Το τέλος του «δημοκρατικού καπιταλισμού» στην Ευρώπη

Standard

Συνέντευξη του Βόλφγκανγκ Στρέεκ στον Τζόνας Μπιρτς και τον Γιώργο Σουβλή

Μιλάει για τη μεταδημοκρατία,  την ευρωπαϊκή νομισματική ένωση, τον ΣΥΡΙΖΑ, το μέλλον της πλήρους απασχόλησης

μετάφραση:Γιάννης Χατζηδημητράκης

 

Ο Γερμανός οικονομολόγος και  κοινωνιολόγος Wolfgang Streeck βρέθηκε συχνά στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, τα τελευταία χρόνια,  με τις παρεμβάσεις του για τη λιτότητα, τα αίτια της παγκόσμιας κρίσης και το μέλον της Ε.Ε. Δημοσιεύουμε σήμερα, με μικρές περικοπές, τη συνέντευξη που έδωσε στον Jonah Birch (New York University) και τον Γιώργο Σουβλή (Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας) και δημοσιεύθηκε στην ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού Jacobin», στις 26.2.2016.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

 

Έχετε υποστηρίξει τα τελευταία χρόνια ότι ο «δημοκρατικός καπιταλισμός» στην Ευρώπη κινείται όλο και περισσότερο προς την κατεύθυνση ενός κοινωνικού και οικονομικού μοντέλου που ιεραρχεί τις επιταγές της αγοράς και την επιχειρηματική κερδοφορία πάνω από τις απαιτήσεις για δημοκρατική ισότητα και κοινωνική αλληλεγγύη. Πώς εξελίχθηκε αυτή η διαδικασία και πώς δένει με αυτήν η κρίση που ξέσπασε μετά το 2008 στην Ευρωζώνη;

Η δημοκρατία στον καπιταλισμό είναι δημοκρατία στον βαθμό που διορθώνει τα αποτελέσματα των δράσεων των αγορών προς την κατεύθυνση της ισότητας. Η οικονομική απελευθέρωση αποσυνδέει τη δημοκρατία από την οικονομία — την καθιστά στεγνή. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που ονομάζουμε μεταδημοκρατία: η πολιτική ως μαζικό θέαμα, ως κομμάτι της βιομηχανίας του θεάματος. Ένας τρόπος αποσύνδεσης της δημοκρατίας από την οικονομία είναι η μεταβίβαση της οικονομικής πολιτικής από τα χέρια των εθνικών κοινοβουλίων και των κυβερνήσεων στα χέρια «ανεξάρτητων» θεσμών όπως οι κεντρικές τράπεζες και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, και Διεθνών Οργανισμών όπως το ΔΝΤ. Το ευρώ, όπως θεσπίστηκε με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, έχει με αυτό τον τρόπο αποδημοκρατικοποιήσει –αλλά σε καμία περίπτωση αποπολιτικοποιήσει– τη νομισματική και οικονομική πολιτική στα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης. Ουσιαστικά, έχει επιβληθεί μια πολιτική σκληρού νομίσματος στο σύνολο της Ευρωζώνης, υπό την οποία μερικές χώρες, όπως η Γερμανία, μπορεί να ευημερούν, ενώ πολλές άλλες όχι.

Τα πρόσφατα κείμενά σας για τον «δημοκρατικό καπιταλισμό» διακατέχονται από μια βαθιά απαισιοδοξία για τις προοπτικές μιας δημοκρατικής αναγέννησης ενάντια στη λιτότητα. Η σοσιαλδημοκρατία δεν φαίνεται πλέον να είναι ο δρόμος για ένα πιο ισότιμο καπιταλιστικό μοντέλο. Εν τω μεταξύ, τα αριστερά κόμματα και τα συνδικαλιστικά κινήματα που αποτελούσαν τη δημοκρατική αντιπολίτευση στις παρενέργειες της αγοράς, έχουν εξασθενίσει σημαντικά.

