Πού βρίσκεται και πού πηγαίνει η διανοητική ιστορία σήμερα;

Standard

Συνέντευξη της Ανν Τομσον στην Αλεξάντρα Ορτόγια-Μπερντ και τον Γιώργο Σουβλή

 Μετάφραση: Γιώργος Σουβλής

3-ann thomsonΗ Ann Thomson σπούδασε Ιστορία και γαλλικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Δίδαξε στην École Normale Supérieure στο Παρίσι και στη συνέχεια βρετανική ιστορία στο Πανεπιστήμιο του Αλγερίου. Επέστρεψε στη Γαλλία ως επίκουρη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Καν όπου και ολοκλήρωσε μεταδιδακτορικό τίτλο υφηγεσίας. Από το 1998 είναι καθηγήτρια βρετανικής ιστορίας στο Université Paris 8 Vincennnes – Saint Denis και σήμερα κατέχει την έδρα διανοητική ιστορίας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας. Η Ann Thomson μιλάει στην Alexandra Ortolja-Baird (μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο EUI) και τον Γιώργο Σουβλή (υποψήφιο δρ στο EUI). H συνέντευξη δημοσιεύθηκε στο www.hsozkult.de, την 1.6.2015.

 

Πώς ασχοληθήκατε με τη διανοητική ιστορία;

Πάντα δυσκολευόμουν να ταιριάξω τα ενδιαφέροντά μου στους υπάρχοντες, περιχαρακωμένους, επιστημονικούς κλάδους. Ξεκίνησα τις σπουδές μου στην Οξφόρδη στη φιλοσοφία, την πολιτική και την οικονομία, αλλά γρήγορα έκανα το πέρασμα στην ιστορία και τις γαλλικές σπουδές. Τη συγκεκριμένη περίοδο τα διατμηματικά πτυχία ήταν αρκετά καινούργια και αντιμετωπίζονταν με αρκετή καχυποψία. Επέλεξα να εκπονήσω την διπλωματική μου πάνω σε έναν Γάλλο «φιλόσοφο» (Julien Offray de La Mettrie), αντικείμενο το οποίο μπορούσε να γίνει μόνο αποδεκτό από Τμήμα Γαλλικών Σπουδών, αν και ακόμη κι εκεί υπήρχαν ορισμένες ενστάσεις επί αυτού. Ξεκινώντας την έρευνά μου συνειδητοποίησα ότι η μόνη κατηγορία που περιέγραφε αυτό το οποίο επιχειρούσα να κάνω ήταν εκείνη της διανοητικής ιστορίας, αλλά όχι ως μέρος κάποιας συγκεκριμένης σχολής. Τότε στην Οξφόρδη υπήρχε ένα σεμινάριο διανοητικής ιστορίας το οποίο οργανωνόταν κατά βάση από Aμερικανούς μεταπτυχιακούς φοιτητές, κάτι που μας έδωσε τη δυνατότητα να συζητάμε τις θεματικές με τις οποίες είχαμε καταπιαστεί χωρίς ωστόσο να κυριαρχεί καμία συγκεκριμένη παράδοση. Δεν συμπαθούσα ιδιαιτέρως την παραδοσιακή ιστορία των ιδεών αλλά δεν είχα γνώση της σχολής της συγκειμενοποίησης ή του έργου του Κουέντιν Σκίνερ. Όταν πήγα στη Γαλλία, ένιωσα μια εγγύτητα με ορισμένους –μα όχι όλους– από αυτούς που εξειδικεύονταν στη γαλλική λογοτεχνία του 19ου αιώνα, αλλά υπό το πρίσμα της ιστορίας των ιδεών και με κάποιους που έκαναν ιστορία της φιλοσοφίας. Πιο πρόσφατα, διαφοροποιήθηκα από τους ιστορικούς της φιλοσοφίας και βρίσκομαι εγγύτερα στους ιστορικούς. Όπως βλέπετε, η εμπειρία μου είναι αρκετά διαφορετική σε σχέση με εκείνους που ασχολούνται με τη διανοητική ιστορία στον αγγλόφωνο κόσμο.

Με δεδομένη την εμπειρία σας στο Université Paris 8, πώς αντιμετωπίζετε τον τρόπο της θεσμικής επιρροής στα διάφορα είδη διανοητικής ιστορίας που υπάρχουν σήμερα; Ποια είναι, επίσης, η προσωπική σας εμπειρία σε σχέση με τις εθνικές στάσεις προς τον συγκεκριμένο επιστημονικό κλάδο; Πιστεύετε ότι υπάρχει ένας βαθμός ασυμμετρίας μεταξύ της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, όπου και σπουδάσατε αρχικά;

