H ανθεκτικότητα του Συντάγματος

Standard

Με αφετηρία το βιβλίο των Ξενοφώντα Κοντιάδη και Αλκμήνης Φωτιάδου

του Κωνσταντίνου Τσουκαλά

Ποια είναι η ιστορική σχέση που συνδέει τα κράτη δικαίου, τις θεμελιακές αξίες και την οικονομική συγκυρία; Πώς προσεγγίζεται η «ικανότητα» των συνταγματικών τάξεων να συμβάλλουν στην άρση η άμβλυνση των κρίσεων; Ποια είναι τα κριτήρια βάσει των οποίων είναι δυνατόν να αξιολογείται η κανονιστική «ποιότητα» και η επιτυχημένη προσαρμογή των κρατών δικαίου στην πραγματικότητα;

Με τους ίδιους ή παραπλήσιους όρους, τα ερωτήματα αυτά είναι διιστορικά. Αλλά έχουν ιδιαίτερη σημασία σήμερα, σε εποχές κρίσης, όταν η πραγματικότητα προσλαμβάνεται με τη μορφή μιας έρπουσας «κατάστασης ανάγκης». Κατ’ ανάγκην, στα πλαίσια αυτά, επιτελούνται ριζικοί μετασχηματισμοί στην πρόσληψη του δέοντος αλλά και του επιτρεπτού. Διότι, όπως έλεγε ο Τζιουζέπε Τομάρι ντι Λαμπεντούζα στον Γατόπαρδο, «αν θέλουμε να παραμένουν τα πράγματα ως έχουν, όλα πρέπει να αλλάξουν».

Ρενέ Μαγκρίτ, «Το διπλό μυστικό», 1925

Ρενέ Μαγκρίτ, «Το διπλό μυστικό», 1925

Ωστόσο, το ερώτημα τι «θέλουμε» να παραμείνει σταθερό και τι «πρέπει» να αλλάξει είναι, προφανώς, ανοικτό. Όσο και αν η «σταθερότητα» και η «αντοχή» των εννόμων τάξεων στον χρόνο και η αντίστασή τους στην πάντα ελλοχεύουσα ιστορική πανουργία τείνουν συχνά να νοούνται ως ύπατοι πολιτειακοί αυτοσκοποί, οι όροι της αυτογνωσίας και της αναπαραγωγής τους αλλάζουν συνεχώς. Τόσο οι «τυπικές» αναθεωρήσεις του συνταγματικού «γράμματος» όσο και οι άτυπες διασταλτικές ή συσταλτικές ερμηνείες των συνταγματικών κανόνων εντάσσονται σε αυτό το πλαίσιο. Αυτή ακριβώς είναι η πολυεπίπεδη προβληματική που αναπτύσσεται από τον Κοντιάδη και τη Φωτιάδου. Ευλόγως δε, σε μιαν εποχή όπου όλα φαίνεται να κρέμονται από μια κλωστή, επιλέγεται μια οπτική γωνία «πολυπρισματικη». Παρότι λοιπόν στιβαρά νομική, η προσέγγιση είναι ταυτόχρονα κοινωνική, ιστορική, οικονομική και θεσμική.

Μοιραία, λοιπόν, φαίνεται να εμπλέκονται όλες οι μεγάλες λέξεις, ιδέες, αξίες και σημασίες της πολιτειακής και πολιτικής νεωτερικότητας: το Σύνταγμα, η έννομη τάξη, το κράτος δικαίου, τα ατομικά δικαιώματα, η εθνική και λαϊκή κυριαρχία, το κοινωνικό συμβόλαιο και, προφανώς, η δημοκρατία. Και μαζί με τις λέξεις, τις ιδέες και τις αξίες τίθενται επί τάπητος και οι σχέσεις τους με τα «πράγματα» και τα οργανωμένα συμφέροντα, οι επισφαλείς δηλαδή σχέσεις «όντος» και «δέοντος», που οριοθετούν τις τρέχουσες μορφές νομιμοποίησης και εκλογίκευσης του ιστορικού γίγνεσθαι. Με αυτή την έννοια, η «κρίση» που αποτελεί το ιστορικό υπόβαθρο του βιβλίου δεν νοείται απλώς ως οικονομική και δημοσιονομική, ούτε εκφράζεται μόνο στο επίπεδο των συνθηκών υλικής διαβίωσης. Αντιμετωπίζεται επίσης ως κρίση θεσμική και πολιτική, κρίση αξιών και κανονιστικών προτύπων, κρίση, σε τελική ανάλυση, ιδεών, νοημάτων και σημασιών: στο μέτρο που τίποτε δεν μπορεί να λειτουργεί όπως πριν, όλες οι θεμελιακές νομικές σημασίες μοιάζουν έωλες και εκκρεμείς.