Εν συντομία περί «λιτότητας». Το ζήτημα δεν είναι ότι περικόπτεται το δημόσιο χρέος από το 2008. Αντιθέτως, έχει αυξηθεί σημαντικά, λόγω της χαμηλής ανάπτυξης η δημόσια απορρόφηση του ιδιωτικού χρέους. Ούτε ότι το τέλος της λιτότητας θα έδινε τη λύση στα προβλήματά μας. Από τη δεκαετία του 1980 είχαμε συνεχώς αυξανόμενα επίπεδα χρέους, ιδιωτικού και δημόσιου, παράλληλα με την παγκόσμια επέκταση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού τομέα. Σήμερα, ένα αυξανόμενο μέρος του συσσωρευμένου χρέους κρατείται από τις κεντρικές τράπεζες ως περιουσιακό στοιχείο, που χρησιμοποιείται για να τυπώσει χρήμα. Η έκδοση χρήματος, που συνεχίζεται εδώ και δεκαετίες, εκτίναξε την προσφορά χρήματος — και δεν είχε καμία επίπτωση, ούτε καν στο ύψος του πληθωρισμού, προφανώς επειδή τα χρήματα δεν πήγαν ποτέ στα χέρια εκείνων που θα το ξόδευαν, ή θα το επένδυαν στην «πραγματική οικονομία».

Ως προς την Αριστερά, νομίζω ότι περιγράψετε σωστά την κατάσταση. Οι σοσιαλδημοκράτες θεωρούσαν ότι θα μπορούσαν να ελέγξουν την αγορά, ώστε να υπηρετεί κοινωνικούς σκοπούς. Για παράδειγμα, ισχυρίζονται ότι οι ιδιωτικοποιήσεις θα κάνουν τις κοινωνικές υπηρεσίες να ανταποκρίνεται περισσότερο στους πολίτες-πελάτες. Στην πορεία, θυσίασαν την αξιοπρέπεια του δημόσιου αγαθού και το υπέταξαν στην επιτακτική ανάγκη για κερδοφορία. Μετατράπηκαν επίσης σε ατζέντηδες της καπιταλιστικής επέκτασης σε μια εποχή που οι καπιταλιστές έψαχναν απεγνωσμένα για νέες δουλειές. Στη διαδικασία αυτή, έχασαν την επαφή τους με μεγάλο τμήμα της λαϊκής εκλογικής τους βάσης — όσους δεν μπορούν ή δεν θέλουν να «παίζουν το παιχνίδι της αγοράς», λ.χ. τους συνταξιούχους.

Έργο του Άουγκουστ Μάκε, 1913

Έργο του Άουγκουστ Μάκε, 1913

Όσο για τα αριστερά κόμματα, όπως οι Podemos και ο Τζέρεμι Κόρμπιν –και ας μην ξεχνάμε, βέβαια, και τον Μπέρνι Σάντερς!– θα δούμε. Ειδικότερα ο Κόρμπιν μπορεί να είναι η τελευταία ευκαιρία προτού η εναπομείνασα εργατική τάξη καταλήξει στο άρμα του δεξιού λαϊκισμού. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να βρουν πιο αποτελεσματικές μορφές μαζικής κινητοποίησης και άμεσης δράσης για να ξανακερδίσουν τους ψηφοφόρους τους και ελπίζω ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, θα καταστεί δυνατόν να ξαναδημιουργηθούν συνδικάτα. Αυτό που με κάνει απαισιόδοξο, όμως, είναι η τύχη του ΣΥΡΙΖΑ (το πώς υπέκυψε στις πιέσεις των άλλων κυβερνήσεων, του ΔΝΤ, της ελληνικής  μεσαίας τάξης) ίσως και των παράξενων ψευδαισθήσεών του περί «ευρωπαϊκής ιδέας».

Προτού ακόμα υπογραφεί η Συνθήκη του Μάαστριχτ, ήσασταν επικριτικός απέναντι στο σχέδιο της ευρωπαϊκής νομισματικής ενοποίησης. Γιατί αυτό το σχέδιο είναι, κατά τη γνώμη σας,  τόσο αντιδημοκρατικό και νεοφιλελεύθερο; 

