Παράξενα Φρούτα

Standard

Mια (δυτική) ιστορία του λιντσαρίσματος

 της Πηνελόπης Πετσίνη

«Τα δέντρα του Νότου έχουν παράξενα φρούτα» τραγουδούσε το 1939 η Billie Holiday: «Αίμα στα φύλλα κι αίμα στη ρίζα, μαύρα κορμιά αιωρούνται στην αύρα του νοτιά… Άρωμα μανόλιας, γλυκό και φρέσκο, και μετά, η ξαφνική μυρωδιά καμένης σάρκας. Τούτη εδώ είναι μια παράξενη και πικρή σοδειά». Γραμμένο το 1937 από την Abel Meeropol, το «Strange Fruit» αναφερόταν σε μια από τις πιο σκοτεινές πτυχές της αμερικανικής συλλογικής μνήμης. Στα τέλη του δέκατου ένατου και στις αρχές του εικοστού αιώνα, ο όχλος υπέβαλε συχνά ανθρώπους σε δημόσια παρατεταμένα τρομακτικά βασανιστηρια και ακρωτηριασμούς με μια τελετουργική διαδικασία στην οποία η κτηνωδία μετατρέπονταν σε θέαμα που έγινε γνωστή ως λιντσάρισμα. Αν και άνθρωποι από όλες τις φυλές έπεσαν κατά καιρούς θύματα λιντσαρίσματος, η πρακτική αυτή υπήρξε ιδιαίτερα σκληρή για τους μαύρους του Αμερικάνικου Νότου: σχεδόν 5.000 βρήκαν το θάνατο στα χέρια του όχλου μεταξύ του 1890 και του 1960.

1.Εμπορική καρτποστάλ από λιντσάρισμα στο Duluth της Minnesota, 1920

1. Εμπορική καρτποστάλ από λιντσάρισμα στο Duluth της Minnesota, 1920

Το λιντσάρισμα του Sam Hose στο Νιούμαν της Τζόρτζια, το 1899, ήταν ένα από τα πρώτα και πιο μακάβρια γεγονότα αυτού του είδους. O Hose δούλευε ως εργάτης στο κτήμα ενός λευκού αγρότη, του Alfred Cranford, και κατηγορήθηκε για τη δολοφονία του και το βιασμό της συζύγου του. Τα εθνικά μέσα ενημέρωσης παρακολούθησαν στενά το ανθρωποκυνηγητό και τη σύλληψή του. Ένας ένοπλος όχλος τον συνέλαβε και τον μετέφερε στο Newnan. Εκεί, μπροστά σε ένα μεγάλο πλήθος, ο Hose ακρωτηριάστηκε βάναυσα και πυρπολήθηκε: οι επικεφαλής του λιντσαρίσματος τον ξεγύμνωσαν και τον αλυσόδεσαν σε ένα δέντρο στοιβάζοντας ξύλα γύρω του και λούζοντας τα πάντα με κηροζίνη. Στη συνέχεια ο όχλος του έκοψε τα αυτιά, τα δάχτυλα και τα γεννητικά όργανα και έγδαρε το δέρμα από το πρόσωπό του πριν του βάλουν φωτιά. Παρακολουθούσαν, όπως ανέφερε μια εφημερίδα, «με απροκάλυπτη ικανοποίηση» καθώς ο άνθρωπος καιγόταν ζωντανός. Όταν τελικά πέθανε, ο όχλος αφαίρεσε την καρδιά και το συκώτι του, μοιράζοντας τα κομμάτια μεταξύ τους, πουλώντας θραύσματα οστών και ιστών σε όσους δεν μπορούν να παρευρεθούν. Λέγεται ότι οι αρθρώσεις του είχαν τοποθετηθεί σε δημόσια θέα στη βιτρίνα ενός μπακάλικου στην Ατλάντα. Κανείς δεν είχε καλυμμένο το πρόσωπό του και κανείς δεν τιμωρήθηκε. Μεταγενέστερη έρευνα απέδειξε ότι ο Hose δεν είχε μπει ποτέ στο σπίτι του λευκού, πόσο μάλλον διέπραξε βιασμό εκεί.