Θα επικεντρωθώ, στη συνέχεια, πρωτίστως στην επισήμανση των θεμελιωδών και καταστατικά ανυπέρβλητων θεσμικών και κανονιστικών αντινομιών που, από την ίδια τους τη φύση, διατρέχουν τις υπό συνεχή προσαρμογή πολιτειακές εκλογικεύσεις. Πιστεύω, πράγματι, πως, σε τελική ανάλυση, όλες σχεδόν οι τρέχουσες αμφιθυμίες γύρω από την συμβατότητα ανάμεσα στην καθεστωτική ανθεκτικότητα και την συνταγματική αλλαγή είναι αναγώγιμες στην ιδιαίτερη ιστορική ένταση που χαρακτηρίζει όλες τις φιλελεύθερες πολιτείες: την ένταση ανάμεσα α) στην απαράγραπτη αξία της δημοκρατίας (και κατ’ επέκταση της λαϊκής κυριαρχίας), β) την εξίσου απαράγραπτη αξία των θεμελιωδών ατομικών –και κοινωνικών– δικαιωμάτων και γ) στην ευταξία της συντήρησης και αναπαραγωγής μιας δεδομένης «τάξης πραγμάτων». Όλα τα φιλελεύθερα Συντάγματα επιχειρούν να συνθέσουν τις τρεις αυτές διακριτές αξιακές καταβολές, δίχως όμως να είναι ποτέ δυνατόν να επιτύχουν τη διαρκή και πλήρη ιστορική, λογική και «δομική» τους εναρμόνιση. Η αναγκαία «προσαρμογή στις περιστάσεις» απηχεί ακριβώς την συνεχή ιστορική μετατόπιση των όρων υπό τους οποίους η ανέφικτη πλην αναγκαία αυτή εναρμόνιση ανάμεσα σε ασύμβατες αφετηρίες μπορεί να εμφανίζεται ως λογικά αρραγής, κανονιστικά άρτια και εκλογικευτικά επιτυχής.

Στο σημείο αυτό, οι προεκτάσεις της κρίσης υπήρξαν καταλυτικές. Η λεγόμενη παγκοσμιοποίηση και η οικουμενική κινητικότητα των κεφαλαίων οδήγησαν στη σημαντική απομείωση της εθνικής κυριαρχίας, τη συνακόλουθη αποουσιαστικοποιηση της δημοκρατικής αυτοθέσπισης, την περαιτέρω απίσχναση της σχετικής αυτονομίας του κράτους και του πολιτικού υποσυστήματος και στην αποδυνάμωση των κοινωνικών δικαιωμάτων Δεν είναι τυχαίο ότι αυτό που ονομάζουμε μετα-νεωτερικότητα ακολουθήθηκε από μια σειρά πρωτόφαντων νοηματικών κατασκευών και εκλογικεύσεων, όπως η μετα-κυριαρχία, η μετα-αντιπροσώπευση και η μετα-δημοκρατία. Τα σωρευομενα ελλείμματα σημασιακών και αξιακών σταθερών (και μαζί με αυτά τα ελλείμματα δημοκρατίας) παρακάμπτονται με την εισαγωγή του αμήχανου πρόσημου «μετα-». Όταν οι καταστάσεις αλλάζουν ριζικά, η εύκολη διέξοδος είναι να τις μετ-ονομάζουμε ως «διαφορετικές από ό,τι ήσαν πριν», άρα απλώς ως «μετ-εξελιγμένεςς».