Για να σωθεί το «ευρωπαϊκό σχέδιο» ήταν απαραίτητη η ανάκτηση της εμπιστοσύνης των επιχειρήσεων. Εξ ου και η «εσωτερική αγορά του 1992». Σε αντίθεση με ό, τι είχαν υποσχεθεί, ωστόσο, αυτό που ακολούθησε δεν ήταν ένα «ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο». Οι εργοδότες είχαν το δικαίωμα βέτο, ενώ το κοινωνικό κράτος και οι εργασιακές σχέσεις ήταν πολύ ποικιλόμορφα για ενοποιηθούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αντ’ αυτού έχουμε το ευρώ, το οποίο σχεδιάστηκε κατά τη διάρκεια του πρώτου κύματος της διεθνούς δημοσιονομικής ενοποίησης πάνω στο μοντέλο του γερμανικού μάρκου. Έτσι περάσαμε από την «Κοινωνική Ευρώπη» –όρος που χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά κατά τη σύνοδο κορυφής του 1973 στο Παρίσι– στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως διακρατική μηχανή φιλελευθεροποίησης, υπό τη σημαία των «τεσσάρων ελευθεριών» — που σίγουρα δεν περιλαμβάνει την ελευθερία των εργαζομένων να οργανωθούν ή να κατέβουν σε απεργία. Ένα μικρό θαύμα, καθώς το μεγαλύτερο μέρος των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ακόμη εξυπηρετεί την «ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς» και δεν είναι κατάλληλο για οτιδήποτε άλλο.

Τι απαντάτε σε  όσους αριστερούς υποστηρίζουν ότι η έκκληση για αποχώρηση από την Ευρώπη και επιστροφή στην εθνική οικονομική κυριαρχία απλώς δυναμώνει την εθνικιστική Δεξιά; Ότι είναι καλύτερα να αναμορφώσουμε τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, παρά να διακινδυνεύσουμε να δώσουμε τροφή στο Εθνικό Μέτωπο ή την Χρυσή Αυγή;

Όσοι σκέφτονται έτσι εντοπίζουν λάθος τα  αίτια του προβλήματος. Εκείνο που ενισχύει τη Δεξιά στην Ευρώπη είναι η αποδυνάμωση της ισχύος μεγάλων τμημάτων πληθυσμού από υπερεθνικούς οργανισμούς, τη λειτουργία των οποίων κανείς δεν καταλαβαίνει. Η αποδυνάμωση, με άλλα λόγια,  της δημοκρατίας σε εθνικό επίπεδο, υπέρ μιας απομακρυσμένης ευρωπαϊκής τεχνοκρατίας που ειδικεύεται στο άνοιγμα αγορών για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα του χρηματοπιστωτικού τομέα. Κατά τα λοιπά, είμαι απολύτως υπέρ μιας ολοκληρωτικής «αναμόρφωσης» — αλλά θα πρέπει να προηγηθεί μια δημόσια συζήτηση σχετικά με αυτό που ονομάζεται, στην ορολογία των Βρυξελλών, finalité της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Είναι η ενωμένη Ευρώπη ένα ομοσπονδιακό υπερκράτος; Τι θα γίνει με τα έθνη από τα οποία αποτελείται; Πόση και τι είδους «επικουρικότητα» θα ισχύει; Πού θα καταλήξει η «διαρκής στενότερη ένωση των ευρωπαϊκών λαών»; Και, το πιο σημαντικό, θα έχει την ικανότητα να παρεμβαίνει στα αποτελέσματα της αγοράς για εξισωτικούς σκοπούς, σε ευρωπαϊκό εκτός από εθνικό επίπεδο; Πώς θα πρέπει να συνδέονται αυτά τα δύο επίπεδα; Τι είδους «κοινωνικής Ευρώπης» θα φτιαχτεί, αυτή τη φορά στην πραγματικότητα;

Πιστεύετε ότι θα μπορούσε να υπάρχει ένα διαφορετικό αποτέλεσμα στις διαπραγματεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ με την τρόικα; Θα μπορούσε ο Αλέξης Τσίπρας να είχε ακολουθήσει εναλλακτική στρατηγική, όπως αυτή που υποστηρίζει η αποσχισθείσα από τον ΣΥΡΙΖΑ Αριστερή Πλατφόρμα; Ή αυτό απαιτούσε μια διαφορετική ισορροπία δυνάμεων σε ολόκληρη την ήπειρο;