Η κατάσταση στην Γαλλία είναι εξαιρετικά ιδιάζουσα, καθώς, παρότι υπήρχε μια παράδοση ιστορίας των ιδεών (λ.χ., όπως ανέφερα, από αυτούς που ασχολούνταν με τη γαλλική λογοτεχνία του 18ου αιώνα), σε αυτήν ασκήθηκε ριζοσπαστική κριτική από τον Φουκώ, του οποίου η Αρχαιολογία της γνώσης, συγκεκριμένα, άσκησε πολύ μεγάλη επιρροή κατά τις δεκαετίες του 1970 και του 1980. Με είχε συνεπάρει κι εμένα το έργο του Φουκώ, ωστόσο σήμερα δεν είμαι σίγουρη πόσο με επηρέασε, τελικά. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει γαλλική σχολή διανοητικής ιστορίας· η διανοητική ιστορία έχει εν γένει αντιμετωπιστεί με μεγάλη καχυποψία από τους Γάλλους ιστορικούς, με δεδομένη τη μακρά κυριαρχία στη Γαλλία της οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας και της σχολής των Annales.

 Όταν έφτασα στο Paris 8, το 1998, δημιούργησα μια ερευνητική ομάδα με αντικείμενο τη διανοητική ιστορία (η οποία τώρα έχει ενταχθεί στο ερευνητικό κέντρο ιστορίας του Paris 8), με ένα μηναίο σεμινάριο στο οποίο συμμετείχαν άνθρωποι προερχόμενοι από διαφορετικά πανεπιστήμια, κατά βάση αγγλόφωνων σπουδών. Αυτή η κίνηση, αν μη τι άλλο, έβαλε το αντικείμενο στο χάρτη.

Ορισμένοι από τους πιο σημαντικούς Γάλλους ειδικούς στην ιστορία της βρετανικής σκέψης, τόσο ιστορικοί της φιλοσοφίας όσο και ειδικευμένοι στην αγγλική γλώσσα και λογοτεχνία ωστόσο, έχουν υπάρξει εξαιρετικά εχθρικοί απέναντι στην «Σχολή του Καίμπριτζ». Με την ιστορία της πολιτικής σκέψης στην πραγματικότητα καταπιάνονται ιστορικοί της φιλοσοφίας, οι οποίοι πολύ σπάνια υιοθετούν τη συγκειμενική προσέγγιση. 

Πιο πρόσφατα, ωστόσο, η στάση των Γάλλων ιστορικών έχει αρχίζει να αλλάζει κάπως. Το σεμινάριο της ομάδα διανοητικής ιστορίας στο Paris 8 τώρα διεξάγεται από κοινού με ιστορικούς από τη Σορβόννη. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι στο συμπόσιο του 2012 της Société d’histoire moderne et contemporaine, από το οποίο προέκυψε ένα ειδικό τεύχος της Revue dhistoire moderne et contemporaine, ήταν αφιερωμένο στη διανοητική ιστορία. Ωστόσο, είναι δύσκολο να βρεθεί ένα μέρος για το πεδίο εντός των υφιστάμενων δομών, γεγονός το οποίο αναδεικνύεται και από το εν λόγω ειδικό τεύχος, που κυριαρχείται από τους ιστορικούς του πολιτισμού. Εκείνοι που δείχνουν κάποιο ενδιαφέρον γι’ αυτήν (συμπεριλαμβανομένων κάποιων οι οποίοι μέχρι πολύ πρόσφατα την περιφρονούσαν) τείνουν, στην πραγματικότητα, να την προσανατολίζουν στην κατεύθυνση της πολιτισμικής ιστορίας, κάνοντας κάτι πολύ διαφορετικό από την ιστορία της πολιτικής σκέψης, η οποία είχε κυριαρχήσει στο Ηνωμένο Βασιλείο. Ορισμένοι ερευνητές σήμερα αυτοπροσδιορίζονται ως ιστορικοί της σκέψης, ή καλύτερα ως ιστορικοί των ιδεών (κάποιοι προβαίνουν σε μια αυστηρή διάκριση μεταξύ των δύο και ο πρώτος προσδιορισμός χρησιμοποιείται στη Γαλλία), αλλά δεν έχουν θεσμική αναγνώριση. Δεν υπάρχουν δουλειές σε Τμήματα ιστορίας οι οποίες να απευθύνονται σε ειδικευμένους στη διανοητική ιστορία ή στην ιστορία των ιδεών, και οι νέοι ερευνητές που αυτοπροσδιορίζονται ως ιστορικοί της διανόησης αντιμετωπίζουν αρκετές δυσκολίες. Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι ο όρος χρησιμοποιείται συχνά προκειμένου να γίνει αναφορά στην ιστορία μιας συγκεκριμένης έννοιας ή κλάδου, κατά τρόπο που είναι εγγύτερα στην ιστορία των ιδεών παρά στη διανοητική ιστορία ή στην ιστορία των εννοιών την Begriffsgechichte· βλ., λ.χ., Jean-Claude Perrot, Une histoire intellectuelle de l’économie politique.

