Καταδίκες σε θάνατο

Standard

του Νίκου Χατζηνικολάου

Γκόγια, «Οι εκτελέσεις της 3ης Μαΐου 1808», 1814, Μαδρίτη, Πράδο

Γκόγια, «Οι εκτελέσεις της 3ης Μαΐου 1808», 1814, Μαδρίτη, Πράδο

Όσο περνάει ο καιρός η σχέση σου, με τον χρόνο αναπόφευκτα αλλάζει. Προσέχεις άλλα πράγματα. Οι εκτελέσεις των ομήρων των τζιχαντιστών του ISIS, με τις πορτοκαλί στολές σε αρμονική συμμετρία μ’ εκείνες του Γκουαντάναμο, το πώς είναι γονατισμένοι περιμένοντας καρτερικά το τέλος, οι δήμιοι στα μαύρα, όρθιοι πίσω τους κρατώντας τα κοφτερά μαχαίρια, χάραξαν τη μνήμη μας. Επί δεκαετίες τώρα έζησα με τις εικόνες άλλων εκτελέσεων: από τις διαδοχικές απόπειρες του Μανέ να αποδώσει την εκτέλεση του Μαξιμιλιανού στο Μεξικό το 1867 μέχρι τις μαζικές εκτελέσεις της 3ης Μαΐου 1808 από τα στρατεύματα του Ιωσήφ Βοναπάρτη στη Μαδρίτη, που ολοκλήρωσε ο Γκόγια το 1814 για να ξεχαστεί η στήριξη που είχε προσφέρει στους Γάλλους κατακτητές. Είναι ίσως η πιο γνωστή «ηρωική εκτέλεση» που γνώρισε η παγκόσμια τέχνη. Εδώ υπάρχουν όλα: ο φόβος, το βουβό κλάμα εκείνων που περιμένουν στη σειρά για να εκτελεστούν ανεβαίνοντας τη μικρή ανηφόρα στη Μονκλόα αλλά και η κορύφωση της αντίστασης μ’ εκείνα τα αξέχαστα ανοιχτά χέρια που ξεπροβάλλουν μέσα απ’ τη λευκή πουκαμίσα και καλούν τον εχθρό να πυροβολήσει.

Αυτή κυρίως η εικόνα τροφοδότησε τις τελευταίες δεκαετίες το θυμικό μου. Τον Μανέ, ιδιαίτερα την εκδοχή που βρίσκεται στο Μουσείο του Μάνχαϊμ, τον θαύμασα αλλά δεν είχε το ζωογόνο στοιχείο της ηθικής προτροπής. Η ψυχρή εκτέλεση προϋπάρχει φυσικά στον Γκόγια. Ο Μανέ την επιτείνει με το εφέ της αποστασιοποίησης, βάζοντας μερικά χαμίνια να παρακολουθούν το θέαμα σκαρφαλωμένα πίσω απ’ τον τοίχο. Τα θύματα όμως, ο Αυτοκράτορας και οι Μεξικανοί στρατηγοί που του έμειναν πιστοί δέχονται καρτερικά τον θάνατο. Καμιά ανάταση, καμία καταγγελία.

Πριν από μερικά χρόνια, ξεφυλλίζοντας ένα βιβλίο, έπεσα πάνω σε δύο φωτογραφίες που απ’ ό,τι φαίνεται πρωτοδημοσιεύτηκαν στο Paris Match της 28ης Μαρτίου 1991. Μια δημόσια εκτέλεση στην Πόλη του Κουβέιτ. Στην πρώτη, εκείνη που μ’ ενδιαφέρει, είναι η στιγμή που το εκτελεστικό απόσπασμα είναι έτοιμο να πυροβολήσει. Στη δεύτερη ένας στρατιώτης δίνει τη χαριστική βολή στους ετοιμοθάνατους που ψυχορραγούν.