Το εκκολαπτόμενο νέο κοινωνικό συμβόλαιο

Στο πλαίσιο αυτό, η σημαντικότερη μεταλλαγή εντοπίζεται στη ραγδαία απομείωση της πολιτικής αυτονομίας και της δημοκρατικής κυριαρχίας. Είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που οι πολιτικές επιλογές προοριοθετουνται όχι μόνο ως προς την τυπική διαδικασία λήψης αποφάσεων, αλλά και ως προς το ουσιαστικό τους περιεχόμενο. Όλες οι ουσιαστικές πολιτικές αποφάσεις και παρεμβάσεις φαίνεται πια να πρέπει να υπακούουν σε αντικειμενικά προδιαγεγραμμένους υπεριστορικους «κανόνες». Η κοινωνία, το δέον, ακόμα και η ιδέα της «προόδου» αναγιγνώσκονται με μονοδιάστατα οικονομίστικους όρους. Αυτό ακριβώς πρεσβεύεται από το δόγμα ΤΙΝΑ. Κι αυτό εκλογικεύεται μέσα από τις ιδέες για το τέλος της ιστορίας, της πολιτικής και της ιδεολογίας.

Η μετάβαση από το ατομοκεντρικά προστατευτικό δημοκρατικό αστικό κράτος στο αλληλέγγυα ανθρωπιστικό κοινωνικό κράτος, και από εκεί στο μεγιστοποιητικό μετα-φιλελεύθερο κράτος, αποτυπώνονται στη ραγδαία μεταλλαγή της «συνταγματικής συνείδησης». Ήδη πολύ πριν ενσκήψει η τρέχουσα κρίση, είχε αρχίσει να επικρατεί, ρητά πλέον, η άποψη ότι, πέραν και ανεξάρτητα από τη δημοκρατική δομή της εξουσίας και τα κοινωνικά δικαιώματα των πολιτών, ο κύριος λόγος ύπαρξης των έννομα συγκροτημένων πολιτειών είναι η απρόσκοπτη αναπαραγωγή και μεγέθυνση του κυρίαρχου αγοραίου συστήματος. Η νέα αυτή αντίληψη διατυπώνεται ήδη στη λεγόμενη «συναίνεση της Ουάσινγκτον». Και στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται οι ρυθμίσεις της Συνθήκης του Μάαστριχτ, το 1992.

Πρόκειται για κοσμοϊστορικών προεκτάσεων πολιτειακή τομή. Γίνεται πια επισήμως δεκτό ότι το ύπατο μέλημα για την ιστορική «ανθεκτικότητα» του αγοραίου συστήματος ιεραρχείται ως προηγούμενο όχι μόνο του μελήματος για την ανθεκτικότητα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, αλλά και για την «ανθεκτικότητα» όλων των ατομικών δικαιωμάτων, κοινωνικών αλλά στην ανάγκη ακόμα και αστικών. Και, υπό τους όρους αυτούς, προδιαγράφεται το εκκολαπτόμενο νέο κοινωνικό συμβόλαιο. Μετά τη φιλελεύθερη-δημοκρατική συναίνεση του 19ου αιώνα και τη σοσιαλδημοκρατική συναίνεση του 20ού, ο 21ος αιώνας φαίνεται να εξελίσσεται προς την κατεύθυνση μιας μετα-πολιτικής αναπτυξιακής και οικονομίστικης συναίνεσης. Πριν από όλα τα άλλα, πριν από την ισότητα, την δικαιοσύνη, την αξιοπρέπεια και τη χειραφέτηση του ανθρώπου, προέχουν οι «αντικειμενικά» προκύπτουσες και προβαλλόμενες ανάγκες ενός δεδομένου «συστήματος». Το εξ ορισμού πλασματικό «γενικό συμφέρον» δεν ανάγεται πια τόσο στο πάντα επίμαχο ζήτημα της «καλής» ζωής των ανθρώπων όσο στην αφετηριακά προτασσόμενη μεγιστοποίηση της κερδοφορίας. Μετά τον Μαρξ και τον Κέυνς, αποδυναμώνεται και ο Ρουσσώ.