Έτσι, η κατάσταση είναι σαφώς πολύ διαφορετική από ό,τι στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου η διανοητική ιστορία έχει εδραιωθεί σε μια σειρά πανεπιστημίων, με εξειδικευμένα μεταπτυχιακά προγράμματα. Θα ήθελα επίσης να αναφέρω την Ιταλία από την οποία διαθέτω κάποια εμπειρία: πολλοί ιστορικοί κάνουν κάτι το οποίο εγώ θα το έλεγα να είναι διανοητική ιστορία, χωρίς να προσδιορίζονται ως κάτι άλλο πέραν από ιστορικοί. Εκεί δεν μου φαίνεται ότι υπάρχει κάποιο ιδιαίτερο θεσμικό πρόβλημα.

Η διανοητική ιστορία περιέχει μια σειρά διακριτές και συχνά ανταγωνιστικές προσεγγίσεις και συνεχώς επεκτείνει την εμβέλειά της, καθώς καταπιάνεται με νέες τάσεις όπως η παγκόσμια, η συγκριτική και διεθνική ιστορία. Πώς μπορούμε να προσδιορίσουμε την ταυτότητα του πεδίου σήμερα, που ως επιστημονικός κλάδος δεν είναι πια στενά συνδεδεμένος με μεθοδολογίες όπως αυτή της σχολής του Καίμπριτζ; Αποτελεί η σύγχρονη διανοητική ιστορία ένα αυτόνομο πεδίο ή τα όριά της είναι στην πραγματικότητα αδιασαφήνιστα σε σχέση με πεδία όπως η πολιτισμική και η διανοητική ιστορία;

Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε σε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον σημείο, χάρη σε ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον, τουλάχιστον με βάση τον αριθμό των βιβλίων ή επιστημονικών περιοδικών που ασχολούνται με τη διανοητική ιστορία. Ένα από τα πιο πρόσφατα βιβλία είναι το Rethinking Modern European Intellectual History for the Twenty-First Century, επιμ. Darrin McMahon and Samuel Moyn, Oxford University Press, 2014. Ωστόσο, είναι πολύ δύσκολο να προσδιορίσουμε την ταυτότητα της υπό το πρίσμα, όπως με ρωτήσατε, των πολλών διαφορετικών προσεγγίσεων που υπάρχουν. Η διανοητική ιστορία με τον τρόπο που ασκείται στο Ηνωμένο Βασίλειο και η γερμανική ιστορία των εννοιών εντάσσονται στην ίδια ή σε διαφορετικές προσεγγίσεις; Πρέπει να διακρίνουμε την αμερικανική από τη βρετανική εκδοχή διανοητικής ιστορίας; Νομίζω πως ναι. Σε αυτή την περίπτωση είναι όντως δύσκολο να προσδιορίσεις τι ακριβώς είναι. Η κατανόηση που έχω εγώ για το περιεχόμενό της είναι αρκετά ευρεία. Για μένα είναι η μελέτη της σκέψης του παρελθόντος, υπό μια ευρεία έννοια, που επιχειρεί να την κατανοήσει με τους όρους της σε σχέση το συγκείμενο (ξανά υπό μια ευρεία έννοια) εντός του οποίου αναπτύχθηκε. Θεωρώ ότι αυτή η μελέτη πρέπει αναπόφευκτα να βρίσκεται σε διάλογο με την πολιτισμική και την κοινωνική ιστορία, ιστορικό κλάδο που έχει κοντινές συγγένειες με άλλους κλάδους της. Όπως και άλλοι κλάδοι της ιστορίας – και γι’ αυτό είναι αναγκαίο να σκεφτόμαστε με παγκόσμιους, συγκριτικούς και διεθνικούς όρους, κάτι βέβαια πολύ περισσότερο απαιτητικό, καθώς απαιτεί τη γνώση περισσότερων γλωσσών.

O Κουέντιν Σκίνερ, στην εισαγωγή της μελέτης του «Τα θεμέλια της νεότερης πολιτικής σκέψης», προσφέρει μια αποτίμηση της μεθόδου του που φαίνεται να έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη μεθοδολογία του Λέο Στράους. Ωστόσο, το αποτέλεσμα της επίθεσης του Σκίνερ προς την αφηρημένη ιστορία ιδεών καταλήγει σε ενός άλλου είδους κειμενική ιστορία. Είναι μια τέτοια προσέγγιση επαρκής για να παρέχει μια ικανοποιητική κατανόηση των διανοουμένων του παρελθόντος;

Πρώτα από όλα, είμαι επιφυλακτική σε σχέση με τον περιορισμό της διανοητικής ιστορίας στη μελέτη «των διανοουμένων του παρελθόντος». Όχι μόνο επειδή είναι προβληματικό να χρησιμοποιούμε την έννοια του διανοούμενου πριν από τον 19ο αιώνα, αλλά και επειδή μου φαίνεται ότι περιορίζει την εμβέλεια εκείνου με το οποίο πρέπει να καταπιανόμαστε, δηλαδή την προσέγγιση όλων των όψεων της παρελθούσας σκέψης, ακόμη και αυτής η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι παράγεται από «διανοούμενους». Δεν θεωρώ ότι η διανοητική ιστορία και η ιστορία των διανοουμένων είναι ταυτόσημες, παρά τις όποιες αυτονόητες ευρείες αλληλεπικαλύψεις.