«Προς τον Αιδεσιμότατο John H. Holms, πάστορα στην Ενωτική Εκκλησία της Νέας Υόρκης: Ετσι τους τακτοποιούμε εμείς εδώ κάτω. Το τελευταίο λιντσάρισμα δεν έχει βγει σε κάρτα ακόμη. Σας προσθέσαμε στο διευθυνσιολόγιό μας. Θα λαβαίνετε κατά μέσο όρο μία το μήνα.»

«Προς τον Αιδεσιμότατο John H. Holms, πάστορα στην Ενωτική Εκκλησία της Νέας Υόρκης: Ετσι τους τακτοποιούμε εμείς εδώ κάτω. Το τελευταίο λιντσάρισμα δεν έχει βγει σε κάρτα ακόμη. Σας προσθέσαμε στο διευθυνσιολόγιό μας. Θα λαβαίνετε κατά μέσο όρο μία το μήνα.»

Σε πολλές κοινότητες το λιντσάρισμα αποτελούσε δημόσιο γεγονός, ένα θέαμα που άξιζε να καταγραφεί και να κυκλοφορήσει μέσω φωτογραφιών που πωλούνταν κατά χιλιάδες ως σουβενίρ καρτποστάλ. Οι φωτογραφίες συνήθως αναπαριστούσαν το βασανισμένο και ακρωτηριασμένο πτώμα του θύματος, με τους εκτελεστές και τους θεατές να εξακολουθούν να είναι παρόντες και να ποζάρουν χαμογελαστοί στην κάμερα. Άνδρες, γυναίκες, πολλές φορές και μικρά παιδιά.

Όταν μια ιδιωτική συλλογή από φωτογραφίες λιντσαρίσματος και καρτ-ποστάλ με σουβενίρ της περιόδου 1880-1960 παρουσιάστηκαν στο αμερικανικό κοινό στην έκθεση Witness: Photographs of Lynching from the Collection of James Allen, το 2000, το αποτέλεσμα ήταν συγκλονιστικό. Οι φωτογραφίες, που απ’ ό,τι φάνηκε κυκλοφορούσαν ευρέως κατά τη διάρκεια αυτών των δεκαετιών, προέρχονταν από ετερογενείς πηγές: από μέλη της Κου Κλουξ Κλαν, από «επιφανείς οικογένειες» του Νότου, από ανθρώπους που τις είχαν σε άλμπουμ μαζί με φωτογραφίες από τις διακοπές τους.

Το λιντσάρισμα ως θέαμα, οι φωτογραφίες ως τρόπαια.

3.Εμπορική καρτποστάλ από το λυντσάρισμα των Thomas Ship και Abram Smith στο Μάριον της Ιντιάνα, 1930

3. Εμπορική καρτποστάλ από το λυντσάρισμα των Thomas Ship και Abram Smith στο Μάριον της Ιντιάνα, 1930

Η φωτογραφία του θεαματικού λυντσαρίσματος των Thomas Ship και Abram Smith στις 7 Αυγούστου του 1930 στο Μάριον της Ιντιάνα, εικόνα που ενέπνευσε το «Strange Fruit» της Meeropol, είναι αναμφισβήτητα μία από τις πιο γνωστές ανάμεσα στις φωτογραφίες αυτού του είδους. Κατηγορούμενοι για το βιασμό μιας δεκαοκτάχρονης και τη δολοφονία του φίλου της, οι Ship και Smith ξυλοκοπήθηκαν, μαχαιρώθηκαν και λυντσαρίστηκαν στη φυλακή της κομητείας όπου κρατούνταν, πριν συρθούν και απαγχονιστούν στο «δέντρο του λυντσαρίσματος». Ένας επαγγελματίας φωτογράφος κατέγραψε τα γεγονότα με τη μεγάλου φορμά μηχανή του λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 8ης Αυγούστου. Τύπωσε χιλιάδες αντίτυπα, τα οποία πωλούνταν προς πενήντα πένες ανά τεμάχιο.