Μια διαρκής κατάσταση οικονομικής ανάγκης

Ρενέ Μαγκρίτ, «Πολικό φως», 1926

Ρενέ Μαγκρίτ, «Πολικό φως», 1926

Έτσι, οι κοινωνίες και οι πολιτείες νοούνται ως εμποτισμένες σε ένα είδος διαρκούς συστημένης κατάστασης οικονομικής ανάγκης, η οποία επιτρέπει, ή και επιτάσσει, την άνευ όρων «συνταγματική υποταγή» στα νέα «αντικειμενικά» μετα-πολιτικά και μετα-ηθικά μεγιστοποιητικά κελεύσματα. Στο μέτρο που η «συστημική ανάγκη» προηγείται των πάντων, το ζήτημα της θεσμικής και ιδεολογικής «επανατακτικότητας» των αξιακών και πολιτειακών κεκτημένων μπορεί να παρακάμπτεται. Συγκρατώ τον επιτυχημένο όρο «επανατακτικότητα» (σελ. 114). Υπό το κράτος της ανάγκης, οι προτασσόμενες ρυθμίσεις και απορρυθμίσεις δεν εμφανίζονται καν ως προσωρινές και ιστορικά ανατάξιμες. Μαζί με την ελεύθερη διασυνοριακή διακίνηση κεφαλαίων, η δημοσιονομική πειθαρχία, οι ρήτρες ισοσκελισμένου προϋπολογισμού, η λιτότητα, η ελαχιστοποίηση του κόστους παράγωγης, η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και η σχετικοποιηση των κοινωνικών δικαιωμάτων αναγορεύονται σε πάγιες και ανεπίστρεπτες αρχές.

Και δεν θα μπορούσε, ίσως, να είναι διαφορετικά. Από τη στιγμή που νοείται ως αναγώγιμη στη διιστορικα οικουμενική φύση των αγοραίων πραγμάτων, η εργαλειακή οικονομίστικη λογική δεν μπορεί να νοείται αλλιώς παρά ως δομικά αναντικατάστατη. Και αυτό συνεπάγεται ότι θα νοείται επίσης και ως διαρκής. Υπό τις συνθήκες αυτές λοιπόν, το μέλημα για μια «άλλη» αξιακή «επανατακτικότητα» μετάγεται στις ελληνικές καλένδες. Η προτασσόμενη «φαντασιακή κανονικότητα» του κοινού μέλλοντος δεν θα αποκαθιστά το χαμένο αξιακό παρελθόν. Αντιθέτως, θα το απαλλάσσει από τις συσσωρευμένες αξιακες του καταβολές, ή σκωρίες.

Από την άποψη αυτή, η κρίση λειτουργεί πρωτίστως ως πρόσχημα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι νεοφιλελεύθερες συνταγές όχι μόνο δεν απαντούν στα φαινόμενα της κρίσης αλλά, αντιθέτως, τείνουν να οξύνουν τις επιπτώσεις της. Όλοι πια γνωρίζουν πως, με μαθηματική ακρίβεια, η λιτότητα και η δημοσιονομική πειθαρχία οδηγούν στην ανεργία, στη συνακόλουθη μείωση της ενεργού ζήτησης και στην συνεχιζόμενη ύφεση. Η ιστορική εμπειρία του Μεσοπόλεμου είναι εύγλωττη.

Όμως, το μείζον πολιτειακό διακύβευμα είναι άλλο. Μακροσκοπικά σημαντικότερο από το ζήτημα της «προσαρμογής» στις μεταβαλλόμενες συνθήκες και ανάγκες είναι το μέλλον όσων θεμελιωδών αξιών μπορούν ακόμα να εμφανίζονται οικουμενικά ζωντανές. Το βασικότερο, ίσως, πολιτιστικό ερώτημα που οφείλει να μας απασχολεί αναφέρεται στην ανθεκτικότητα της ελευθερίας και των δικαιωμάτων, την ανθεκτικότητα των ιδεών περί ανθρώπινης αξιοπρέπειας και την ανθεκτικότητα της αυτοθεσπιστικής δύναμης των ελεύθερων πολιτών στους κόλπους μιας αλληλέγγυας δημοκρατικής κοινότητας. Και το ζήτημα αυτό, προφανώς, υπερβαίνει κατά πολύ την έκβαση της ίδιας της κρίσης.