Για να επιστρέψουμε στον Σκίνερ, θεωρώ ότι, όπως και πολλοί άλλοι, παρά την ανανεωτική του αρχική κριτική στην ιστορία των ιδεών όπως αυτή ασκούνταν, ένα μεγάλο μέρος του έργου του έχει περιοριστεί στην κειμενική ανάλυση· κι αυτό είναι περιοριστικό, παρά το μεγάλο ενδιαφέρον που παρουσιάζουν αυτές οι αναλύσεις. Επαναλαμβάνω, κρίνω ότι η διανοητική ιστορία πρέπει να βρίσκεται σε διάλογο με άλλους κλάδους της ιστορίας. Είναι επίσης αναγκαίο να προχωρήσουμε πέρα από το κείμενο καθαυτό και εξετάσουμε τις συγκεκριμένες συνθήκες της παραγωγής των κειμένων, όπως και τον τρόπο με τον οποίο διαβάζονται εντός αυτών των συνθηκών. Όταν ξεκίνησα την έρευνα για το διδακτορικό μου, σπατάλησα πολύ χρόνο προβληματιζόμενη για το πώς συνδέεται η σκέψη που μελετούσα με την κοινωνική και οικονομική βάση, ανακαλύπτοντας εκ των υστέρων πως οι υφιστάμενες προσπάθειες ήταν αρκετά απλουστευτικές, εμπερικλείοντας αυθαίρετες γενικεύσεις. Όταν προχωρήσεις σε λεπτομερή εξέταση και δεις συγκεκριμένες περιπτώσεις, τέτοιες γενικεύσεις φαίνονται αβάσιμες. Γίνεται σαφές πως η πολλαπλότητα των παραγόντων που ενεργούν στην παραγωγή συγκεκριμένων κειμένων ή επιχειρημάτων ήταν πολυάριθμες και συσχετίζονταν με σύνθετους τρόπους.

Κέες βαν Ντόνγκεν, «Δύο γυναίκες στο παράθυρο», π. 1922

Κέες βαν Ντόνγκεν, «Δύο γυναίκες στο
παράθυρο», π. 1922

Έτσι, κάθε προσπάθεια να απομονώσουμε ορισμένες από αυτές και να αγνοήσουμε άλλες (είτε μιλάμε για λεκτικές πρακτικές με ιστορικότητα είτε για είτε το οικονομικό σύστημα) εμποδίζει μια πραγματική κατανόηση του παρελθόντος. Ως εκ τούτου, έχουμε ανάγκη κάτι το οποίο είναι δύσκολο να θεωρητικοποιηθεί και συχνά ενέχει ενός είδους διανοητικoύ bricolage: να επιχειρούμε να εξετάσουμε όλους τους παράγοντες που φαίνεται να είναι σχετικοί. Γι’ αυτό πιστεύω ότι η μελέτη των αντιπαραθέσεων είναι ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα. Μια θεωρητική αντιμαχία αποκαλύπτει τι θεωρούν σημαντικό οι άνθρωποι μια συγκεκριμένη στιγμή, σε συγκριμένες συνθήκες, ενίοτε σε συγκεκριμένες χωρικές ορίζουσες. Προκειμένου να το καταλάβουμε, και να καταλάβουμε τα επιχειρήματα τα οποία χρησιμοποιούνται, πρέπει να κοιτάξουμε όλες τις όψεις των συνθηκών εντός των οποίων αναπτύχθηκαν, κάτι το οποίο μας πηγαίνει πολύ παραπέρα από την απλή εξέταση ορισμένων κειμένων ή της σχέσης τους με μια συγκεκριμένη παράδοση ή γλώσσα.

Πολλοί έχουν υποστηρίξει ότι η σύγχρονη διανοητικής ιστορία εστιάζεται δυσανάλογα σε χρονικές περιόδους που προηγούνται του «σύντομου 20ού αιώνα», κάτι που έχει αποτέλεσμα την παραγνώριση των κυριάρχων ιδεολογιών του αιώνα δηλαδή του μαρξισμού, του φασισμού και του φιλελευθερισμού. Πιστεύετε ότι μπορούμε να τις μελετήσουμε χρησιμοποιώντας τα αναλυτικά εργαλεία της σύγχρονης διανοητικής ιστορίας; 