Μια εκδοχή αυτής της φωτογραφίας εμφανίζεται στη συλλογή του Allen μέσα σε κάδρο με μια τούφα από τα μαλλιά ενός εκ των θυμάτων να βρίσκεται ανάμεσα στο τζάμι και το πασπαρτού. Η εικόνα καδραρίστηκε από το τοπικό παράρτημα της Κου Κλουξ Κλαν του Τζόπλιν στο Μιζούρι, όπως μας πληροφορεί η ετικέτα στο πασπαρτού και η λεζάντα κάτω από τη φωτογραφία αναφέρει «Bo pointn to his Niga» («Ο Μπο δείχνει τον Αράπη του»). Ένας άνθρωπος μέσα στο πλήθος, κατά πάσα πιθανότητα ο «Μπο», είναι στραμμένος προς το νεκρό σώμα του Abe Smith δείχνοντάς το, ενώ δύο γυναίκες στα αριστερά κρατούν κομμάτια από τα ρούχα των θυμάτων στα χέρια τους –σουβενίρ από το λιντσάρισμα. Τα ρούχα αλλά και το σχοινί ήταν περιζήτητα σουβενίρ: κόβονταν σε μικρά κομμάτια και τα μοιράζονταν δεκάδες «τυχεροί» θεατές. Η χειρονομία στη φωτογραφία, που δείχνει την «απόδειξη» όπως θα έκανε ένας ιατροδικαστικός ερευνητής, μετατρέπει το πτώμα σε ένα γιγαντιαίο τρόπαιο για το οποίο ο Μπo αναλαμβάνει την ευθύνη για λογαριασμό του πλήθος που θριαμβολογεί.

Εμπορική καρτποστάλ από λιντσάρισμα, Texas, 1920

Εμπορική καρτποστάλ από λιντσάρισμα, Texas, 1920

Η ετυμηγορία του ιατροδικαστή μετά από ένα λιντσάρισμα ήταν «θάνατος από αγνώστους» ακόμα κι αν όλοι ήξεραν ποιοι ήταν παρόντες. Κανένας ποτέ δε διώχθηκε. Αυτή η αντίληψη είναι στο επίκεντρο της πλέον κοινώς αποδεκτής αντίδρασης στο λιντσάρισμα, που το ιδιοποιείται ως έκφραση της «λαϊκής βούλησης», ως μια δίκαιη πράξη ενάντια σε ένα ον κατώτερο. Τέτοιες εικόνες αποτελούν αναμνηστικές φωτογραφίες που καταγράφουν την αλληλεγγύη και τη νίκη επί των «νέγρων» και ταυτόχρονα επιβεβαιώνουν την ισχύ και την αλληλεγγύη της «ανώτερης» λευκής κοινότητας. Στο Lynching and Spectacle, η Amy Wood εξηγεί τι σημαίνει για τους λευκούς Αμερικανούς να εκτελούν και να παρακολουθουν αυτά τα σαδιστικά θεάματα. Το λιντσάρισμα ως θέαμα, υποστηρίζει η Wood, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση και την επιβεβαίωση της λευκής υπεροχής κατά την αλλαγή του αιώνα αν και κάποια στιγμή η διάδοση αυτών των εικόνων σε εθνική κλίμακα τροφοδότησε τη δυναμική του κινήματος ενάντια στο λιντσάρισμα και τελικά οδήγησε στην παρακμή του.

Για πολλούς σχολιαστές, αυτό που κυρίως ενοχλεί τους θεατές αυτών των εικόνων είναι το να αντιμετωπίσουν το γεγονός ότι οι «απλοί άνθρωποι» που έχουν διαπράξει τέτοιες απίστευτες θηριωδίες «στο όνομα της κοινότητας» αποτελούν τμήμα της δυτικής –αμερικανικής– ιστορίας. Συγκρίνοντας το λιντσάρισμα με πράξεις που διαπράχθηκαν από τη ναζιστική Γερμανία, αλλά και με τις τρέχουσες παγκόσμιες συνθήκες, ο ίδιος ο Allen παρατήρησε πως «αυτό αποτελεί πρόβλημα για εμάς τους Αμερικανούς, επειδή εμείς δεν βλέπουμε τους εαυτούς μας «στο ίδιο τραίνο». Στα μάτια μας είμαστε ηθικά ανώτεροι».

Γερμανική Einsatzkommando (στρατιωτική κινητή μονάδα θανάτου των SS) εκτελεί ομάδα Εβραίων γυναικών μπροστά σε ένα σκαμμένο μαζικό τάφο στο Ανατολικό Μέτωπο το 1941. Η εκτύπωση ανακαλύφθηκε στο προσωπικό άλμπουμ ενός αγνώστου ταυτότητας Γερμανού στρατιώτη.

