Δεν αρκεί να εξηγήσουμε την παιδεία• το αιτούμενο είναι να την αλλάξουμε

Standard

Σκέψεις με αφορμή τη συζητούμενη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση

 

του Σπύρου Ι. Ασδραχά

Στο σπίτι του ιστορικού Σπύρου Ασδραχά, στη Νέα Σμύρνη, Πέμπτες, από τις αρχές Μαρτίου 2016, με τη συντροφιά του Νίκου Θεοτοκά και της Ελευθερίας Παπουτσάκη, ο Σπύρος Ασδραχάς, άρχισε να μας εκθέτει τις σκέψεις του για την παιδεία και την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, με αφορμή τον Διάλογο για την Παιδεία.

Η θεματολογία αφορά όλο το φάσμα της εκπαίδευσης, από το νηπιαγωγείο ως και τις διδακτορικές σπουδές. Κατατίθενται ιδέες για την αναβάθμιση της ποιότητας των σπουδών, τόσο στην κατεύθυνση της καλλιέργειας της κριτικής σκέψης και της εξοικείωσης με την έρευνα των μαθητών και των φοιτητών όσο και στην κατεύθυνση των υποχρεώσεων των διδασκόντων. Πρόκειται για προτάσεις δυναμικές, που απαιτούν σύγκρουση, για ιδέες προς επεξεργασία από την Επιτροπή του Εθνικού και Κοινωνικού Διαλόγου για την Παιδεία και την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας. Πάνω από όλα πρόκειται, πιστεύω, για την αριστερή και αισιόδοξη ματιά ενός στοχαστή που παλεύει με το μυαλό και την πένα για την παιδεία, που τον πονάει η πορεία της χώρας και που τον αφορά η υπόθεση της δημιουργίας ενός καλύτερου αύριο.

Ελευθερία Παπουτσάκη

Ενόψει της συζήτησης για τις αλλαγές στην Παιδεία, και από τα λίγα που έχω ακούσει για τις προτάσεις μεταρρυθμίσεων, θα αναφερθώ σήμερα σε δύο θέματα που δεν συνδέονται κατ’ ανάγκη μεταξύ τους. Το πρώτο αφορά κάποιες σκέψεις για το σχολείο και το δεύτερο έχει να κάνει με μια κεφαλαιώδους σημασίας διάσταση των πανεπιστημιακών σπουδών, τη διδασκαλία της έρευνας. Θα ήθελα να παρακαλέσω όσους διαβάσουν αυτό το κείμενο να με συγχωρέσουν για τις επαναλήψεις, που είναι αναπόφευκτες σε μια προφορική ανάπτυξη. Τα λίγα που έχω να σας πω, αγαπητοί φίλοι, για το σχολείο δεν είναι ούτε προϊόν συστηματικής μελέτης ούτε αποτέλεσμα διδακτικής εμπειρίας σε αυτό. Είναι διάφορες σκέψεις, που θα τις έχετε ήδη κάνει. Η επανάληψη, ωστόσο, είναι υπενθύμιση. Και μπορεί οι επαναλήψεις να είναι κουραστικές, αλλά δεν είναι περιττές και, πριν από όλα, είναι δοκιμασμένος τρόπος της αγωγής: Η αγωγή ξεκινάει από τη χρονική στιγμή που το παιδί σταματάει να παίζει μόνο του. Ο σκοπός της ή θα είναι ατομοκεντρικός ή, επιτρέψτε μου το νεολογισμό, συλλογικότροπος. Εξυπακούεται ότι ο κόσμος στον οποίο ανήκω επιβάλλει τον δεύτερο. Τούτο, βεβαίως, δεν συνεπάγεται την ισοπέδωση και, συνεπώς, κάποιας μορφής βαθμολογία είναι απαραίτητη.

Δημοτικό, γυμνάσιο, λύκειο: Να ξανασκεφτούμε τις κληρονομημένες βεβαιότητες

Νομίζω ότι το δημοτικό θα πρέπει να παραμείνει εξάχρονο, όπως είναι τώρα. Θα έλεγα, όμως, ότι πρέπει να καταργηθεί η διάκριση ανάμεσα στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο. Τα τέσσερα πρώτα χρόνια μετά το δημοτικό θα έχουν ένα διδακτικό περιεχόμενο, το οποίο μπορεί να διασαφηνιστεί κάποια άλλη στιγμή, και τα δύο τελευταία χρόνια θα είναι οι ακροτελεύτιες τάξεις με γνωστικά αντικείμενα διακρινόμενα, δηλαδή συγκεκριμένες μαθήσεις που θα καταλήξουν στα αντίστοιχα πανεπιστημιακά, γνωστικά πεδία. Η υποχρεωτική εκπαίδευση θα αρχίζει από το νηπιαγωγείο και θα τελειώνει στο ξεκίνημα των δύο ακροτελεύτιων τάξεων.