Μανέ, «Η εκτέλεση του Μαξιμιλιανού, 1868-1869», Μάνχαϊμ, Κούνστχαλλε

Μανέ, «Η εκτέλεση του Μαξιμιλιανού, 1868-1869», Μάνχαϊμ, Κούνστχαλλε

Η φωτογραφία είναι παρμένη από ψηλά. Το γεγονός δίνει από μόνο του στη σκηνή κάτι το ουδέτερο και, παραδόξως, αυξάνει την δραματική ένταση. Κάτι το καθημερινό διεξάγεται εκεί κάτω δίπλα στην ήσυχη θάλασσα. Όταν όμως, μέσα σε δύο-τρία δευτερόλεπτα, διακρίνεις και καταλάβεις τί ακριβώς γίνεται στον περιφραγμένο χώρο, πίσω από τους προβολείς που τέτοια ώρα δεν φωτίζουν το δρομάκι από κάτω, δίπλα στα τσιμεντένια μπλόκια, η σκηνή αποκτά μιαν ένταση που δεν έχουν οι πίνακες καταγγελίας. Αυτό οφείλεται στην ακινησία και στη σιωπή. Απ’ τη μια το απόσπασμα δεξιά. Καμιά δεκαριά άντρες σε δυο σειρές, με τα όπλα προτεταμένα, περιμένουν την εντολή για να πυροβολήσουν. Στην πρώτη σειρά, τρεις ή τέσσερις στρατιώτες έχουν γονατίσει στο ένα πόδι και σημαδεύουν. Έξι άλλοι, όρθιοι πίσω τους, είναι επίσης έτοιμοι. Η υπακοή στην εντολή εκφράζεται με τη στάση και την κίνηση του σώματος. Έχει μετατραπεί σε ατομική απόφαση. Στο άλλο άκρο οι καταδικασμένοι. Μια παρέα νέων, θάλεγες έτσι από μακριά, που βγήκε βόλτα και ποζάρει σ’ ένα φωτογράφο. Μετά βλέπεις τα δεμένα μάτια. Κι εδώ η βουβή αποδοχή της πράξης.

Εκείνος στη μέση με το λευκό παντελόνι και το μπλε φανελάκι τραβάει επάνω του τη ματιά μας. Έχει κάτι το αδιάφορο έτσι όπως στέκεται. Ο νεαρός άντρας στην άκρη, αριστερά όπως κοιτάζουμε, με το λευκό πουκάμισο, που έχει σκύψει το κεφάλι, συμπληρώνει την εικόνα.

Ένας θάνατος καθημερινός. Μια εκτέλεση ρουτίνας. Έτσι, στο δρόμο. Στην παραλία. Κι επειδή ακριβώς αγνοούμε ποια είναι τα πρόσωπα και ποιες είναι οι κολάσιμες πράξεις που διέπραξαν στα μάτια εκείνων που μπορούν να τους τιμωρήσουν στέλνοντάς τους στο απόσπασμα, η εκτέλεση αποκτά μιαν ένταση συγκλονιστική. Η στάση μας πόσο θα άλλαζε άραγε αν μαθαίναμε πως οι άνδρες που εκτελούνται ήταν έμποροι ναρκωτικών ή πολίτες του Κουβέιτ που στήριζαν τον Σαντάμ Χουσεΐν στον Πόλεμο του Κόλπου; Οποιαδήποτε πρόσθετα στοιχεία δεν νομίζω πως θα καθιστούσαν την πράξη λιγότερο αποτρόπαιη.

