωπαϊκές αρχές επέφεραν αλλαγές στην απόφαση-πλαίσιο, που στην ουσία επιτρέπουν στα κράτη-μέλη να μην την εφαρμόζουν.

Σήμερα οι αντιδράσεις των ιστορικών πολλαπλασιάζονται: για παράδειγμα το 2013, κοινοβουλευτική συζήτηση στην Ιταλία για σχέδιο νόμου ενάντια στον αρνητισμό προκάλεσε την αντίδραση του Εθνικού Ινστιτούτου για τη Ιστορία της Αντίστασης, με το σύνθημα «η ιστορία δεν είναι θρησκεία, η ιστορία δεν είναι ηθική» και το επιχείρημα ότι δεν μπορεί ούτε η βουλή ούτε το δικαστήριο να ορίσουν την ιστορική αλήθεια. Τέλος, μόλις το 2015 η Ένωση των ιστορικών της Γερμανίας έβγαλε ανακοίνωση με την οποία διαμαρτύρεται ενάντια σε μια διπλή παραμόρφωση: από τη μια στην όλο και πιο εκτεταμένη χρήση της έκφρασης «πολωνικά στρατόπεδα συγκέντρωσης»∙ και από την άλλη στην πρόθεση της πολωνικής κυβέρνησης να ποινικοποιήσει έναν κατάλογο διατυπώσεων και όρων που αναφέρονται στο παρελθόν[7].

Χρειάζεται νομικό πλαίσιο που υπερασπίζεται τη μνήμη των θυμάτων;

Το ερώτημα είναι σαφές: Χρειάζεται νομικό πλαίσιο που να υπερασπίζεται τη μνήμη των θυμάτων του παρελθόντος και μάλιστα να ποινικοποιεί την άρνησή της; Πιστεύω πως όχι. Το ίδιο πιστεύουν και οι περισσότεροι ιστορικοί στην Ευρώπη, μολονότι κάποιοι θέτουν ως όριο την άρνηση της εβραϊκής γενοκτονίας. Όλοι πάντως συμφωνούν ότι η καθιέρωση της «αλήθειας» με νόμο μπορεί να προκαλέσει σοβαρές συνέπειες για το επάγγελμα του ιστορικού και για τη διανοητική ελευθερία εν γένει∙ ότι οι λάθος αντιλήψεις και εκφράσεις δεν ανασκευάζονται στα δικαστήρια αλλά στο δημόσιο πεδίο της κοινής γνώμης και στην εκπαίδευση∙ και ότι η πιο επίπονη δουλειά χρειάζεται ακριβώς στο επίπεδο της διδασκαλίας της ιστορίας σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες.

Κι εμείς εδώ; Κάποιοι από μας αντιδράσαμε όταν επρόκειτο να ψηφιστεί ο νόμος, αλλά η συλλογική προσπάθειά μας δεν είχε συνέχεια. Στις απειλές για διώξεις (Φίλης) ή στις διώξεις που προκάλεσε (Ρίχτερ) απαντήσαμε με μεμονωμένα –συχνά αμήχανα– άρθρα στον Τύπο και με ψηφίσματα τμημάτων. Το ότι τις περισσότερες φορές θεωρήθηκε απαραίτητο η καταδίκη της δίωξης να συνοδεύεται είτε με διαφοροποίηση από τον υπόλογο ιστορικό είτε με δικαίωση των θυμάτων το θεωρώ εξαιρετικά προβληματικό.