Παράλληλα στο χρονικό διάστημα των δύο ακροτελεύτιων τάξεων θα πρέπει να υπάρχουν σχολεία πρακτικής επαγγελματικής κατεύθυνσης, χωρίς τούτο να εμποδίζει την μετάβαση, σε όσους επιθυμούν, ύστερα από εξετάσεις –και όχι διαγωνισμούς– στις ακροτελεύτιες τάξεις. Θα ήθελα να υπάρχει ενιαία ονομασία και να λείψει η διάκριση Γυμνάσιο-Λύκειο, να επανέλθουμε δηλαδή στο παλαιό ενιαίο Γυμνάσιο. Και, για να μην μπερδευόμαστε, θα ονόμαζα τις επαγγελματικές σχολές Ανώτερες και τις Πανεπιστημιακές Ανώτατες. Ξέρω ότι εκκρεμεί εδώ μια συζήτηση για την Ανώτατη Τεχνολογική Εκπαίδευση αλλά υπάρχουν άλλοι, ειδικότεροι εμού, για να καταθέσουν τις απόψεις τους.

Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι, μέχρι τις ακροτελεύτιες δύο τάξεις, δεν θα έπρεπε να υπάρχουν πολλά μαθήματα, αλλά μια επικοινωνία συνθετικού τύπου ανάμεσα στις διδασκαλίες, με τρόπους που μόνο οι παιδαγωγοί μπορούν να τους πραγματώσουν. Το μάθημα της ιστορίας, επί παραδείγματι, θα πρέπει να ενέχει την κοινωνιολογία, τη δημογραφία, τη γεωγραφία (νοούμενη ως ανθρωπογεωγραφία), ακόμη και τα μαθηματικά, με τη μορφή μιας στοιχειώδους στατιστικής. Με τον τρόπο αυτό θα φτάναμε σε συνθετικές μαθήσεις για τις οποίες οι παιδαγωγοί και οι θεωρητικοί της μάθησης θα πρέπει να δώσουν τα γενικεύσιμα υποδείγματα.

Μεταπτυχιακές σπουδές: Από την εξειδίκευση στη διδασκαλία της έρευνας

Χωρίς να επεκταθούμε και να διασαφηνίσουμε ζητήματα που επιδέχονται περαιτέρω ανάπτυξη σε όσα ήδη είπαμε, ας περάσουμε σε ένα δεύτερο αιτούμενο. Πρόκειται για τα ακόλουθα αυτόδηλα: Οι προπτυχιακές σπουδές αφορούν στη μετάδοση γνώσεων, ενώ οι μεταπτυχιακές στην παραγωγή γνώσεων. Το δύσκολο είναι το δεύτερο. Τούτο σημαίνει ένα ερευνητικό πρόγραμμα για τον κάθε διδάσκοντα. Μεταπτυχιακή σπουδή σημαίνει διδασκαλία της έρευνας. Εκεί θα μετρηθούν και οι άνθρωποι!

Πιο συγκεκριμένα, τα Μεταπτυχιακά Προγράμματα Σπουδών (ΠΜΣ) είναι σήμερα, σχεδόν αποκλειστικά, προγράμματα επιστημονικής εξειδίκευσης. Η μεταπτυχιακή διδασκαλία, όμως, οφείλει να αποκτήσει και τη διάσταση μιας προδιδακτορικής φάσης σπουδών όπου η έμφαση θα δίνεται στη διδασκαλία της έρευνας και θα οδηγεί, μετά την ολοκλήρωσή της, σε ένα προδιδακτορικό δίπλωμα διακριτών προδιαγραφών. Δεν έχει σημασία πώς θα λέγεται το δίπλωμα αυτό. Ας περιοριστούμε στο ότι πρέπει να εγγυάται την ικανότητα του κατόχου να δοκιμαστεί στην περιπέτεια της έρευνας. Εν προκειμένω, η προδιδακτορική διπλωματική εργασία πιστεύω ότι πρέπει να είναι μικρή και να αποτελείται από δυο μέρη: α) προβληματική και πηγές, β) δοκιμαστικό κεφάλαιο. Σε καμία περίπτωση να μην αποτελεί διαπίστωση γνώσεων.