 Ανεξάρτητα λοιπόν από τις λύσεις που θα δοθούν –ή και δεν θα δοθούν– στη σημερινή ασφυκτική συγκυρία είναι σαφές ότι οποιαδήποτε ρητή ή σιωπηρή συναποδοχή της «οριστικότητας της υποταγής» θα ισοδυναμούσε με κατάργηση της δημοκρατικής αυτονομίας, πολλώ δε μάλλον που η γραμμή η οποία χωρίζει το προσωρινό από το μόνιμο είναι εξ ορισμού λεπτή, εύθραυστη και απροσδιόριστη. Και, ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο, η αρμοδιότητα, άρα και η ευθύνη του πολιτικού συστήματος, παραμένει ακόμα αποφασιστική.

 Εδώ εντάσσεται το μείζον αξιακό δίλημμα που προκύπτει από την αντιφατική συσχέτιση ανάμεσα στις περιοριστικές δημοσιονομικές πολιτικές και τα ισχύοντα κοινωνικά δικαιώματα. Το δίλημμα αυτό δεν είναι μόνο πολιτικό και αξιακό. Είναι επίσης και νομικό. Και, εδώ, έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον οι παρατηρήσεις των συγγραφέων σε ό,τι αφορά το ζήτημα της αξιοποίησης της «αρχής της αναλογικότητας». Χωρίς να εγκύπτω στο μείζον αυτό ζήτημα, συγκρατώ ότι όταν θεσπίζονται μέτρα που περιορίζουν τα θεμελιώδη δικαιώματα, πρέπει πάντα να μπορεί να προκύπτει ότι ο νομοθέτης εξέτασε «άλλες» εναλλακτικές πολιτικές λιγότερο επαχθεις για το δικαίωμα» (σελ. 168).

 Η παρατήρηση είναι καίρια. Θα προσθέσω απλώς ότι το ερώτημα αν στα κοινωνικά δικαιώματα υπάρχει πάντα ένας απρόσβλητος «πυρήνας», που ισχύει ανεξάρτητα από τη συγκυρία, δεν μπορεί να απαντηθεί αποκλειστικά και μόνο με όρους «πρακτικής εφαρμοσιμοτητας» (σελ.144) Τα ερωτήματα τι «είναι» εφικτό και πρακτικά εφαρμόσιμο, και τι «είναι δυνατόν» να αποφασισθεί και να θεσπισθεί δεν τίθενται με «αντικειμενικούς» πραγματιστικούς όρους. Ακόμα, π.χ., και υπό καθεστώς χρεοκοπίας, θα ήταν απολύτως νοητό να κριθεί ότι το κόστος προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων μπορεί και πρέπει να μετακυλισθεί «αλλού» και «αλλιώς», όπως π.χ. με την κατάργηση των στρατιωτικών δαπανών, τεράστια αύξηση της φορολογίας (είτε των «εχόντων», είτε όλων) ή ακόμα και με την απαγόρευση μιας σειράς από καταναλωτικές δαπάνες. Και, σε κάθε περίπτωση, το δημοσιονομικό ζήτημα δεν μπορεί να τίθεται με τη απλουστευτική μορφή της επιλογής ανάμεσα στην «εν γένει» αύξηση των φόρων και την «εν γένει» μείωση των δαπανών. Υπάρχουν πάντα «πολλές» λύσεις, που η καθεμιά τους ευνοεί ή θίγει «άλλους». Ποιους όμως και με ποια κριτήρια; Πίσω από την «πρακτική εφαρμοσιμότητα» κρύβεται πάντα μια βαθύτερη, και συχνά ανομολόγητη, αξιακή, πολιτική και ιστορική εφαρμοσιμοτητα». Πάντα «κάποιος» σταθμίζει πράγματα «κάποιος» εφαρμόζει κανόνες και «κάποιος» αποφασίζει.

