Ο ισπανικός νόμος της ιστορικής μνήμης και οι «επιτροπές αλήθειας» (Ν. Αφρική, Χιλή κ.ά.)

Standard

Κανόνες για την ιστορία, νόμοι για τη μνήμη

 της Δήμητρας Λαμπροπούλου

Παυλ Ντελβώ, «Ένας άντρας στο δρόμο», 1940

Παυλ Ντελβώ, «Ένας άντρας στο δρόμο», 1940

Πώς προσδιορίζεται η σχέση ανάμεσα στον νόμο και τη λειτουργία της δικαιοσύνης, από τη μια μεριά, την ιστορία και τη μνήμη, από την άλλη; Το ερώτημα δεν είναι καινούργιο, ενώ οι απαντήσεις που έχει δεχτεί εξαρτήθηκαν πάντα από τις διαφορετικές προϋποθέσεις και τις ανάγκες πάνω στις οποίες αναπτύχθηκε η σχέση αυτή. Οι νομικοί που ενδιαφέρονται γι’ αυτό το διατυπώνουν ως εξής: Ποιο είναι το σημείο ισορροπίας ανάμεσα στην ελευθερία της έκφρασης και το νόμιμο δικαίωμα ενός κράτους να ελέγχει τις εκδηλώσεις μίσους, ρατσισμού, ξενοφοβίας και άρνησης των θηριωδιών που διαπράχθηκαν στο παρελθόν; Ωστόσο, από μια οπτική γωνία που αντιλαμβάνεται την ιστορία ως κριτικό λόγο και πρακτική, το πρόβλημα δεν είναι η αναζήτηση ισορροπίας αλλά η σημασία που μπορεί να έχει για την ιστορική συνείδηση και τη δημοκρατική πολιτική μια ιστορία υπό εποπτεία –δικαστική, πολιτική, στρατιωτική, εθνική, υπερεθνική–, και μάλιστα σε εκείνα ακριβώς τα ζητήματα που χρειάζονται τον πιο ανοιχτό διάλογο, καθώς συνήθως αφορούν πρόσφατες και τραυματικές εμπειρίες. Με άλλα λόγια, η κανονικοποίηση της ιστορίας και η νομικοποίηση της μνήμης, που απορρέουν από τέτοιες μορφές εποπτείας της ιστορικής αφήγησης, είναι ζητήματα διόλου μικρής σημασίας.

Η σχέση ιστορίας, δικαίου και μνήμης είναι κι αυτή προϊόν ιστορικών διαδικασιών κάθε άλλο παρά γραμμικών ή ομοειδών, οι οποίες συνδέονται με σημαντικές καμπές, όπως ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, οι πολιτικές αναγνώρισης καταπιεσμένων ομάδων του παρελθόντος ή η μεταψυχροπολεμική συνθήκη στην ευρωπαϊκή κυρίως ήπειρο. Στο θεσμικό πλαίσιο, εθνικής ή διεθνικής εμβέλειας, η μνήμη όλο και περισσότερο αφορά κανονιστικά ερωτήματα για τη δικαιοσύνη, τη συμφιλίωση, την πολιτική νομιμότητα, τη συνέχεια ή τη διαφοροποίηση μέσα στον χρόνο μιας πολιτικής μονάδας όπως είναι το κράτος. Κατ’ αυτό τον τρόπο, οι πολιτικές της μνήμης και των εκπροσώπων της πολλαπλασιάζονται. Ο πολλαπλασιασμός αυτός σημαίνει διαφορετικές πολιτικές και διανοητικές πραγματεύσεις του παρελθόντος, οι οποίες είναι ευαίσθητες στην επίδραση διαφορετικών ομάδων που δρουν στη σφαίρα της δημοσιότητας — πολιτικών, νομικών, δημοσιογράφων και ΜΜΕ περισσότερο, ιστορικών λιγότερο. Η σύνθετη ιστορία της σχέσης νόμου, δικαιοσύνης και ιστορικής αφήγησης περιλαμβάνει μια ποικιλία παραδειγμάτων. Θα αναφερθώ σε δύο από αυτά, διαφορετικού χρονικού και γεωγραφικού προσδιορισμού, εστιάζοντας στους τρόπους με τους οποίους το νομικό και πολιτικό πρόταγμα καθόρισαν την ιστορική αφήγηση και σε σημεία της κριτικής που ασκήθηκε σε αυτόν τον καθορισμό. Πρόκειται για τον ισπανικό Νόμο της Ιστορικής Μνήμης και για τις επιτροπές αλήθειας που έχουν συγκροτηθεί κυρίως στην αφρικανική ήπειρο και τη Λατινική Αμερική.