Κοιτάξτε, αυτά μοιάζουν με επικρίσεις κατόπιν εορτής. Ακόμα, πάντως, μου κεντρίζει το ενδιαφέρον η προσφορά της τελευταίας στιγμής του Σόιμπλε για προσωρινή έξοδο της Ελλάδα από την ΟΝΕ, προκειμένου να καταστεί δυνατή η αναπροσαρμογή των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Οι Έλληνες δεν έψαξαν τι βρισκόταν από πίσω. Είναι σαφές ότι θα μπορούσε να είχε συνδυαστεί με μια σημαντική «συμφωνία κυρίων», όχι αποκλειστικά με τη μορφή της μείωσης του χρέους. Καθώς έριξαν οι ίδιοι την ιδέα στο τραπέζι, οι Γερμανοί ενδεχομένως δεν θα άφηναν τους Έλληνες να λιμοκτονήσουν. Αλλά ο Βαρουφάκης και ο Τσίπρας έδιναν τόση αξία στον συμβολισμό της ένταξης της χώρας τους στην ΟΝΕ, που ούτε καν ρώτησαν τις λεπτομέρειες. Έτσι αναγκάστηκαν να πιουν το πικρό ποτήρι, παρόλο τον θρίαμβό τους στο δημοψήφισμα. Κατά βάση συμφωνώ με τον Τζωρτζ Σόρος ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να ανακάμψει χωρίς υποτίμηση του νομίσματος, η οποία είναι δυνατή μόνο έξω από την ΟΝΕ ή με μια ριζική τροποποίηση της Συνθήκης που θα επιτρέπει, μεταξύ άλλων, τα παράλληλα εθνικά νομίσματα σε συγκεκριμένες περιστάσεις.

Η Ελλάδα μοιάζει καλό παράδειγμα για το πώς η εμμονή στη λιτότητα είναι αυτοκαταστροφική για τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό, δεδομένου ότι θα μπορούσε να επωφεληθεί από την ανάκαμψη της επιχειρηματικής δραστηριότητας που θα προέκυπτε από την χαλάρωση των όρων λιτότητας. Ωστόσο, οι ηγέτες της Ευρώπης συνεχίζουν να απαιτούν όλο και περισσότερο αίμα από τον ελληνικό λαό σε αντάλλαγμα των σχεδίων διάσωσης που απαιτούνται για να κρατηθεί το ελληνικό κράτος όρθιο. Πώς εξηγείτε αυτή την αντίφαση; Είναι ιδεολογικά τα κίνητρα; Ή στοχεύοντας στα βραχυπρόθεσμα συμφέροντα του παγκόσμιου καπιταλισμού παραβλέπουν τα μακροπρόθεσμα;

Ερνστ Λούντβιχ Κίρχνερ, «Οι τοξότες», 1935-37

Ερνστ Λούντβιχ Κίρχνερ, «Οι τοξότες»,
1935-37

Διαφωνώ με την τοποθέτησή σας. Η Ελλάδα είναι πάρα πολύ μικρή για να ξεκινήσει από κει μια ανάπτυξη μέσω της αύξησης της ζήτησης στην Ευρώπη. Και είναι αρκετά μικρή ώστε να μπορεί να τροφοδοτείται μέσω της υπόλοιπης Ευρώπης, ίσως ακόμη και μόνο από τη Γερμανία, χωρίς κανείς να το παρατηρήσει. Είμαι βέβαιος ότι η Μέρκελ και ο Σόιμπλε θα το είχαν τακτοποιήσει εδώ και καιρό το ζήτημα εάν επρόκειτο μόνο για την Ελλάδα. Το πρόβλημα είναι ότι το προηγούμενο που θα δημιουργούσε ένα ελληνικό σχέδιο διάσωσης συν ένα «Σχέδιο Μάρσαλ», ή όπως θέλετε πείτε το, στην ερμηνεία της Συνθήκης της ΟΝΕ, καθώς και στις προσδοκίες άλλων χωρών όπως η Ιταλία και η Γαλλία σε σχέση με την «ευρωπαϊκή αλληλεγγύη».

Φυσικά, μιλώντας γενικά, δημιουργούνται εδώ πολλά ερωτήματα που προσκρούουν στο πώς ορίζονται τα συμφέροντα – που τα καθιστούν λιγότερο ξεκάθαρα, για να το θέσω πιο ήπια. Έτσι, για παράδειγμα, οι χρηματοοικονομικοί επενδυτές επιθυμούν τόσο την ανάπτυξη όσο και τη δημοσιονομική εξυγίανση, αλλά μπορούν να πετύχουν μόνο το ένα από τα δύο. Θέλουν να δουν «δημοσιονομική πειθαρχία» (τις κυβερνήσεις να παρακάμπτουν τους πολίτες για χάρη των πιστωτών) αλλά θέλουν, επίσης, και πολιτική σταθερότητα. Οι κυβερνήσεις θέλουν χαμηλά επιτόκια στο συσσωρευμένο χρέος τους για να είναι σε θέση να κερδίσουν  τη λαϊκή υποστήριξη, αλλά αν ξοδεύουν πάρα πολλά οι πιστωτές χάνουν την εμπιστοσύνη τους και τα επιτόκια αυξάνονται. Και ούτω καθεξής.