Ρενέ Μαγκρίτ, «Το διπλό μυστικό», 1927

Αλλά ποιοι είμαστε «εμείς»; Το σινάφι των ιστορικών στην Ελλάδα δεν είναι ενιαίο, όπως δεν είναι και αλλού. Και αλλού υπάρχουν αντιπαραθέσεις μεταξύ ιστορικών που εδράζονται σε πολιτικά διακυβεύματα του παρόντος, σε ιδεολογικές αντιπαλότητες επενδυμένες με μεθοδολογικές διαφοροποιήσεις, στο όνομα είτε νεωτερισμών είτε ορθοδοξίας κ.α. Αλλά σε «μας» η εργαλειοποίηση της ιστορίας εντοπίζεται εξίσου συχνά μεταξύ των ιστορικών όσο και στους πολιτικούς. Δεν χρειάζεται να αναφερθώ σε όσους επιδιώκουν να ξαναγράψουν τον Εμφύλιο «σε απλά μαθήματα». Όμως δύο παραδείγματα πονάνε: το ένα αφορά όσους συναδέλφους αρνήθηκαν να υπογράψουν διαμαρτυρία για το σάλο που προκάλεσαν οι δηλώσεις Φίλη επειδή ανέφερε το όνομά του∙ το άλλο αφορά τις επαίσχυντες δηλώσεις Μαργαρίτη για τη δίωξη Ρίχτερ και τη μαρτυρία του στη δίκη του. Η εργαλειοποίηση αυτή κάνει αρκετούς ανάμεσά μας να αναγορεύουν σε «αναθεωρητισμό» κάθε ιστορία διαφορετική από τη δική τους.

Ωστόσο θα πρότεινα να το ξανασκεφτούμε και να διαφοροποιήσουμε την ορολογία μας. Κάθε αναθεώρηση της ιστορίας δεν είναι «αναθεωρητισμός», πολύ λιγότερο «αρνητισμός». Το ότι αποκτά απήχηση μπορεί να σημαίνει ότι η ηγεμονία της έως τότε ορθόδοξης θεώρησης έχει υποστεί ρωγμές, χρειάζεται «επικαιροποίηση», καθώς έχουν τεθεί νέα ερωτήματα και έχουν διατυπωθεί νέα πορίσματα. Ούτε φυσικά κάθε ιστορική αναθεώρηση είναι θετική ή εύστοχη. Μπορεί να συνιστά ακόμη και πισωγύρισμα. Αλλά χωρίς επαναξιολόγηση, αμφισβήτηση, αντιπαράθεση και συζήτηση η ιστορική έρευνα, όπως κάθε επιστημονική έρευνα, καθηλώνεται, γίνεται πολιτικό εργαλείο, ιερό κιτάπι ή λάστιχο που μετασχηματίζεται κατά το δοκούν. Απέναντι σε αυτόν τον κίνδυνο υποστηρίζω ότι η ιστορική κοινότητα –τουλάχιστον όποιο κομμάτι της συμφωνεί– οφείλει να κινητοποιηθεί και να αντισταθεί. Να απορρίψει κάθε νομοθετικό προσδιορισμό του παρελθόντος, να τολμήσει να οργανωθεί για πρώτη φορά μετά τη μεταπολίτευση χωρίς ηγετισμούς και ποσοστώσεις, γύρω από ένα ελάχιστο πλαίσιο που να υπερασπίζεται την ελευθερία της γνώμης, της έρευνας, της έκφρασης και της κυκλοφορίας ιδεών και πορισμάτων. Θεωρώ τον «Μνήμονα» την πιο κατάλληλη συλλογικότητα για να αναλάβει τη σχετική πρωτοβουλία.

[1] Olivier Pétré-Grenouilleau, Les traites négrières, Gallimard, Παρίσι 2004.

[2] «L’appel du 12 décembre 2005», Liberté pour l’Histoire, www.lph-asso.fr, όπου και το ιστορικό ίδρυσης του σωματείου.

[3] Comité de Vigilance face aux Usages Publics de l’Histoire, http://cvuh.blogspot.gr, όπου κείμενα και πληροφορίες για τη δράση του σωματείου.

[4] Çağatay Yıldırım, «Memory Laws & Freedom of Speech in Europe: Analysis of Perinçek v. Switzerland Case», Review of Armenian Studies 30 (2014), 133-185.

[5] Council Framework Decision 2008/913/JHA of 28 November 2008 on combating certain forms and expressions of racism and xenophobia by means of criminal law, http://eur-lex.europa.eu

[6] «L’appel de Blois», Le Monde, 11.10.2008· Timothy Garton Ash, «The freedom of historical debate is under attack by the memory police», The Guardian, 16.10.2008.

[7]  Βλ. www.lph-asso.fr

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s