Περί έρευνας και ερευνητικών κέντρων

Standard

του Δημήτρη Λουκά

Τζόρτζιο ντε Κίρικο, «Ο τροβαδούρος», 1946

Τζόρτζιο ντε Κίρικο,
«Ο τροβαδούρος», 1946

Πέρασε πάνω από ένας χρόνος από τις εκλογές του Ιανουαρίου. Δύσκολος χρόνος, με το μεγαλύτερο τμήμα αφιερωμένο στις διαπραγματεύσεις με τους πιστωτές. Υπάρχουν όμως τομείς, όπως η έρευνα και καινοτομία, όπου τα αρμόδια υπουργεία δεν ενεπλάκησαν άμεσα στη διαπραγμάτευση, είχαν την ίδια πολιτική ηγεσία μέχρι σήμερα, και συνεπώς σχετική άνεση να ξεδιπλώσουν το πολιτικό τους σχέδιο. Δυστυχώς, ο απολογισμός είναι φτωχός. Ουδεμία προκήρυξη ερευνητικών προγραμμάτων έγινε, με αποτέλεσμα να υπάρχει σοβαρό πρόβλημα στη συνέχεια των ερευνητικών δραστηριοτήτων σε ερευνητικά κέντρα και πανεπιστήμια. Η οικονομική στενότητα και η χρήση των αποθεματικών για την αποπληρωμή του χρέους αποτελούν πιθανώς μια αιτιολογία, δεν είδαμε όμως ως αντιστάθμισμα, στις υπαρκτές χρηματοδοτικές δυσκολίες, ένα σχέδιο μεταρρυθμίσεων και τον αντίστοιχο οδικό χάρτη. Και τούτο είναι κρίσιμο για μια κυβέρνηση της Αριστεράς: αφού, εν μέσω Μνημονίων, αδυνατεί να εφαρμόσει το οικονομικό της πρόγραμμα, μόνο στα πεδία των μεταρρυθμίσεων του κράτους, της υγείας, της παιδείας και έρευνας μπορεί να διατηρήσει τους δεσμούς της με τα κοινωνικά στρώματα που θέλει να εκφράσει.

Το σχέδιο νόμου που προωθεί το Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων παρουσιάζεται ως ουσιαστική μεταρρυθμιστική πράξη. Στην ουσία, αποτελεί κείμενο διορθωτικών παρεμβάσεων, με λεκτικές τροποποιήσεις και οριακές μεταβολές, στον νόμο περί έρευνας που ψήφισε το 2014 η κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ. Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην κακό σε μια χώρα όπου η εκάστοτε κυβέρνηση κραδαίνει τη ρομφαία της αλλαγής των πάντων — πολύ περισσότερο που οι συγκεκριμένες παρεμβάσεις εμπεριέχουν και στοιχεία μιας πιο δημοκρατικής λειτουργίας του ερευνητικού συστήματος, όπως η διεύρυνση των αρμοδιοτήτων των επιστημονικών γνωμοδοτικών συμβουλίων των ινστιτούτων ή η συμμετοχή ερευνητών στις επιτροπές επιλογής διευθυντών. Επειδή όμως στα συγκεκριμένα ζητήματα οι θέσεις του επικεφαλής υπουργού δεν είναι σαφείς, εάν αυτά δεν περιληφθούν στο τελικό κείμενο, το σχέδιο νόμου θα καταντήσει άδειο πουκάμισο.

Ως ενιαίος Συνασπισμός είχαμε σημαντική παρουσία στα ζητήματα της ερευνητικής πολιτικής. Ενισχύσαμε συστηματικά τη θέση για τον ενιαίο χώρο-παιδείας και έρευνας, η οποία έχει στον πυρήνα της:

α) τον κεντρικό ρόλο της ερευνητικής διαδικασίας στον σύγχρονο κόσμο.

β) την ενδογενή συνέλιξη της εκπαιδευτικής διαδικασίας με την έρευνα.

γ) τη διάχυση του καινοτόμου πνεύματος στην παραγωγική διαδικασία.

Παράλληλα, η ερευνητική κοινότητα αποδέχθηκε έγκαιρα, ως συστατικό στοιχείο της ερευνητικής διαδικασίας, τις εξωτερικές αξιολογήσεις από διεθνείς επιτροπές, δίνοντας δείγματα υπέρβασης των συντεχνιακών αντιλήψεων. Έτσι, κατάφερε να εντάξει τα ερευνητικά κέντρα στο ευρύτερο σύστημα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και έρευνας, αίροντας κάποιες ασυμμετρίες στις σχέσεις πανεπιστημιακών δασκάλων και ερευνητών. Συγκεκριμένα:

* Τα ερευνητικά κέντρα εντάχθηκαν στο Υπουργείο Παιδείας, το οποίο ανέλαβε και τον τομέα της έρευνας, αναγνωρίζοντας την ουσιαστική συνέλιξη εκπαίδευσης και έρευνας.

* Άρθηκε η ασυμμετρία της συμμετοχής πανεπιστημιακών στις επιτροπές προσλήψεων-κρίσεων-προαγωγών των ερευνητών, αλλά όχι αντιστρόφως. Και αυτή η άρση σημαίνει την αναγνώριση των ομόλογων χαρακτηριστικών πανεπιστημιακών και ερευνητών.

Τα παραπάνω ήταν αποτέλεσμα προσπαθειών δεκαετιών που οδήγησαν και στην ενίσχυση της παρουσίας του ελληνικού ερευνητικού συστήματος διεθνώς. Παραμένουν, ωστόσο, σημαντικά ζητήματα, χωρίς την επίλυση των οποίων το ερευνητικό σύστημα δεν θα αποκτήσει δυναμική.