Ο ισπανικός νόμος για την ιστορική μνήμη

Το μεταφρανκικό θεσμικό πλαίσιο που στόχευε στη διαμόρφωση μιας επίσημης ιστορικής αφήγησης για το άμεσο παρελθόν άλλοτε βασίστηκε στην έννοια της μνήμης και άλλοτε στην έννοια της λήθης. Μετά τον θάνατο του Φράνκο το 1975, οι κύριες πολιτικές δυνάμεις της Μετάβασης συμφώνησαν ότι, προκειμένου να εξασφαλίσουν μια επιτυχημένη και ειρηνική μετάβαση στη δημοκρατία, έπρεπε να αφήσουν πίσω το παρελθόν. Στη βάση αυτού του «συμφώνου της λήθης» (pacto del olvido), έως τη δεκαετία του 2000 η επίσημη στάση απέναντι στο πρόσφατο παρελθόν ισοδυναμούσε με τις έννοιες της λήθης και της εθνικής συμφιλίωσης και την επίμονη άρνηση εκ μέρους όλων των κυβερνήσεων για οποιαδήποτε δημόσια συζήτηση περί αποκατάστασης της ιστορικής μνήμης. Από τα κάτω, όμως, και ιδίως από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 υπήρξαν επίμονες εκστρατείες κοινωνικών οργανώσεων οι οποίες πρόβαλλαν το χρέος του ισπανικού κράτους προς τα θύματα του Φράνκο και το δικαίωμα των οικογενειών των θυμάτων να γνωρίσουν την αλήθεια για τους δικούς τους, ζητώντας επανορθώσεις και ιστορική αναγνώριση. Η πιο ενεργή από αυτές ήταν και παραμένει η Ένωση για την Αποκατάσταση της Ιστορικής Μνήμης, η οποία έχει κινητοποιήσει εκατοντάδες εθελοντές, έχει κάνει μια τεράστια δουλειά τεκμηρίωσης, έχει εργαστεί σε διεθνή δίκτυα και από το 2000 έως το 2014 πραγματοποίησε την εκταφή 1.337 σωρών από 158 ομαδικούς τάφους.[i] Αυτή η επίμονη κινητοποίηση και το ανανεωμένο δημόσιο ενδιαφέρον για τον Εμφύλιο συνέβαλαν ώστε η κυβέρνηση του Σοσιαλιστικού Κόμματος υπό τον Χοσέ Λουίς Ροδρίγκεθ Θαπατέρο να ανακηρύξει το 2006 έτος ιστορικής μνήμης και να υποβάλει προς ψήφιση το 2007 τον νόμο που έμεινε γνωστός ως «Νόμος της Ιστορικής Μνήμης».

Ο νόμος διακήρυξε την έλλειψη νομιμότητας των φρανκικών δικαστηρίων, προέβλεψε κάποιες οικονομικές αποζημιώσεις για διαφορετικές κατηγορίες θυμάτων και την παροχή βοήθειας σε ιδιώτες, ώστε να εντοπιστούν και να ταυτιστούν σώματα νεκρών σε αταύτιστους τάφους, κατάργησε δημόσια σύμβολα που εξυμνούσαν το φρανκικό καθεστώς, ίδρυσε το Κέντρο Τεκμηρίωσης της Ιστορικής Μνήμης στη Σαλαμάνκα και προνόησε για την ανάπτυξη των Γενικών Αρχείων του Εμφυλίου Πολέμου. Αναγνώρισε, ακόμα, ως άδικη οποιαδήποτε μορφή άσκησης προσωπικής βίας κινούμενης από πολιτικούς και ιδεολογικούς σκοπούς κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου και της δικτατορίας ανεξάρτητα από την πλευρά ή τη γεωγραφική ζώνη στην οποία βρίσκονταν οι πολίτες που την υπέστησαν. Το άρθρο 7 βεβαίωνε ότι «σε καμία περίπτωση δεν θα υπάρξει αναγνώριση κληρονομικής ευθύνης από το κράτος ή οποιαδήποτε άλλη αρχή ή επανόρθωση οικονομικού η επαγγελματικού τύπου».