Εγώ τουλάχιστον δεν δίνω μεγάλη σημασία στα ζητήματα ιδεολογίας. Οι περισσότεροι τέτοιοι άνθρωποι δεν πιστεύουν σε τίποτα εκτός από τον ισολογισμό τους, και ξέρουν πόσο κάνει δύο και δύο. Όσον αφορά τα πολιτικά συμφέροντα: Είναι ένα παραλληλόγραμμο διαφορετικών και αντικρουόμενων στόχων, που δεν καθορίζεται από έναν στόχο μόνο: βιομηχανικό κεφάλαιο, οικονομικό κεφάλαιο, κυβερνητικά κόμματα, κράτη, μερικές φορές η εργατική αριστοκρατία, όλα αλληλεπιδρούν κάτω από την πίεση των αλλαγών στις σχέσεις εξουσίας.

Στο βιβλίο σας του 2009 για τον γερμανικό καπιταλισμό,  εκφράζατε, νομίζω, την άποψη ότι η οικονομική φιλελευθεροποίηση ήταν μια διαδικασία σχεδόν αναπόφευκτη, ως αποτέλεσμα δομικών αλλαγών του καπιταλιστικού συστήματος. Αλλά σε πιο πρόσφατα κείμενά σας, δίνετε  πολύ μεγαλύτερη έμφαση στον ρόλο των επιχειρήσεων και ομάδων επενδυτών με επιρροή στην προώθηση της φιλελευθεροποίησης.  Οπότε, θέλω να σας ρωτήσω: Η διαδικασία της φιλελευθεροποίησης κινείται κυρίως από δομικές αλλαγές ή από ιδιωτικούς δρώντες;

Υπάρχουν δύο πλευρές στον κοινωνικό μετασχηματισμό, μια συστημική και μια πολιτική. Είναι δύο προοπτικές που ισχύουν και οι δύο και  αλληλοσυμπληρώνονται. Υπάρχει η εξουσία και το συμφέρον· και υπάρχει μια συστημική λογική ριζωμένη, όχι στην πολιτική, αλλά και στην κοινωνική δομή. Εξαρτάται επίσης από  το τι ψάχνετε, το ερώτημα που θέτετε. Όταν έγραψα το βιβλίο το 2009 μελέτησα μία μόνο χώρα, τη Γερμανία, η οποία ήταν, και παραμένει στην ουσία, ένας περιθωριακός παίκτης στον παγκόσμιο καπιταλισμό, στον οποίο πολιτικά και εμπορικά κυριαρχούν οι ΗΠΑ, που δίνουν τις κατευθυντήριες γραμμές, τις οποίες ακολουθεί η Γερμανία. Η αιχμή του επιχειρήματός μου στρεφόταν εναντίον μιας φιλολογίας που μίλαγε για τις «ποικιλίες του καπιταλισμού», υποτιμώντας τη σημασία των κοινών στοιχείων του καπιταλισμού, κυρίως τις κοινές αναπτυξιακές τάσεις από τη δεκαετία του 1970 και μετά.

Αργότερα, στο βιβλίο Buying Time, ήταν απαραίτητο  μετατοπιστώ σε μια οπτική που επικεντρωνόταν στα συμφέροντα, με στόχο μια συνεκτική αφήγηση για την διάλυση της μεταπολεμικής κατάστασης πραγμάτων, η οποία ξεκίνησε με την αναίρεση του αμερικανικού New Deal και τελικά έφτασε στην Ευρώπη μέσω του Ρήγκαν και της Θάτσερ. Είχε προηγηθεί ο επαναπροσανατολισμός της αμερικανικής νομισματικής πολιτικής, η παρέμβαση στη Χιλή, η εκστρατεία εναντίον ευρωκομμουνισμού τη δεκαετία του  1970 κ.ο.κ. Τα γνωρίζετε όλα αυτά. Εδώ, πρέπει να εντοπίσουμε και να μελετήσουμε το συμφέρον πίσω από έναν κρατικά διοικούμενο καπιταλισμό – και θεωρώ τον εαυτό μου αρκετά τυχερό και ωφελήθηκα, σε πολλά σημεία, από τη συνάντησή μου με το έργο του Michał Kalecki – και όχι μόνο σημεία, αλλά στο πώς να οικοδομήσουμε μια προοπτική που δίνε σημασία στην εξουσία, στη θεωρία των μακροοικονομικών συστημάτων.