Πραγματικά, δεν βλέπω κάποιο λόγο ο οποίος να μας εμποδίζει. Το γεγονός ότι η κυρίαρχη βρετανική σχολή ιστορικών της διανόησης τείνει να εξετάζει τις απαρχές της νεότερης πολιτικής σκέψης και πιο συγκεκριμένα τη δημοκρατική παράδοση, δεν σημαίνει πως αυτά είναι τα μόνα αντικείμενα τα οποία μπορούν να μελετηθούν. Ας σημειώσουμε πως οι δυο τόμοι που εκδόθηκαν το 2000 από τους Stephan Collini, Richard Whatmore και Brian Yough οι οποίοι κάποτε συνδέονταν με τον πανεπιστήμιο του Sussex καλύπτουν την περίοδο μεταξύ του 1750 και του 1950 – παρότι τα διάφορα κείμενα που περιλαμβάνουν καταπιάνονται κατά βάση με τον 18ο και τον 19ο αιώνα. Υπάρχει έλλειψη μελετών για τον μαρξισμό, τον φιλελευθερισμό και του φασισμό, καθώς και για τις προσωπικότητες που τις καλλιέργησαν. Το ερώτημα σας φαίνεται να υπονοεί ότι αυτές δύσκολα θα μπορούσαν να ταξινομηθούν ως διανοητική ιστορία – κάτι για το οποίο δεν είμαι καθόλου σίγουρη.

Οι πρόσφατες μελέτες σας, μεταξύ άλλων, θεματικών εστιάζονται στα πολιτισμικά δάνεια. Θεωρείται ότι αυτή εστίαση σας είναι αποτέλεσμα ευρύτερων μετατοπίσεων εντός του πεδίου της διανοητικής ιστορίας; Μπορείτε να μας πείτε πώς εξελίχθηκε ή μετασχηματίστηκε η προσέγγισή σας υπό το πρίσμα των ευρύτερων αλλαγών που έχουν λάβει χώρα στο πεδίο και ιδιαίτερα σε σχέση με τους τύπους των πηγών που πλέον χρησιμοποιούνται;

Η μελέτη των πολιτισμικών δανείων αναπτύχθηκε από Γερμανούς ακαδημαϊκούς που μελέτησαν κατά βάση τον 18ο και των 19ο αιώνα· δεν αυτοπροσδιορίζονταν ως ιστορικοί της διανόησης, παρότι πιστεύω ότι επηρεάστηκαν από τη γερμανική ιστορία των εννοιών. Το ενδιαφέρον μου για τα διανοητικά δάνεια προέκυψε από τα ίδια τα αντικείμενα με τα οποία είχα καταπιαστεί. Μετά την ενασχόλησή μου με έναν συγκεκριμένο στοχαστή, τον La Mettrie κατά τη διάρκεια της εκπόνησης της διατριβής μου, άρχισα να καταπιάνομαι με τον υλισμό, στην παράδοση του οποίου ανήκε, και τη μη θρησκευτική σκέψη εν γένει. Αυτή η μελέτη εξέτασε τις διάφορες φιλοσοφικές παραδόσεις και ένα μεγάλο μέρος μάλλον άγνωστων έργων, τα οποία σήμερα είναι παντελώς ξεχασμένα, αλλά υπήρξαν πολύ σημαντικοί φορείς για τη συχνά αδιόρατη διάχυση αυτής της σε μεγάλο βαθμό ξεχασμένης σήμερα σκέψης. Έτσι, πάντα ενδιαφερόμουν για τους ελάσσονες στοχαστές και το έργο τους, καθώς και την κυκλοφορίας του, κάτι το οποίο συνεπαγόταν την εξέταση της συγκεκριμένης μορφής στην οποία κυκλοφορούσαν, συμπεριλαμβανομένων χειρογράφων και περιοδικών και του ερωτήματος των παράνομων και των πειρατικών εκδόσεων, των κλεψίτυπων κ.ο.κ.

Ο επιβλέπων της διατριβής μου στην Οξφόρδη, ο Ρόμπερτ Σάκλετον, εξειδικευμένος στον Μοντεσκιέ, πολύ γρήγορα μου τόνισε την σημασία της υλικής υπόστασης του βιβλίου για την κατανόηση των βιβλίων τα οποία μελετούσα. Έτσι, χρησιμοποιούσα πάντα ένα μεγάλο εύρος πηγών, που πήγαιναν πολύ παραπέρα από αυτό το οποίο συχνά θεωρείται αντικείμενο της διανοητικής ιστορίας. Ωστόσο, το ενδιαφέρον μου για τα πολιτισμικά δάνεια προέκυψε από την –ίσως κάπως αργοπορημένη– συνειδητοποίηση ότι δεν ήταν επαρκής η μελέτη της γαλλικής εκκοσμικευμένης παράδοσης, της σχέσης της με συγκεκριμένες διανοητικές παραδόσεις, με καταβολές από το κλασικό παρελθόν όπως η επικούρεια παράδοση (και της ιδιοποίησής της από αυτές).