Ως κύριο ζήτημα θεωρώ την ανανέωση του ερευνητικού δυναμικού στη βάση πενταετών προγραμματισμών, σε άμεσο συνδυασμό με την ενίσχυση της δημοκρατικής ζωής των ερευνητικών κέντρων. Η εσωτερική δημοκρατική ζωή στα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα δεν αποτελεί τυπικότητα ή τροχοπέδη, αλλά το γόνιμο έδαφος πάνω στο οποίο ανθίζει η αριστεία, απερίσπαστη από εσωτερικούς καταναγκασμούς, σχέσεις εξάρτησης και νεποτισμούς.

Η αμφίδρομη επικοινωνία πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων αποτελεί καθοριστικό παράγοντα της διαδικασίας παραγωγής νέας γνώσης. Τούτο σημαίνει ότι πρέπει να ενισχυθούν τα συνεργατικά ερευνητικά σχήματα μεταξύ πανεπιστημίων-ερευνητικών κέντρων και οι ερευνητές να έχουν πρόσβαση και στην προπτυχιακή εκπαίδευση. Μέχρι σήμερα, η κινητικότητα είναι μονόδρομη αφορώντας κυρίως καθηγητές πρώτης βαθμίδας που διεκδικούν θέσεις διευθυντών ερευνητικών κέντρων και ινστιτούτων.

Έχουμε ανάγκη από μια νέα αντίληψη για τη σχέση επιστήμης και καινοτομίας. Το γεγονός ότι η επιστημονική έρευνα προάγεται με διαφορετικούς μηχανισμούς από αυτούς της ελεύθερης αγοράς δεν αναιρεί τον κεντρικό ρόλο της στην παραγωγική βάση των κοινωνιών. Πρέπει, επίσης, να γίνει σαφές το πλαίσιο συμμετοχής του ακαδημαϊκού προσωπικού σε επιχειρηματικές δραστηριότητες. Ο εικόνα του «πατέρα» καθηγητή-ερευνητή που διατηρεί την ασφάλεια μιας περίοπτης δημόσιας θέσης και ταυτόχρονα επιχειρεί, πρέπει να εκλείψει: ή παπάς-παπάς ή ζευγάς-ζευγάς.

Απαιτείται, ακόμα, η άμεση αναδιάρθρωση του ερευνητικού ιστού. Ειδικότερα για τα ερευνητικά κέντρα, πρέπει να αρθεί ο δυισμός της μορφής «νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου — νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου» όταν πρόκειται για φορείς οι οποίοι καλύπτουν το 100% του μισθολογικού κόστους από δημόσιους πόρους (εθνικούς και κοινοτικούς). Οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα πρέπει να είναι κοινά για το σύνολο του δημόσιου ερευνητικού συστήματος. Τα διάσπαρτα ερευνητικά κέντρα και ινστιτούτα (στην Ακαδημία Αθηνών, στα υπουργεία αγροτικής ανάπτυξης και υγείας, τα πανεπιστημιακά ινστιτούτα κ.λπ.) πρέπει να αποτελέσουν τάχιστα τον στόχο μιας λειτουργικής και θεσμικής αναδιάρθρωσης.

Εν κατακλείδι, πιστεύω ότι το σχέδιο νόμου που προωθεί το Υπουργείο περιέχει διορθωτικά μέτρα προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά όχι νέες ιδέες. Οφείλουμε να εργαστούμε ώστε, με το πέρας του εθνικού διαλόγου για την παιδεία και έρευνα, να έχουμε διαμορφώσει μια ολοκληρωμένη δέσμη νομοθετικών προτάσεων.

Ο Δημήτρης Λουκάς είναι διευθυντής ερευνών στο ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος»

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Περί έρευνας και ερευνητικών κέντρων

  1. Ευχαριστούμε για την σημαίνουσα και πολύ ενδιαφέρουσα παρέμβαση με τις πολύ εύστοχες εισαγωγικές παρατηρήσεις!
    Ως μεταδιδακτορικός ερευνητής στη Νορβηγία, έχω ασχοληθεί με τα θέματα που θίγετε στον κορμό της ανάλυσής σας, και θέλησα να μοιραστώ μαζί σας κάποιες σκέψεις, παρ’ότι δεν εμπνέονται από την ελλαδική πραγματικότητα. Ίσως να φανούν χρήσιμες.
    Νομίζω, λοιπόν, ότι στην ιδέα της ανανέωσης του ερευνητικού δυναμικού ελλοχεύουν απειλές για τα εργασιακά δικαιώματα και ευκαιρίες μεταξύ μόνιμου και έκτακτου προσωπικού. Ίσως εδώ να ταιριάζει καλύτερα η παρομοίωση με τον παπά και τον ζευγά…
    Επίσης, ο όρος «ανανέωση» έχει χρησιμοποιηθεί πολύ τελευταία και από διαφορετικές στην ιδεολογία τους ομάδες. Χρειάζεται, κατά τη γνώμη μου, προσδιορισμό από άλλες παραμέτρους κοινωνικής καταρχάς πολιτικής.
    Τέλος επιτρέψτε μου να αναρωτηθώ με ποιούς τρόπους πιο συγκεκριμένα βλέπετε την πρόσβαση των ερευνητών στην προπτυχιακή εκπαίδευση.
    Ευχαριστώ εκ των προτέρων για τις όποιες απαντήσεις σας. Είμαι σίγουρος ότι θα βοηθήσουν την προσπάθεια που κάνουμε με συναδέλφους εδώ στο βορρά να κατανοήσουμε τις νέες στρατηγικές για τα πανεπιστήμια και να συμβάλουμε στο να αποφευχθούν λάθη που έχουν γίνει αλλού, και παραδόξως συχνά πυκνά προβάλλονται ως πρότυπα (κυρίως το αγγλικό μοντέλο).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s