Ως προς τα διδακτορικά, όποιος αναλαμβάνει υποψήφιους διδάκτορες πρέπει να έχει αναλάβει συνεχές σεμινάριο, στο οποίο θα συμμετέχουν και οι υποψήφιοι διδάκτορες και οι προδιδακτορικοί φοιτητές. Τούτο δεν σημαίνει να έρχονται κάποιοι επισκέπτες και να δίνουν διαλέξεις — αυτό μπορεί να συμβαίνει μόνο από καιρού εις καιρόν. Το σεμινάριο οφείλει να είναι αποτέλεσμα της ερευνητικής διαδικασίας του διευθυντή του σεμιναρίου, η οποία θα πρέπει στηριζόμενη στον πυρήνα της να εκβάλλει σε εξειδικευμένες θεματικές. Τούτο συνεπάγεται τη δεξίωση των προσωπικών ερευνητικών προσανατολισμών των υποψηφίων διδακτόρων.

Για να συνοψίσουμε, ο διευθυντής του σεμιναρίου είναι και διευθυντής της διδακτορικής διατριβής. Η συγκρότηση της εκλεκτορικής επιτροπής είναι ένα άλλο, τεχνικό μάλλον, κεφάλαιο. Θα πρέπει τουλάχιστον να είναι τριμελής.

Για να γίνει η μεταρρύθμιση χρειάζεται να γίνει κοινή συνείδηση ότι προϋπόθεσή της είναι η σύγκρουση με άτομα ή ομάδες που, εν μέρει τουλάχιστον, συμπορεύονται με το κόμμα και την κυβέρνηση. Μια από τις μέγιστες μεταρρυθμίσεις είναι και η μεταρρύθμιση που αφορά στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (ΕΙΕ) και, προφανώς, άλλους παρόμοιους οργανισμούς. Το ΕΙΕ θα πρέπει να αλλάξει καθεστώς, για τις νομικές πλευρές του οποίου δεν έχω καμία αρμοδιότητα να μιλήσω.

Το γενικό μου σχέδιο είναι το ακόλουθο: Το ΕΙΕ και τα ομόλογά του (στο μέτρο που υπάρχουν) θα πρέπει να αναχθεί σε ένα κέντρο που θα συνδυάζει την πρωτογενή έρευνα με τη διδασκαλία. Για την έρευνα δεν έχω να πω τίποτα, γιατί είναι αυτονόητη. Θα επιμείνω στη διδασκαλία που αφορά αποκλειστικά και μόνο στη συγγραφή και υποστήριξη της διδακτορικής διατριβής. Εξυπακούεται ότι υποχρεωτικός όρος για τη συγκρότηση της εκλεκτορικής επιτροπής είναι η συμμετοχή σε αυτή: Πρώτον, πανεπιστημιακών με γνώση του αντικειμένου της διατριβής και, δεύτερον, ατόμων με αποδεδειγμένη γνώση του αντικειμένου, χωρίς αναγκαστική προϋπόθεση την προηγούμενη ένταξή τους σε Πανεπιστημιακό Ίδρυμα.

Το τελευταίο συνεπάγεται την κατάρτιση ενός είδους μητρώου με την επιστημονική φυσιογνωμία όσων θα εμπεριέχονται σε αυτό, χωρίς προϋπόθεση την οργανική ένταξή τους σε πανεπιστημιακό ή ερευνητικό, ελληνικό ή αλλοδαπό, Ίδρυμα. Τούτο σημαίνει ότι στο ΕΙΕ και σε συναφή Ιδρύματα θα πρέπει να υπάρχουν επεκτάσιμα ερευνητικά προγράμματα, τα οποία φυσικά θα έχουν έναν κεντρικό πυρήνα ο οποίος, όπως ήδη είπαμε, θα εκβάλλει σε πολλαπλές θεματικές ή εννοιολογικές ενότητες.