Γερμανική Einsatzkommando (στρατιωτική κινητή μονάδα θανάτου των SS) εκτελεί ομάδα Εβραίων γυναικών μπροστά σε ένα σκαμμένο μαζικό τάφο στο Ανατολικό Μέτωπο το 1941. Η εκτύπωση ανακαλύφθηκε στο προσωπικό άλμπουμ ενός αγνώστου ταυτότητας Γερμανού στρατιώτη.

Γι’ αυτό οι εικόνες τέτοιων οδυνηρών γεγονότων μπορούν να ανακαλέσουν ένα τραύμα της συλλογικής αμερικανικής μνήμης. Η bell hooks εύστοχα παρατηρεί πως «μία φαντασίωση της λευκότητας είναι ότι ο απειλητικός Άλλος είναι πάντοτε τρομοκράτης. Αυτή η προβολή επιτρέπει σε πολλούς λευκούς ανθρώπους να φαντασιώνονται ότι δεν υπάρχει αναπαράσταση της λευκότητας ως τρομακτικής, ως τρομοκρατικής». Ένα κοινό θέμα του λιντσαρίσματος είναι η ποιότητα «κοινοτικής δικαιοσύνης», ένα ηθικό στοιχείο που του επιτρέπει να λειτουργεί στο όριο της πραγματικής δικαιοσύνης. Υπό αυτή την έννοια, αφενός κανένα συγκεκριμένο άτομο ή άτομα δεν μπορούν να κατηγορηθούν για φόνο καθώς αποτελεί μια συλλογική πράξη, ενώ, από την άλλη πλευρά, η ίδια η πράξη είναι ηθικά δικαιολογημένη, μέσω της προσφυγής στην «απόδοση δικαιοσύνης» από τον λαό. Οι πολεμικές φωτογραφίες-τρόπαια αποτελούν ένα σχετικά παλιό είδος: οι ναζί, για παράδειγμα, είχαν στιγμιότυπα από μαζικές εκτελέσεις Εβραίων και Μπολσεβίκων που τις διατηρούσαν σε οικογενειακά άλμπουμ. Δεκάδες στρατιώτες της Βέρμαχτ εμφανίζονται να ποζάρουν ή να φωτογραφίζουν τις εκτελέσεις αντιστασιακών ή αμάχων, συχνά δίπλα σε ταμπέλες που προειδοποιούν ότι «Απαγορεύεται η φωτογράφηση». Το Γκέτο της Βαρσοβίας πλημμύριζε τα Σαββατοκύριακα με Γερμανούς «τουρίστες», στρατιώτες σε άδεια ή εργάτες που ταξίδευαν στα πλαίσια του προγράμματος «Ισχύς μέσω της Χαράς», που φωτογράφιζαν την εξαθλίωση και τους νεκρούς στο δρόμο — μακάβρια σουβενίρ από μια διασκεδαστική εκδρομή. Εκτός από αναμνηστικά, τέτοιες φωτογραφίες λειτουργούν πάντα ως σύμβολα εξουσίας, ως απόδειξη νίκης, ως επιβεβαίωση ενός σκοπού για τον οποίο αξίζει να πολεμήσει κάποιος.

Το τελευταίο επίσημα αναγνωρισμένο λιντσάρισμα τέτοιου είδους πραγματοποιήθηκε στο Mobile της Αλαμπάμα, το 1981, όταν μέλη της Κου Κλουξ Κλαν ξυλοκόπησαν άγρια και τελικά κρέμασαν έναν εικοσάχρονο μαύρο που επέλεξαν τυχαία. Ρατσιστική βία και ρατσιστικά εγκλήματα που αφορούν ξυλοδαρμούς μέχρι θανάτου και απαγχονισμούς ανθρώπων εξακολουθούν να υπάρχουν στην αμερικανική κοινωνία.

Η Πηνελόπη Πετσίνη είναι θεωρητικός τέχνης, διδάκτωρ τεχνών και ανθρωπιστικών επιστημών.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Παράξενα Φρούτα

  1. Πίνγκμπακ: Παράξενα Φρούτα – Mια (δυτική) ιστορία του λιντσαρίσματος | Alexius DIAKOGIANNIS

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s