Ποιες αφηγήσεις για το παρελθόν επικύρωσε ο νόμος αυτός; Η τήρηση ίσων αποστάσεων, η οποία δεν δικαίωσε εν τέλει τη μνήμη των θυμάτων και τις οικογένειές τους, και η αποσιώπηση της Δεύτερης Δημοκρατίας αποτελούν δύο από τα πιο σταθερά σημεία της κριτικής που θεωρεί τον νόμο ανεπαρκή. Η εισηγητική έκθεση και το τελικό κείμενο του νόμου τοποθέτησαν τις πηγές της σύγχρονης Ισπανικής Δημοκρατίας στην περίοδο της Μετάβασης και το Σύνταγμα του 1978, χωρίς καμία απολύτως αναφορά στην πλούσια συνταγματική κληρονομιά της Δεύτερης Ισπανικής Δημοκρατίας. Η ταύτιση του πνεύματος της Μετάβασης με το πνεύμα του Νόμου της Ιστορικής Μνήμης θεωρήθηκε προβληματική ακριβώς γιατί απωθούσε, για άλλη μια φορά, τον ανοιχτό και ειλικρινή διάλογο τόσο για τη δικτατορία όσο και για το δεύτερο μεγάλο επίδικο, τη Μετάβαση και την ασυλία που είχε προσφέρει στους υπεύθυνους των εγκλημάτων.[ii] Κοιτώντας το παρελθόν από την οπτική γωνία του κράτους, ο νόμος δεν ενσωμάτωνε την πραγματική συμφιλίωση αλλά τη μνημόνευση της συμφιλίωσης, αποκαλύπτοντας τους ενδόμυχους φόβους της Ισπανίας να αντιμετωπίζει τα φαντάσματα του παρελθόντος. Οι ενδόμυχοι αυτοί φόβοι τρέφονται βέβαια και από άλλα ταμπού της ισπανικής πολιτικής, όπως η πολυεθνικότητα και η ενότητα της χώρας, τα οποία έχουν αποκτήσει ιδιαίτερο βάρος στη σημερινή συγκυρία.

 

Οι επιτροπές αλήθειας

Θεωρούνται μια από τις πιο σημαντικές καινοτομίες στο πεδίο των πολιτικών απέναντι στο παρελθόν και αποτελούν μέρος αυτού που ονομάζεται μεταβατική δικαιοσύνη, με πιο χαρακτηριστικό ίσως παράδειγμα εκείνο της Νότιας Αφρικής (1995 κ.ε.).[iii] Οι επιτροπές αλήθειας είναι οργανισμοί με προσωρινό χαρακτήρα που έχουν ιδρυθεί σε διαδικασίες πολιτικής μετάβασης, με στόχο να ερευνήσουν μια προηγούμενη περίοδο κατά την οποία διαπράχθηκαν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από δικτατορικά καθεστώτα ή στη διάρκεια εμφυλίων πολέμων. Γεννήθηκαν ως προϊόν συνθηκών μετάβασης, στις οποίες ο χώρος για την ποινική δίωξη των αυτουργών της καταπίεσης και των παραβιάσεων ήταν ήδη σημαδεμένος από τους εκπροσώπους του προηγούμενου καθεστώτος, όπως έγινε για παράδειγμα στη Χιλή. Βασική παραδοχή της λειτουργίας τους είναι πως όχι μόνο είναι δυνατό αλλά και αναγκαίο να διδαχτούμε από την ιστορία. Κεντρικοί σκοποί της δημιουργίας τους είναι η διαλεύκανση και η επίσημη αναγνώριση των γεγονότων, η ατομική κάθαρση εκείνων οι οποίοι αφηγούνται τις ιστορίες τους, η συμφιλίωση των κοινωνιών, αλλά και το να αποφευχθούν ανάλογες παραβιάσεις δικαιωμάτων στο μέλλον.[iv] Από την άποψη της παραγωγής ιστορικής αφήγησης, οι επιτροπές σχεδιάστηκαν εξαρχής ως μέσα για τη δημιουργία συναίνεσης γύρω από την ιστορία.[v]