Καθώς τα ερευνητικά κέντρα έχουν εσωτερική ιεραρχία, οι διευθυντές σπουδών θα πρέπει να συνεργάζονται με τους ερευνητές των υπολοίπων βαθμίδων ενόψει: πρώτον, της ερευνητικής διαδικασίας και, δεύτερον, της διδακτικής διαδικασίας. Με μια λέξη, ο ερευνητής θα πρέπει απαραιτήτως να είναι και διδάσκων και σε θέση –λόγω της γενικότερης παιδείας του– να δεξιώνεται διδακτορικές διατριβές που εκφεύγουν από τον πυρήνα των προσωπικών του ερευνητικών ενδιαφερόντων.

Η λογική αυτής της πρότασης έχει ως παρεπόμενο ότι ο διδακτορικός τίτλος δεν απονέμεται από κάποιο πανεπιστήμιο αλλά από το ίδιο το μεταρρυθμισμένο ερευνητικό κέντρο. Έτσι θα έχουμε δυο πόλους παροχής διδακτορικών διπλωμάτων, δηλ. τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα. Είναι αυτόδηλο ότι το υπόδειγμά μου έρχεται από την μετάλλαξη του 6ου Τμήματος της παρισινής École Pratique σε École des Hautes Études en Sciences Sociales sociales (EHESS).

Επαναλαμβάνω ότι όλα αυτά συνεπάγονται νομοθετικές ρυθμίσεις ως προς τις οποίες είμαι αναρμόδιος, ότι δεν μπορούν να γίνουν από τη μια μέρα στην άλλη, αλλά, για τον λόγο αυτό, δεν θα πρέπει να αναβληθούν επ’ αόριστον.

Για το μέλλον της παιδείας απαιτούνται συγκρούσεις

Μίλησα προηγουμένως για σύγκρουση με κεκτημένες συνήθειες και, προφανώς, αδράνειες που φοβάμαι πολύ ότι, αν χρειαστεί γενική συναίνεση ως προς τα προτεινόμενα, αυτή μάλλον δεν θα υπάρξει. Ας υπάρξουν λοιπόν αυτές οι γενικές σκέψεις –τις οποίες σε άλλη ευκαιρία μπορούμε να τις εξειδικεύσουμε– απλά και μόνο ως μια κατάθεση ενός ανθρώπου που δεν έχει τη ιδιότητα να ανήκει σε όσους λαμβάνουν αποφάσεις.

Ρενέ Μαγκρίτ, «Η ωραία της νυκτός», π. 1932

Ρενέ Μαγκρίτ, «Η ωραία της νυκτός», π. 1932

Όσα λέγαμε ήτανε γενικότητες, χωρίς τις αναγκαίες διασαφηνίσεις ως προς το διοικητικό μέρος των προτάσεων, ως προς τα οργανογράμματα και ως προς τις νομοθετικές ρυθμίσεις που θα χρειαστούν να προηγηθούν για να εφαρμοστούν –δεν νομίζω πως θα εφαρμοστούν–, τουλάχιστον για να συζητηθούν αυτά τα κοινότοπα συμπεράσματα στα οποία έχω καταλήξει από τη σχετική εμπειρία που έχω. Οιαδήποτε διόρθωση, μεταρρύθμιση ή αλλαγή στο εκπαιδευτικό σύστημα προϋποθέτει εθνική ανεξαρτησία, δηλαδή όχι παρέμβαση των ουσιαστικών εξουσιαστών της χώρας, που φέρονται με το όνομα δανειστές, τρόικα, κουαρτέτο, ΔΝΤ και τα συναφή. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει πρώτα να ανατραπεί η εξάρτηση για να προχωρήσουν ορισμένα πράγματα. Τούτο σημαίνει ,όμως, ότι τα πράγματα πρέπει να λέγονται. Κάποτε να γίνει συνείδηση ότι αρχίζουν να αλλάζουν τα όρια ανάμεσα στο εθνικό και στο ταξικό. Ίσως παρατηρήσει κανείς ότι ένιες από τις προτάσεις και τις σκέψεις που εμπνέονται από εξωελλαδικά παραδείγματα έχουν πια αλλάξει στα τελευταία νεοφιλελεύθερα χρόνια και στις χώρες προέλευσης. Κάθε αλλαγή δεν σημαίνει όμως και πρόοδο. Μου έρχεται στο μυαλό μια φράση, παρεξηγημένη, του Παναγιώτη Κανελλόπουλου ότι: «Η παιδεία πρέπει να είναι συντηρητική». Τι εννοούσε; Εννοούσε σεβασμό στις καταβολές, δηλαδή, σε τελευταία ανάλυση, στη μακραίωνη ιστορία που θα ήθελε να είναι εντυπωμένη στη συλλογική εθνική συνείδηση.