Υποστηρίζετε ότι, καθώς ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός ρυθμίζεται πλέον λιγότερο κοινωνικά, η «αργή ανάπτυξη» εμφανίζεται με τη μορφή της μαζικής ανεργίας και των αυξανόμενων δημοσιονομικών πιέσεων. Είναι  πιθανή μια επιστροφή στις ιδέες της πλήρους απασχόλησης και της οικονομικής σταθερότητας;

Το κεφάλαιο δεν έχει κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την πλήρη απασχόληση. Για να διατηρήσει την πειθαρχία στις τάξεις εργατικού δυναμικού χρειάζεται έναν εφεδρικό βιομηχανικό στρατό. Μπορεί κάποιος να προσθέσει ότι το κεφάλαιο δεν έχει κανένα ενδιαφέρον για την παραγωγικότητα ή την ανάπτυξη αυτή καθαυτή, αν η χαμηλή ανάπτυξη και υστέρηση στην παραγωγικότητα συνοδεύονται από αύξηση των κερδών, ως αποτέλεσμα της μείωσης του μεριδίου των μισθών. Λαμβάνοντας υπόψη τον παρόντα συσχετισμό δυνάμεων στο πλαίσιο του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, βλέπω τη δυνατότητα επιστροφής στην πλήρη απασχόληση μόνο περιφερειακά σε περιοχές ευνοημένες, με επάρκεια πόρων, ανεπτυγμένους παραγωγικούς φορείς και καλή προσαρμογή στις — μεταβαλλόμενες– απαιτήσεις της παγκόσμιας αγοράς. Αλλά, ακόμη και εκεί, η εξέλιξη της ρομποτικής και της τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να επιφυλάσσει δυσάρεστες εκπλήξεις λ.χ. στη νέα μεσαία τάξη της παγκόσμιας οικονομίας, που εκτελεί σχετικά καλά αμειβόμενες διευθυντικές εργασίες, εργασίες μηχανικού και σχεδιαστή, ενώ τα θλιβερά εργοστάσια της εποχής του Μάντσεστερ έχουν από καιρό μεταφερθεί στο Μπαγκλαντές και αλλού. Επιπλέον, η «απασχόληση» όπως την ξέρουμε μπορεί σύντομα να εξαφανιστεί, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, εκτοπιζόμενη από νέες μορφές επισφαλούς «αυτοαπασχόλησης».

Η ιστορική ψευδαίσθηση του μεταπολεμικού κεϋνσιανισμού ήταν η πίστη ότι αυτό που στην πραγματικότητα παρέμεινε μια καπιταλιστική οικονομία είχε μετατραπεί σε μια πολιτικά ουδέτερη μηχανή δημιουργίας πλούτου και απασχόλησης, έτοιμης να λειτουργεί από επαγγελματίες μηχανικούς που ονομάζονταν «οικονομολόγοι». Το κεφάλαιο υποστήριξε αυτή την ψευδαίσθηση από τον φόβο αντικαπιταλιστικών αντιδράσεων, αλλά μόνο για λίγο. Τη δεκαετία του 1970, όταν αισθάνθηκε ότι βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο, απηύδησε με τη σοσιαλδημοκρατία και έψαξε για μια διέξοδο. Έτσι ξεκίνησε η «κρίση» και η «παγκοσμιοποίηση».

Γιατί νομίζετε ότι η σοσιαλδημοκρατική Αριστερά της δεκαετίας του 1970, με την οποία ταυτίζεστε,  δεν μπόρεσε να αναπτύξει μια βιώσιμη στρατηγική  με την οποία θα αντιμετώπιζε το ξέσπασμα της κρίσης και την επακόλουθη αύξηση των οικονομικών δυσκολιών στον αναπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο; Φαίνεται όπως σε όλη την Δυτική Ευρώπη, η μεταρρυθμιστική σοσιαλδημοκρατία ενισχύθηκε και άνοιξε τα φτερά της τη δεκαετία του 1979 – αλλά τελικά ηττήθηκε. Γιατί;