Ο πολλαπλασιασμός και η γρήγορη διεθνοποίησή τους οδήγησαν στη δημιουργία ενός δικτύου διάχυσης εμπειριών και μεταβίβασης γνώσεων. Οι επιτροπές έγιναν αντικείμενο πολιτικών και ακαδημαϊκών μελετών οι οποίες ήταν προσανατολισμένες στο να σχηματίσουν ένα σώμα «διδαγμάτων» (lessons learned), που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στην πρακτική της μεταβατικής δικαιοσύνης. Στην προσπάθεια να παγιωθούν ορισμένα γενικά κριτήρια για την αξιολόγηση των πολιτικών γύρω από τη μεταβατική δικαιοσύνη, ΜΚΟ, κυβερνήσεις, ο ΟΗΕ, άρχισαν να προωθούν κανόνες για την αποτελεσματικότητα του έργου των επιτροπών. Όλη αυτή η κινητικότητα έχει περιγραφεί ως παγκόσμια «βιομηχανία» αφιερωμένη στις πολιτικές απέναντι στο παρελθόν, η οποία διακλαδώνεται σε δίκτυα που περιλαμβάνουν τις ίδιες τις επιτροπές, μη κυβερνητικές και κυβερνητικές οργανώσεις, εμπειρογνώμονες, διακρατικούς φορείς, ροή πόρων και πολιτικές επιρροές.

Η προτυποποίηση και η κανονικοποίηση, που διακρίνουν το έργο των επιτροπών, συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ίσως μέρος της κριτικής που τους ασκείται. Υπογραμμίζεται εδώ ο προβληματικός χαρακτήρας της αρχής των «διδαγμάτων» της ιστορίας. Η αναγωγή της περιπλοκότητας της ιστορικής εμπειρίας που συζητούν οι επιτροπές σε κατευθυντήριες γραμμές και η μετατροπή αυτής της εμπειρίας σε οδηγίες για την άσκηση πολιτικής απέναντι στο παρελθόν θεωρείται πως έχουν αποτελέσματα κάθε άλλο παρά επιθυμητά. Καταρχάς, ή ίδια η πληροφοριακή αξία των διδαγμάτων μπορεί να αποδειχθεί ελάχιστη. Πιο σημαντικό είναι όμως ότι οι κανόνες που διαμορφώνονται στα διεθνικά δίκτυα που ασχολούνται με τη μεταβατική δικαιοσύνη δεν συμβάλλουν απαραίτητα στην ισχυροποίηση των επιτροπών αλήθειας, ενώ επιπλέον διατρέχουν τον κίνδυνο να περιορίσουν την ικανότητα προσαρμογής των επιτροπών στις ειδικές πολιτικές και πολιτισμικές συνθήκες κάθε μετάβασης. Επομένως, μια τέτοιου είδους θεσμοποίηση θα σήμαινε, πάνω απ’ όλα, τον περιορισμό των επιλογών που συνδέονται με τις πολιτικές απέναντι στο παρελθόν.

