Μία, δύο, τρεις, πολλές Μεταπολιτεύσεις;

Standard

Σκέψεις για τους νέους προσανατολισμούς στη μελέτη της Μεταπολίτευσης με αφετηρία τον συλλογικό τόμο «Μεταπολίτευση. Η Ελλάδα στο μεταίχμιο δύο αιώνων», επιμέλεια: Μάνος Αυγερίδης, Έφη Γαζή, Κωστής Κορνέτης (εκδ. Θεμέλιο)

της Ελένης Κούκη

Αντιμοναρχική αφίσα του Αλέξη Κυριτσόπουλου, για το δημοψήφισμα της 8.12.1974 (ΑΣΚΙ)

Αντιμοναρχική αφίσα του Αλέξη Κυριτσόπουλου, για το δημοψήφισμα της 8.12.1974 (ΑΣΚΙ)

Μέσα στην οικονομική κρίση, ένας νέος κύκλος συζήτησης για το φαινόμενο της Μεταπολίτευσης άνοιξε. Μπορεί να μην απέκτησε την ένταση που προσέλαβε στην Ισπανία η επαναξιολόγηση της δικής τους transiciόn (όπως μας έδειξε ο Κωστής Κορνέτης στον συλλογικό τόμο του Θεμέλιου, για τον οποίο θα μιλήσουμε παρακάτω) ωστόσο τα τελευταία χρόνια πραγματοποιήθηκαν σημαντικές πρωτοβουλίες. Καταρχάς το συνέδριο «Μεταπολίτευση: Από τη μετάβαση στη δημοκρατία στην οικονομική κρίση;» (Ιστορείν – Freie Universität, Δεκέμβριος 2012), που κατέληξε στην πρόσφατη έκδοση του τόμου Μεταπολίτευση. Η Ελλάδα στο μεταίχμιο δύο αιώνων (Θεμέλιο, 2015). Ενδιάμεσα, το 2014,  στο πλαίσιο των σεμιναρίων της Ερμούπολης διοργανώθηκε μια συνάντηση με τίτλο «Μεταπολίτευση 1974-1975. Από το πραξικόπημα της Κύπρου στις δίκες της Χούντας». Ορισμένες από αυτές τις ανακοινώσεις αναμένεται να εκδοθούν σύντομα, από τον ίδιο εκδοτικό οίκο. Ακόμα, σημάδι ανανεωμένου ενδιαφέροντος υπήρξε και η ενασχόληση των εργαστηρίων των ΑΣΚΙ με την περίοδο 1974-1981, καθώς και με τη δεκαετία του ’80.

Φυσικά, δεν πρόκειται για πρωτοβουλίες που δημιουργούν από το μηδέν ένα πεδίο έρευνας∙ αντίθετα, βασίζονται σε μια βιβλιογραφία από καιρό δομημένη κυρίως χάρη στους πολιτικούς επιστήμονες. Κατά τη γνώμη μου, όμως, αποτελούν μια διακριτή στιγμή στην πορεία της ιστορικοποίησης της Μεταπολίτευσης. Διότι είναι επεξεργασίες που βασίζονται στη βεβαιότητα ότι η Μεταπολίτευση, ό,τι κι αν υπήρξε αυτή, έχει πια τελειώσει. Είναι προσπάθειες να ιδωθούν συνολικά τα πράγματα. Και ίσως το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο είναι ότι ανοίγουν ένα διάλογο για την περιοδολόγηση — για το ποια είναι τα χρονικά όρια του ιστορικού φαινομένου. Αυτό τον διάλογο με τις άλλοτε συμπληρωματικές και άλλοτε αντικρουόμενες προτάσεις δεν πρέπει να βιαστούμε να τον κλείσουμε, καθώς κάθε συζήτηση για τα όρια ενός πράγματος είναι ταυτόχρονα και μια συζήτηση που διαμορφώνει τον πυρήνα του, το πλαίσιο της πρόσληψής του.