Συνειδητοποίησα πως χρειαζόταν, επιπροσθέτως, να εξετάσω τις εξελίξεις εντός της προτεσταντικής σκέψης και, πιο συγκεκριμένα αντιπαραθέσεις εντός της Βρετανίας που προκλήθηκαν από τους βαθιούς πολιτικούς διαχωρισμούς του 17ου αιώνα. Έπρεπε να καταλάβω το ενδιαφέρον γι’ αυτές τις συζητήσεις, τον τρόπο με τον οποίο έφτασε στο γαλλικό αναγνωστικό κοινό η πληροφορία γι’ αυτές, τον τρόπο με τον οποίο αυτά τα επιχειρήματα χρησιμοποιήθηκαν και μετασχηματίστηκαν σε πολύ διαφορετικές και θρησκευτικές συγκυρίες. Γι’ αυτό τα κείμενα που αναφέρονταν στα πολιτισμικά δάνεια μου φάνηκαν εξαιρετικά χρήσιμα. Η μελέτη μου αυτή οδήγησε στο έργο μου Bodies of Thought. Το ενδιαφέρον μου για ποικίλες όψεις των πολιτισμικών δανείων μεταξύ της Γαλλίας και της Αγγλίας, κατά τη διάρκεια του μακρού 18ου αιώνα, εκφράστηκε σε ένα ερευνητικό πρόγραμμα για το οποίο έλαβα χρηματοδότηση από τον Agence national pour la recherse και σε έναν συλλογικό τόμο, που εκδόθηκε το 2010. Νομίζω, λοιπόν, πως ήταν κυρίως οι ανάγκες της έρευνας εκείνες που με οδήγησαν στα πολιτισμικά δάνεια, παρά οι διάφορες εξελίξεις εντός του πεδίου της διανοητικής ιστορίας. Στην πραγματικότητα, δεν είμαι πολύ σίγουρη πώς οι ιστορικοί της διανόησης έχουν ενδιαφερθεί ιδιαιτέρως για το ερώτημα των πολιτισμικών δανείων, παρότι η κατάσταση αλλάζει τα τελευταία χρόνια.

Τα ζητήματα τα οποία σχετίζονται με την κυκλοφορία των ιδεών και τα δίκτυα είναι κεντρικά στο έργο σας και βρίσκονται, από τη φύση τους, στο σταυροδρόμι διάφορων ιστορικών υποπεδίων. Τι αποκομίσατε από την ενασχόληση με αυτά τα ζητήματα; 

Η κυκλοφορία των ιδεών και τα δίκτυα βρίσκονται στο επίκεντρο των πρόσφατων μελετών μου. Πάντα ενδιαφερόμουν για πολλές όψεις της κυκλοφορίας, και πιο συγκεκριμένα τον ρόλο των περιοδικών στο καθιστούν έργα γνωστά (κάτι το οποίο αποτελούσε ήδη μέρος της διατριβής μου και της έρευνας που έκανα την περίοδο αυτή και οδήγησε στα άρθρα μου στο Dictionnaire de la Presse). Αλλά ενδιαφερόμουν, ολοένα και περισσότερο, για τους τρόπους με τους οποίους πληροφορίες, ιδέες, επιχειρήματα κλπ. γίνονταν γνωστά, τις συγκυρίες που καθόριζαν τη μορφή με την οποία διαδίδονταν, τις συγκεκριμένες συνθήκες αυτής της κυκλοφορίας. Η μελέτη της κυκλοφορίας των ιδεών είναι ένα από τα πεδία στα οποία η διανοητική ιστορία συναντάται με την πολιτισμική ιστορία, καθώς είναι αδύνατο να καταλάβουμε αυτήν τη διαδικασία χωρίς αυτούς τους δυο κλάδους της ιστορίας. Οι ιστορικοί της διανόησης έχουν συχνά αναζητήσει τα ίχνη των ιδεών άλλων στοχαστών στα γραπτά των ανθρώπων που μελετούν. Κάποιοι έχουν καταπιαστεί με συγκεκριμένα τεκμήρια γνώσης των άλλων συγγραφέων και πιο συγκεκριμένα με τα έργα που κατείχαν, αλλά αυτό έχει μικρότερο ενδιαφέρον σε σχέση με τις μορφές με τις οποίες τα κείμενα ενδέχεται να έχουν φτάσει στους ανθρώπους.

Έτσι, ερχόμαστε στο σύνθετο ζήτημα των δικτύων. Οι μελετητές της διανοητικής ιστορίας, και πιο συγκεκριμένα οι ιστορικοί της επιστήμης, αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη συνείδηση της σημασίας των δικτύων και του τρόπου με τον οποίο κυκλοφορεί η πληροφορία. Αυτά τα δίκτυα μπορεί να έχουν πολλούς διαφορετικούς τύπους, ενώ τα διανοητικά δίκτυα πολύ συχνά συμπίπτουν με τα εμπορικά, τα θρησκευτικά ή άλλα δίκτυα, που ολοένα και περισσότερο μελετώνται από τους ιστορικούς της οικονομίας, της κοινωνίας και του πολιτισμού. Η μελέτη της αλληλογραφίας, λ.χ., είναι ιδιαιτέρως χρήσιμη για να κατανοήσουμε πώς κυκλοφορεί η πληροφορία για τις νέες ιδέες και εκδόσεις. Οι αλληλογραφίες όλων των τύπων φωτίζουν αρκετά το τι πραγματικά συζητιόταν και το τι απασχολούσε τους συγγραφείς, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων πραγμάτων τα οποία δεν επέλεγαν (ή δεν τολμούσαν) να δημοσιεύσουν. Οι αλληλογραφίες αρκετών πρωτοπόρων στοχαστών και προσωπικοτήτων έχουν δημοσιευτεί, και πολλές από αυτές είναι προσιτές στο διαδίκτυο. Ταυτόχρονα, υπάρχει μεγάλος αριθμός αδημοσίευτων και συχνά αναξιοποίητων γραμμάτων, τα οποία δυνητικά μπορούν να φανούν πολύ χρήσιμα. Ένα βασικό καθήκον είναι να τα καταστήσουμε διαθέσιμα ευρέως, αλλά κάτι τέτοιο απαιτεί πολλή και επίπονη εργασία.