Ο προβληματικός χαρακτήρας της κανονικοποίησης αναδεικνύεται και στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι αντιφάσεις της παγκοσμιοποίησης, που αποτελούν και το πλαίσιο των μεταβάσεων. Η παγκοσμιοποίηση σφυρηλατεί μεταβάσεις και δημοκρατίες που χαρακτηρίζονται από συνέχεια και αλλαγή, από δομές ανισότητας και μοντέλα σύγκρουσης που μάλλον αναδιατάσσονται παρά παύουν να υπάρχουν. Εστιάζοντας στην πολιτική βία και την ιδεολογική πόλωση και παραβλέποντας τις κοινωνικές ανισότητες και τη βία που συνδέεται με αυτές, η εργαλειοθήκη της μεταβατικής δημοκρατίας δεν αντιμετωπίζει, για παράδειγμα, τις επιπτώσεις της νεοφιλελεύθερης οικονομίας και τα ανοδικά επίπεδα των βίαιων εγκλημάτων και των τιμωρητικών αντιδράσεων σε αυτά. Τα όρια που τίθενται έτσι στη δομική αλλαγή των νεοσύστατων δημοκρατιών δημιουργούν τον κίνδυνο οι περιθωριοποιημένοι να περιθωριοποιηθούν ξανά. Οι ολιστικές αντιλήψεις της μεταβατικής δικαιοσύνης σπάνια επεκτείνονται σε μια κριτική αυτών των άλλων όψεων της παγκοσμιοποίησης, οι οποίες όμως επηρεάζουν βαθύτατα τις πραγματικότητες της μετάβασης. Το ερώτημα λοιπόν είναι αν η μεταβατική δικαιοσύνη έχει γίνει η συνείδηση της μεταβατικής παγκοσμιοποίησης χωρίς, ωστόσο, να διαταράξει τα βασικά της χαρακτηριστικά. 

Εν τέλει

Δύο τόσο διαφορετικά παραδείγματα νομικής χρήσης –ή εποπτείας– της ιστορικής αφήγησης μπορούν να μας βοηθήσουν να σκεφτούμε ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην επιλογή μιας προοδευτικής ή μιας συντηρητικής εκδοχής εποπτείας, αλλά στην εργαλειοποίηση και τη συμμόρφωση της ιστορίας σε όλες τις περιπτώσεις. Εργαλειοποίηση και συμμόρφωση είναι συνήθως δεκτικές στον ηθικισμό. Ίσως όμως μπορούμε να συμφωνήσουμε πως ζητούμενο για την ιστορία δεν είναι να βολεύει στη θαλπωρή κάποιας ηθικής ανωτερότητας, αλλά μάλλον να ξεβολεύει, προσπαθώντας να τοποθετεί οικείες κατηγορίες και ταυτότητες στο χρόνο, να τις αφήνει ανοιχτές στον αναστοχασμό, να λειτουργεί, με άλλα λόγια, ως κριτική. 

Η Δήμητρα Λαμπροπούλου διδάσκει νεότερη και σύγχρονη ιστορία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το κείμενο αποτελεί συνοπτική εκδοχή της τοποθέτησης της Δ. Λαμπροπούλου στη συζήτηση «Ιστορία καθ’ υπαγόρευσιν; Νόμοι και διώξεις για το περιεχόμενο της ιστορικής αφήγησης», που οργάνωσε η Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού-περ. «Μνήμων», στις 10.2.2016, με αφορμή τη δίκη Ρίχτερ.

[i] Asociación para la Recuperación de la Memoria Histórica (ARMH),

[ii] Mónica López Lerma, «The Ghosts of Justice and the Law of Historical Memory», Conserveries mémorielles 9 (2011)

[iii] Truth and Reconciliation Commission (TRC), 

[iv] Ενδεικτικά η τελική έκθεση Nunca Màs (1984) της αργεντινής Εθνικής Επιτροπής για την Εξαφάνιση Προσώπων

[v] Ενδεικτικά για τις επιτροπές Paul Gready, The Era of Transitional Justice. The Aftermath of Truth and Reconciliation Commission in South Africa and Beyond, Routledge, Άμπινγκτον 2011· Cath Collins, Post-transitional Justice. Human Rights Trials in Chile and El Salvador, The Pennsylvania State University Press 2010· Stephan Scheuzger, «¿Lecciones a aprender? Reflexiones en torno a la transferncia de conocimientos sobre políticas hacia el pasado: el caso de las comisiones de verdad» .

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s