Η μεταβολή των όρων πρόσληψης και άσκησης της κυριαρχίας

 Και εδώ ακριβώς εντάσσεται η μεταβολή των όρων υπό τους οποίους προσλαμβάνεται και ασκείται η κυριαρχία — λαϊκή και εθνική. Πράγματι, κυρίαρχος δεν είναι μόνο «εκείνος που αποφασίζει», απλώς, «για τις έκτακτες περιστάσεις», όπως το θέλει ο Καρλ Σμιτ. Όπως τονίζεται από τους συγγραφείς, στα σύγχρονα κράτη δικαίου ο κυρίαρχος πρέπει επίσης να είναι σε θέση να «προσαρμόζεται» στην ανάγκη, «μεταβάλλοντας το περιεχόμενο των αρχών που διέπουν την κοινωνική συμβίωση μέσα από την αναθεώρηση του περιεχομένου των συνταγματικών επιταγών» (σελ. 42).

 Έτσι, το ερώτημα «ποιος αποφασίζει» παραμένει εκκρεμές. Πράγματι, από τη στιγμή που τίθεται το ζήτημα της αναγκαίας «συνταγματικής υπακοής» σε εξωθεσμικά και εξωπολιτικά κελεύσματα, από τη στιγμή δηλαδή που ο τύποις κυρίαρχος μπορεί και πρέπει να εμφανίζεται a priori ως «κατ’ επιταγήν υπάκουος», η ίδια η έννοια της κυριαρχίας εμφανίζεται οξύμωρη. Εύλογα λοιπόν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι ιστορικά δοκιμασμένες και νοηματικά «διαφανείς» εθνικές και λαϊκές κυριαρχίες τείνουν να αποδυναμώνονται στο πλαίσιο της νέας αδιαφανούς και δυσεντοπιστης «μετα-κυριαρχίας» της οικονομικής ορθοδοξίας, όπως αυτή εκφράζεται από θεσμούς όπως το ΔΝΤ, η ΕΚΤ η ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου.

Με αυτή την έννοια, η ιστορική δοκιμασία που φαίνεται να υφίστανται τα κοινωνικά δικαιώματα δεν είναι τεχνική αλλά καθαρά πολιτική. Όπως και πολιτικά και όχι τεχνικά ή λογικά είναι και τα κριτήρια που οδηγούν τόσο στη ρητή «συνταγματοποίηση» ορισμένων ρυθμίσεων και απορρυθμίσεων όσο και στην άρρητη «απο-συνταγματοποίηση» άλλων. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι την ίδια στιγμή που τα όρια της δημοσιονομικής πειθαρχίας τείνουν να περιβάλλονται με καταστατικές συνταγματικές ή παρα-συνταγματικές εγγυήσεις, τα όρια της απογύμνωσης των κοινωνικών δικαιωμάτων περιβάλλονται με μιαν αξεπέραστη αχλύ κανονιστικής ασάφειας.

Με ποιους όρους αναγιγνώσκεται σήμερα η συνταγματική τάξη;

Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται η ιστορική κρισιμότητα των όρων υπό τους οποίους αναγιγνώσκεται σήμερα η συνταγματική τάξη. Πράγματι, το διακύβευμα δεν είναι μόνο η έξοδος από την κρίση με τις μικρότερες δυνατές αναταράξεις. Είναι επίσης, και κυρίως, το μέλλον και η δυναμική του κλυδωνιζόμενου ευρωπαϊκού πολίτικου μας πολιτισμού. Πράγματι, η σωρευομενη μονόπλευρη λιτότητα που προκύπτει από το συνδυασμό της άτυπης συρρίκνωσης των κοινωνικών δικαιωμάτων και της συνταγματικά κατοχυρωμένης δημοσιονομικής πειθαρχίας απειλεί να αναδεχθεί σε μόνιμη αρχή λειτουργιάς της Πολιτείας. Και η εξέλιξη αυτή προφανώς διευκολύνεται αν σκαφθούμε ότι τα νέα μέτρα τείνουν να λαμβάνονται με όρους που, ευθέως η εμμέσως, φαίνεται να καταστρατηγούν την ισχύουσα ακόμα συνταγματική νομιμότητα (ΠΝΠ, διαδικασίες κατεπείγοντος κλπ.) Υποκλινόμενοι άνευ όρων στην κατάσταση ανάγκης, όχι μόνο ουσιαστικά αλλά και διαδικαστικά, συνεργούμε στην «δομική» και οριστική απογείωση της αυτονομίας του πολιτικού. Και έτσι διευκολύνουμε την βαθμιαία μετουσίωση της δημοκρατίας σε ένα άλλο κοινωνικοπολιτικό σύστημα όπου οι έννοιες λαός, κοινωνία, κράτος δικαίου και γενικό συμφέρον δεν θα υπάρχουν παρά μόνο με τη μορφή οχληρών ίσως, αλλά όλο και πιο ανενεργών σκιών.

Ακόμα λοιπόν και αν δεν υπάρχουν άλλες άμεσες λύσεις –που επί του παρόντος δεν φαίνεται να υπάρχουν– είμαστε υποχρεωμένοι να επινοήσουμε νέους κανόνες και τρόπους για να αντισταθούμε στην εσχάτη πλάνη των «καλών» ρυθμίσεων και κυβερνήσεων. Και αυτό προϋποθέτει πως το δημοκρατικό παίγνιο θα παραμένει εσαεί ανοικτό, αυτόνομο και αυτεξούσιο. Θα πρέπει λοιπόν να συμφωνήσουμε με τους συγγραφείς πως η ανθεκτικότητα του Συντάγματος δεν μπορεί να αποτελεί ύπατο κανονιστικό αυτοσκοπό. Η «ιερότητα» του καταστατικού Χάρτη και η φετιχοποιημένη προσήλωση στο γράμμα του κειμένου δεν έχουν άλλο νόημα από την ανάγκη συντήρησης των αξεπέραστων αξιακών προδιαγραφών του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, της ελευθερίας, της ισότητας, της αδελφότητας, της δικαιοσύνης και, πρωτίστως της δημοκρατίας. Και ο ύπατος αυτός αξιακός στόχος δεν είναι, σε καμιά περίπτωση, δυνατόν να προάγεται μέσα από τον «εθισμό» ή ακόμα και την «ανοχή» στη σχετικοποίηση των συνταγματικών επιταγών, διαδικαστικών και ουσιαστικών.

 Άλλωστε, η ιστορική εμπειρία έχει καταδείξει ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο τείνει πάντα να ωφελήσει εκείνους που είναι σε θέση να εκμεταλλευτούν την εξουσία τους για ίδιο όφελος. Ακόμα λοιπόν και αν ο άκρατος συνταγματικός φορμαλισμός τείνει να θεοποιεί η και να μετοχοποιεί μια κανονιστική πραγματικότητα που παραμένει ασταθής, λειτουργεί ταυτόχρονα και σαν αποφασιστικό πολιτιστικό και πολιτικό ανάχωμα ενάντια σε όλους τους επίδοξους καταστρατηγητές της δημοκρατίας. Όπως λέγεται, βέβαια, στη δημοκρατία δεν υπάρχουν ιστορικά αδιέξοδα. Αρκεί να μην την αφήσουμε να κατολισθήσει σε μια διαρκή και ανέκκλητα θεσμοποιημένη αυταρχική μεταδημοκρατία.

Το κείμενο είναι επεξεργασμένη μορφή ομιλίας σε εκδήλωση του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου- Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου, με αφορμή το βιβλίο των Ξενοφώντα Κοντιάδη και Αλκμήνης Φωτιάδου «Η ανθεκτικότητα του Συντάγματος» (Σάκκουλας 2016)

One thought on “H ανθεκτικότητα του Συντάγματος

  1. Παράθεμα: H ανθεκτικότητα του Συντάγματος | Alexius DIAKOGIANNIS

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s