Κάποια στιγμή θα πρέπει να πούμε με απόλυτη σαφήνεια το τι θέλουμε και ποιοι εμποδίζουν να πραγματοποιηθεί εκείνο που θέλουμε. Να δειχθεί ότι εκείνο που θέλουμε ταυτίζεται με την εθνική αυθυποστασία. Χωρίς τούτο να σημαίνει ότι προτείνω έναν ερμητικό εθνοκεντρισμό. Ο συγκερασμός που υποφώσκει στις γενικολογίες που εξεστόμισα ενέχει προφανώς ένα συμβιβασμό. Ωστόσο πρέπει να ανακαλέσω μια ρήση ενός δασκάλου, συμπατριώτη και φίλου μου, του Νίκου Σβορώνου «ο συμβιβασμός να μην καταλήγει σε καθυποταγή», όπως το έλεγε στα γαλλικά: το κομπρομί να μη γίνεται κομπρομισιόν. Ας μου επιτραπεί να θυμίσω το compromesso storico του Μπερλινγκουέρ. Μέσα σε αυτή τη συνάφεια, ας υπενθυμίσουμε τον κοινό τόπο ότι η γλώσσα της διπλωματίας είναι διαφορετική από τη γλώσσα του στοχασμού και της κριτικής.

Επαναλαμβάνω ότι αυτός που μιλάει δεν έχει καμία αρμοδιότητα ούτε ποτέ στη ζωή του πίστεψε ότι έχει αυτό που λέμε «κύρος». Αισθάνομαι σαν πολίτης που ίσως να λέω πράγματα που όλοι τα σκέφτονται και δεν τα εκστομίζουν, μεταθέτοντας την προσωπική τους ευθύνη σε όσους με δική τους απόφαση επέλεξαν να τους αντιπροσωπεύσουν. Μην λησμονάμε όμως ότι οι εκλεκτοί χρειάζεται να αντισταθούν στον ατομικό τους ηγεμονισμό. Στο τέλος της γραφής χρειάζεται να ιεραρχηθεί η σχέση στρατηγικής και τακτικής και η δεύτερη να μην υποκαθιστά την πρώτη.

Για να τελειώνουμε, επανερχόμενοι στα θέματα της εκπαίδευσης, της παιδείας, της έρευνας και της δημιουργικής δύναμης του κριτικού στοχασμού, ας επαναλάβουμε αυτό που πολλές φορές τονίστηκε: Πρέπει να προηγείται απόλυτα το ενδεχόμενο της σύγκρουσης από την τακτικότητα των συμβιβασμών. Αν το καταλάβουν αυτό οι πολίτες, θα το καταλάβουν και οι ηγεσίες. Είναι αυτονόητο ότι η θεωρητικά ορθή επιλογή της εθνικής συναίνεσης ως προς την αφετηρία προσκρούει σε βασικές και θα έλεγα αγεφύρωτες αντιθέσεις. Είναι πάντα επίκαιρη η ρήση του Κάρολου Μάρξ ότι δεν αρκεί να εξηγήσουμε τον κόσμο, το αιτούμενο είναι να τον αλλάξουμε. Τούτο ισχύει και για τον μικρόκοσμο της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης και συγχρόνως προδιαγράφει τα όρια μιας δύσκολης, αλλά απαραίτητης συναίνεσης. Χωρίς την αλλαγή του κόσμου μπορεί να υπάρξει αυτή η συναίνεση;

Καθώς πλέον στην ηλικία μου συνομιλώ περισσότερο με τους πεθαμένους παρά με τους ζωντανούς, θυμάμαι τη φράση ενός παλιού μου δασκάλου, του Ruggiero Romano, που μιλούσε για επίμονες ψευδαισθήσεις.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Δεν αρκεί να εξηγήσουμε την παιδεία• το αιτούμενο είναι να την αλλάξουμε

  1. Πίνγκμπακ: Δεν αρκεί να εξηγήσουμε την παιδεία• το αιτούμενο είναι να την αλλάξουμε – Έλληνες Δάσκαλοι και Νηπιαγωγοί

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s