Η σοσιαλδημοκρατία επιδιώκει  έναν εκφοβισμό του κεφαλαίου ώστε  το δεύτερο να συμβιβαστεί με την κοινωνία – τα αρπακτικά να φοβηθούν αρκετά, ώστε να προσποιηθούν τις αγελάδες γαλακτοπαραγωγής. Η  «παγκοσμιοποίηση» ήταν το παράθυρο ευκαιρίας για τον μεταπολεμική τον καπιταλισμό για να βγάλει τη μάσκα και να επιστρέψει στο business as usual. Με το χρόνο –και δεν πρόκειται για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα– τον φόβο δεν τον αισθάνονταν πια το κεφάλαιο, αλλά οι εθνικές κυβερνήσεις, αν εξαιρέσουμε ίσως το ένα και μοναδικό κράτος που επιτέλεσε, και εξακολουθεί να επιτελεί, τον ρόλο της εκτελεστικής επιτροπής του παγκόσμιου καπιταλισμού: τις ΗΠΑ. Σήμερα τα κράτη τοποθετούνται στις αγορές, και όχι  οι αγορές στα κράτη. Αυτό είναι ένα πρόβλημα, που η παλιά καλή σοσιαλδημοκρατία δεν είναι σε θέση να καταλάβει, και πολύ περισσότερο να λύσει.

Στη δεκαετία του 1980 και του 1990 θεωρούσατε ότι οικονομίες όπως η γερμανική και η σουηδική έδειχναν ότι η εργασία και οι δημοκρατικές πιέσεις μπορούσαν να πιέσουν τις επιχειρήσεις. Προφανώς έχετε αλλάξει γνώμη.

2 streeck-C

Πίνακας του Ερνστ Λούντβιχ Κίρχνερ

Δεν έχω κανένα δισταγμό να πω ότι τα πρώιμο έργο μου διεπόταν από την  πρόθεση να αποδείξει τη δυνατότητα της κοινωνικής δημοκρατίας στον καπιταλισμό. Ήταν ένας «ευσεβής πόθος», με την έννοια ότι μετέτρεπα την επιθυμία μου σε πραγματικότητα. Ενδιαφερόμουν ιδιαίτερα για τη δυνατότητα ύπαρξης, και ίσως γενίκευσης, του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής που καθοδηγείται «από τα κάτω»: με έλεγχο της εργασίας που επιβάλλουν ισχυρές συνδικαλιστικές οργανώσεις, αναγκάζοντας τους καπιταλιστές να παράγουν με τρόπο συμβατό με μια καλή κοινωνία και ζωή. Η παγκοσμιοποίηση το έκανε αυτό το πολύ πιο δύσκολο, ειδικά για ολόκληρες εθνικές οικονομίες, ιδίως με τον τρόπο που επεκτάθηκε στις αγορές κεφαλαίων. Αυτές οι δυνάμεις σύντομα άρχισαν να λειτουργούν υπερβαίνοντας τα συστήματα παραγωγής από τα πάνω, ακυρώνοντας τους «ευεργετικούς περιορισμούς» που είχαν επιβάλει  οι δυνάμεις της οργανωμένης εργασίας από τα κάτω. Χρειάστηκα κάποιο χρόνο –μπορείτε να τον θεωρήσετε και πάρα πολύ για να κατανοήσω  την πραγματικά θεμελιώδη αλλαγή που προκαλείται από τη διεθνοποίηση και την χρηματιστικοποίηση. Επικεντρωμένος στην εργασία, έπρεπε να μελετήσω τώρα χρήμα — την απόλυτη κινητήρια δύναμη της καπιταλιστικής πολιτικής οικονομίας.

Μπορείτε να μας μιλήσετε για το πώς έχει μέχρι αλλάξει η σχέση σας με το μαρξισμό; Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, ήσασταν επικριτικός απέναντι σε μερικούς από τους πιο γνωστούς μαρξιστές συγγραφείς. Όμως το έργο σας σήμερα,επηρεάζεται, ανάμεσα σε άλλα,  και από τις μαρξιστικές ιδέες.