Ωστόσο, όταν προχωρήσουμε πέρα από τη μελέτη μιας συγκεκριμένης αλληλογραφίας, η μελέτη των δικτύων με πιο γενικούς όρους είναι γεμάτη με προβλήματα, όπως για παράδειγμα το πώς ορίζεις το δίκτυο. Υπάρχει αρκετή δουλειά που γίνεται τώρα σε σχέση με τη χρήση αυτών των αλληλογραφιών για τη χαρτογράφηση δικτύων. Προγράμματα όπως to Mapping the Republic of Letters (με βάση το Πανεπιστήμιο του Stanford) μπορούν να προσφέρουν εντυπωσιακά αποτελέσματα και μια καλύτερη κατανόηση των διακλαδώσεων των δικτύων της προσωπικοτήτων των οποίων τα γράμματα έχουν δημοσιευτεί. Αλλά αυτή η εικόνα είναι μόνο μερική, εξαιτίας του περιορισμένου όγκου της αλληλογραφίας στην οποία έχουμε πρόσβαση προς το παρόν, και του ότι η προσοχή τείνει να εστιάζεται στα ευρωπαϊκά δίκτυα. Επιπρόσθετα, τέτοιοι χάρτες μας δίνουν μόνο ενός περιορισμένου τύπου πληροφόρηση· έτσι, από την οπτική της διανοητικής ιστορίας πρέπει να εξετάζουμε πιο ενδελεχώς τις σχέσεις μεταξύ των αλληλογράφων και αυτών που πραγματικά συζητούσαν με άλλους αποδέκτες.

Με το βλέμμα στο μέλλον της διανοητικής ιστορίας, ποιος θεωρείται ότι είναι ο πολιτικός ρόλος του ιστορικού της διανόησης και πώς αλλάζει; Από την εποχή του Μαξ Βέμπερ ένα από τα κεντρικά επιστημολογικά ενδιαφέροντα στις κοινωνικές επιστήμες είναι η διαμάχη γύρω από την αξιολογική κρίση, κάτι το οποίο μας κληροδότησε το ερώτημα αν είναι εφικτό να υπάρχει μια αξιολογικά ουδέτερη ιστορία, και πιο συγκεκριμένα μια αξιολογικά ουδέτερη διανοητική ιστορία.

Πρέπει να διακρίνουμε διάφορες όψεις αυτού του ερωτήματος. Ο ρόλος του ιστορικού δεν είναι να κάνει αξιολογικές κρίσεις. Δεν ενδιαφέρομαι να σχολιάσω εάν ένας δρων του παρελθόντος ενεργούσε σωστά ή λάθος ούτε να καταδικάσω τα επιχειρήματα που προτάσσει κάποιος συγκεκριμένος στοχαστής. Τη ίδια στιγμή, φυσικά, όλοι γνωρίζουμε πως η απόλυτη αντικειμενικότητα είναι μια αυταπάτη. Επηρεαζόμαστε, αρχικά, σε σχέση με την επιλογή ερευνητικών αντικειμένων από αυτό το οποίο είμαστε (από τους συγχρόνους μας). Αλλά ο πρώτος μας στόχος είναι να καταλάβουμε τις παρελθούσες συζητήσεις των οποίων είμαστε, όπως λέει ο Τζων Μπάροου, ωτοακουστές, και τους λόγους για τους οποίους έλαβαν χώρα και πήραν την μορφή που πήραν. Υπάρχει, για παράδειγμα, πολύ μεγάλη συζήτηση για τη στάση των συγγραφέων του Διαφωτισμού έναντι της δουλείας: έχουν κατηγορηθεί ότι την ανέχτηκαν ή, αντίθετα, επαινούνται για το ότι ήταν οι πρώτοι που την αποκήρυξαν συστηματικά. Αμφότερες οι στάσεις, κατά τη γνώμη μου, είναι α-ιστορικές. Ο πρώτος στόχος είναι να δούμε τα διάφορα επιχειρήματα που αναπτύχθηκαν, να εξετάσουμε τις συνθετότητες και τις αντιφάσεις που εντοπίζουμε και να επιχειρήσουμε να καταλάβουμε αυτές τις αντιφατικές θέσεις που εξέφραζαν (συχνά, και το ίδιο πρόσωπο). Άλλο παράδειγμα είναι τα βιβλία του Τζόναθαν Ίσραελ για τον ριζοσπαστικό Διαφωτισμό στα οποία παρέχει μια τελεολογική αφήγηση: ο «ριζοσπαστικός του Διαφωτισμός» βρίσκεται στη μια μεριά, και από αυτόν απορρέει οτιδήποτε θεωρούμε θετικό στη νεωτερικότητα, ενώ αμφότεροι ο «μετριοπαθής Διαφωτισμός» και ο «αντιδιαφωτισμός» τοποθετούνται στη λάθος μεριά της Ιστορίας. Το αποτέλεσμα είναι κακή ιστορία και μια καρικατούρα των θέσεων πολλών από αυτούς.