Αγνώστου φωτογράφου, «Εκτέλεση στην Πόλη του Κουβέιτ», 1991

Αγνώστου φωτογράφου, «Εκτέλεση στην Πόλη του Κουβέιτ», 1991

Η σκηνή έχει μιαν αυτονομία ως εικόνα. Εικόνα μιας αναπότρεπτης καταδίκης στην οποία δεν προβάλλεται αντίσταση. Η βία βρίσκεται στις κάνες των όπλων που στοχεύουν και στα σταθερά χέρια εκείνων που τα κρατούν, έτοιμοι να τραβήξουν τη σκανδάλη. Στον Γκόγια και στον Μανέ το εκτελεστικό απόσπασμα λειτουργεί ως απρόσωπος μηχανισμός. Οι στρατιώτες υπακούουν στην εντολή και πυροβολούν. Στη φωτογραφία της εκτέλεσης στο Κουβέιτ όμως η συμμετοχή των στρατιωτών δεν αποτελεί στοιχείο μιας καταγγελίας, όπως στην περίπτωση των ζωγράφων, αλλά απεικόνιση μιας πραγματικότητας. Στη φωτογραφία, ίσως αυτό να είναι το φοβερό, με μια έννοια, δεν υπάρχει καταγγελία. Η σκηνή δεν είναι σκηνοθετημένη. Φαινομενικά τουλάχιστον, δίκαιο και άδικο δεν εμπλέκονται στην υπόθεση. Ίσως γι’ αυτό και η φωτογραφική εκτέλεση να είναι πιο δυνατή. Η καταγγελία έγκειται στο γεγονός ότι οι άνθρωποι αριστερά που περιμένουν πρόκειται άμεσα να εκτελεστούν. Το ότι μπροστά στο απόσπασμα δεν τρέχουν να σωθούν, δεν εκλιπαρούν για τη ζωή τους αλλά στέκουν ακίνητοι περιμένοντας τη βολή συμβάλει στην ανάδειξη της εκτέλεσης ως βάρβαρης πράξης.

Το ότι αποφασίζεται μ’ αυτόν τον τρόπο το τέλος μιας ζωής, όποια κι αν είναι αυτή, πέρα από τα όρια της τέχνης και της μίμησης, της καλλιτεχνικής φαντασίας και της πολιτικής στράτευσης, είναι που ξυπνάει στον θεατή της φωτογραφίας το αίσθημα του ηθικού αποτροπιασμού. Δεν υπάρχει τίποτα πιο βίαιο. Δεν υπάρχει τίποτα που να είναι πιο άδικο. Δεν υπάρχει τίποτα πιο εγκληματικό απ’ αυτό που διεξάγεται μπροστά στα μάτια μας. Όσο και να ψάξουμε δεν θα βρούμε επιχειρήματα να το δικαιολογήσουμε.

Από τον Βικτόρ Ουγκώ στον Ζαν Ζενέ και στον Ρομπέρ Μπαντεντέρ η θανατική ποινή έχει καταδικαστεί με λόγια και επιχειρήματα που κανένας απολογητής της δεν μπόρεσε ποτέ να πλησιάσει σε πειστικότητα. Η δική μας Ευρώπη είναι και αυτό. Ο απόλυτος σεβασμός της ανθρώπινης ζωής χωρίς εξαιρέσεις και υπολογισμούς. Φτάσαμε στο σημείο όπου πρέπει να ξεκινήσουμε νέους αγώνες για την υπεράσπισή της. Σε όλα τα επίπεδα. Με όλους τους τρόπους. Δεν είναι μόνο το Αιγαίο όπου στα νερά του παίζονται στη ρουλέτα ανθρώπινες ζωές, αφήνοντας την Τύχη να εκτελέσει τους πιο αδύναμους. Οι οπαδοί των δυνάμεων που ηττήθηκαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αμφισβητούν πλέον ανοιχτά τη δημοκρατική νομιμότητα. Από διαφορετικά σημεία και με κάθε αφορμή. Βαθμιαία πυκνώνουν τις γραμμές του ρεύματος που εκπροσωπούν. Οι ευρωπαϊκές αξίες δοκιμάζονται. Μια ιστορική-κοινωνική πραγματικότητα κινδυνεύει να ανατραπεί, αν οι δημοκρατικοί πολίτες της Ευρώπης δεν θεωρήσουν ότι οφείλουν να την υπερασπιστούν.

4.4.2016

Ο Νίκος Χατζηνικολάου είναι ιστορικός της τέχνης, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s