Έχετε δίκιο. Ο μαρξισμός της δεκαετίας του 1970 που συνάντησα ως φοιτητής, μου φαινόταν ξηρός και αφηρημένος. Δεν είχε ζωή, μόνο δομές,  ορισμούς και «νόμους» στους οποίους δεν μπορούσα να βγάλω νόημα. Ο λόγος που διάλεξα τις κοινωνικές επιστήμες ήταν επειδή ήμουν περίεργος να δω πως ήταν ο κόσμος εκεί έξω, ο κόσμος των πραγματικών ανθρώπων. Μόνο αργότερα, πολύ αργότερα, ανακάλυψα τον Μαρξ, τον οικονομικό ιστορικό Μαρξ, τον οξυδερκή παρατηρητή του αμερικανικού εμφυλίου πολέμου, τον παθιασμένο πολιτικό αναλυτή της γαλλικής πολιτικής. Η ίδια ζωντάνια που βρίσκεις στον Βέμπερ ή τον Μπάρινγκτον Μουρ! Αυτή τη στιγμή εξοικειώνομαι όλο και πιο πολύ με τους αμερικάνους μαρξιστές της δεκαετίας του 1950 και του 1960 — και είμαι βαθιά εντυπωσιασμένος με την διορατικότητα της ανάλυσής τους. Όταν δούλευα πάνω στο βιβλίο μου του 2009, ReForming Capitalism, κατάλαβα ότι ο ιστορικός αγνωστικισμός των ακαδημαϊκών κοινωνικών επιστημών, καθώς και η άρνησή τους να αναγνωρίσουν και να θεωρητικοποιήσουν την ενδογενή εξελικτική κίνηση των κοινωνικών σχηματισμών , ήταν η μεγαλύτερη ανεπάρκειά τους και η αιτία που καταντούν τόσο βαρετές. Από την στιγμή που θα επαναφέρεις την ιστορία στις κοινωνικές επιστήμες όμως, δεν είναι δυνατόν να παρακάμψεις τον Μαρξ. Χωρίς τον Μαρξ οι εξελικτικές θεωρίες καθίστανται αφηρημένες με την έννοια του κενού: Ένα μεταμοντέρνο Παιχνίδι με τις χάντρες[1] για τους γνώστες, ή μια προσπάθεια θεραπείας μέσω της πίστης με πεισματική επιμονή στην αποτελεσματικότητα των ηθικών αντιπαραδειγμάτων, χωρίς καν να μπαίνεις στον κόπο να εξηγήσεις γιατί δεν συμβαίνει αυτό στην πράξη.

Τέλος, όσον αφορά την προσωπική πολιτική σας οπτική.  Θεωρείτε ακόμα τον εαυτό σας έναν αριστερό σοσιαλδημοκράτη, της μεταπολιτικής εποχής; Προφανώς απογοητευτήκατε από τις επιδόσεις της κυβέρνησης Σρέντερ στη Γερμανία, της οποίας υπήρξατε σύμβουλος.

Ο ρόλος μου στη Συμμαχία για την απασχόληση, στην πρώτη κυβέρνηση Σρέντερ ήταν μικρός. Έπειτα από ενάμιση περίπου χρόνο σταμάτησα, πολύ πριν τις «μεταρρυθμίσεις Hartz». Ήταν η εποχή του «Τρίτου Δρόμου», και ελπίζαμε ότι θα μπορούσαμε να καβαλήσουμε το κύμα της εμπορευματοποίησης, για να σώσουμε το κράτος πρόνοιας, καθιστώντας κατάλληλο για μια παγκόσμια οικονομία.  Οι επαφές μας στην Ευρώπη περιελάμβαναν  τον Ντομινίκ Στρως-Καν, μετέπειτα υπουργό Οικονομικών της Γαλλίας, και τον Ντέιβιντ Μίλιμπαντ, σύμβουλο του Τόνι Μπλερ.  Γρήγορα έγινε σαφές ότι ήταν ο τελευταίος γύρος για την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, και ότι δεν θα κερδίζαμε. Μεταρρυθμίζαμε τον καπιταλισμό, κάτι που δεν μπορούσαμε να αντιληφθούμε τότε, παρά μόνο αργότερα. Το 2008, τα πάντα είχαν λήξει, σε αυτό το πεδίο. Χρειαζόμουν, λοιπόν ένα νέο πλαίσιο, μακριά από ευσεβείς πόθους , για μια ρεαλιστική αντιμετώπιση της πραγματικότητας – για να προχωρήσουμε ένα από τα πιο επιτακτικά καθήκοντα της αριστεράς: να καταστεί πιο ρεαλιστική.]

[1] Ουτοπικό μυθιστόρημα του Έρμαν Έσσε (Σ.τ.Μ.)

One thought on “Το τέλος του «δημοκρατικού καπιταλισμού» στην Ευρώπη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s