Δεν θεωρώ, ωστόσο, ότι πρέπει να περιοριζόμαστε ως διανοητικοί ιστορικοί σε αρχαιοδιφικά ενδιαφέροντα ή οι έρευνές μας να είναι άσχετες με το τι συμβαίνει σήμερα. Μου φαίνεται, αντιθέτως, πως η κατανόηση των παρελθοντικών συζητήσεων μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε καλύτερα το παρόν και να στοχαστούμε κριτικά πάνω στις δικές μας βεβαιότητες. Τα παραπάνω, επίσης, δεν σημαίνουν ότι οι ιστορικοί της διανόησης δεν θα πρέπει να παρεμβαίνουν σε δημόσιες συζητήσεις ή να αρνούνται ένα πολιτικό ρόλο, τροφοδοτούμενοι από την γνώση του παρελθόντος που έχουν. Εντυπωσιάζομαι, λ.χ., από το ότι δυο από τους πιο ενημερωμένους και οξυδερκείς κριτικούς των μεταρρυθμίσεων της κυβέρνησης Κάμερον στην ανώτατη παιδεία, εντάσσονται στην παράδοση της διανοητικής ιστορίας: ο Στέφαν Κολίνι και ο Χάουαρντ Χότσον. Αλλά αυτός ο «πολιτικός» ρόλος, που τροφοδοτείται από τη μελέτη της ιστορίας είναι διακριτός από τη διαμόρφωσή τους ως ιστορικών.

* Εν τέλει, θεωρείτε ότι το μέλλον της διανοητικής ιστορίας είναι στενά συνδεδεμένο με το μέλλον των ανθρωπιστικών επιστημών, όπως έχει συζητηθεί εντόνως τα τελευταία χρόνια; Ή, αντίθετα, η διανοητική ιστορία είναι προστατευμένη χάρη στη δυναμική της φύση και την ικανότητά της να εμπλέκεται με τους άλλους επιστημονικούς κλάδους;

Η διανοητική ιστορία αναπόφευκτα εντάσσεται στη συζήτηση για τις ανθρωπιστικές επιστήμες και τον ρόλο τους σήμερα. Οι επικρίσεις εναντίον των ανθρωπιστικών επιστημών ως «άχρηστων» και ασήμαντων, οι ισχυρισμοί πως οι φοιτητές των ανθρωπιστικών επιστημών είναι καταδικασμένοι στην ανεργία, περιλαβαίνουν όλους τους τύπους ιστορίας· δεν κάνουν διακρίσεις. Φοβάμαι ότι αυτοί που κρίνουν την έρευνα με βάση τον «αντίκτυπό της», για να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο που προτάσσεται από το βρετανικό πλαίσιο ερευνητικής αριστείας (REF), δεν ενδιαφέρονται ιδιαιτέρως για το πόσο δυναμική ή διεπιστημονική είναι μια συγκεκριμένη μελέτη, εάν ο άμεσος αντίκτυπός της στην αγορά είτε στο πλαίσιο άσκησης πολιτικών δεν μπορεί να καταδειχθεί. Η μόνη μου ελπίδα είναι πως η μελέτη της διανοητικής ιστορίας μπορεί να μας βοηθήσει να βρούμε τα εργαλεία για να αντιπαρατεθούμε σε αυτά τα επιχειρήματα. Αλλά δεν νομίζω ότι είναι ιδιαιτέρως προστατευμένη – δείτε τι συνέβη, τα τελευταία χρόνια, στο πανεπιστήμιο του Sussex.

Ωστόσο, δεν θέλω να κλείσω με έναν απαισιόδοξο τόνο. Εάν κοιτάξουμε το έργο το οποίο αυτήν τη στιγμή γίνεται στο πεδίο, με την ευρεία έννοια, και την ανανέωση τόσο των αντικειμένων και των προσεγγίσεων όσο και του ενδιαφέροντος που διακρίνω σε πολλούς διδακτορικούς φοιτητές στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας αλλά και αλλού (φοιτητές οι οποίοι έρχονται από αρκετά ετερόκλητα περιβάλλοντα και κουλτούρες) νομίζω ότι έχουμε αρκετούς λόγους να αισιοδοξούμε!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s