Ο τόμος Μεταπολίτευση. Η Ελλάδα στο μεταίχμιο δύο αιώνων στέκεται στη μία άκρη, προκρίνοντας μια διεσταλμένη περίοδο βάσει της κοινής, διαδεδομένης χρήσης του όρου. Αντίθετα, το Σεμινάριο της Ερμούπολης πήρε την αντίθετη κατεύθυνση προτείνοντας μια εξαιρετικά σύντομη περιοδολόγηση βασισμένη στην κυριολεξία του όρου: την Μεταπολίτευση ως την περίοδο της μετάβασης από τη δικτατορία στη δημοκρατία. Είναι φανερό ότι ο προβληματισμός αυτός υπήρξε κομβικός και στα δύο εγχειρήματα.

Προσωπικά, κλίνω περισσότερο προς τη διεσταλμένη περιοδολόγηση, γιατί μεταξύ άλλων πιστεύω ότι διασώζει μια κοινή εμπειρία: το γεγονός ότι οι περισσότεροι από μας μέχρι το 2010, περίπου, θεωρούσαμε ότι «ζούσαμε στη Μεταπολίτευση». Αυτή η λαϊκή περιοδολόγηση δεν πρέπει να ξεχαστεί, γιατί κρύβει νοήματα που πρέπει να τα δούμε και να τα ερμηνεύσουμε. Από την άλλη, βέβαια, η αντίληψη των υποκειμένων που έζησαν σε μια περίοδο δεν είναι κατ’ ανάγκη δεσμευτική για τους ιστορικούς. Η περιοδολόγηση είναι πρώτα απ’ όλα ένα επιστημονικό εργαλείο και τελικά φτιάχνεται για να εξυπηρετήσει αυτούς που θα το χρησιμοποιήσουν.

Γι’ αυτό, πιστεύω, και οι δύο οι προσεγγίσεις είναι θεμιτές ως ερευνητικές επιλογές, που κάνοντας τις κάτι κερδίζεις και κάτι χάνεις· και όσο πιο συνειδητά σταθούμε στα κέρδη και τις ζημίες αυτών των επιλογών τόσο περισσότερο θα καταλάβουμε τι είναι αυτό που μελετάμε. Για παράδειγμα, η στενή περιοδολόγηση έχει το πλεονέκτημα της σαφήνειας. Η σαφήνεια αυτή, όχι μόνο οδηγεί στον καταρτισμό μιας ξεκάθαρης ερευνητικής θεματολογίας (δίκες, εκκαθαρίσεις του κράτους, αντιδράσεις των νοσταλγών), αλλά επιπλέον ξανανοίγει μια συζήτηση σχετικά με τη μετάβαση και την ενδεχομενικότητά της, τις επιλογές που άνοιξαν και έκλεισαν τους πυκνούς εκείνους μήνες από τον Ιούλιο του 1974 μέχρι και το καλοκαίρι του 1975. Αυτή υπήρξε μια πολιτική συζήτηση μέχρι σήμερα, ενώ τώρα η απόσταση, η δυνατότητα της σύγκρισης και η δημιουργία ενός διακριτού πεδίου μελέτης των πολιτικών μεταβάσεων, η λεγόμενη transitology, δημιουργούν τις προϋποθέσεις ώστε να διεξαχθεί και με ιστορικούς όρους.

Από την άλλη πλευρά, η επιλογή της μακράς περιόδου έχει εντυπωσιακά πλεονεκτήματα. Καταρχάς βάζει τη Μεταπολίτευση μέσα στο ιστορικό συνεχές, αναζητώντας τη σχέση αυτής της περιόδου με τις προηγούμενες (και με τις επόμενες). Αυτό φαίνεται ιδιαίτερα σε κείμενα όπως αυτό του Λουδοβίκου Κωτσονόπουλου που μελέτησε τις δημοσιονομικές εξελίξεις ως μια «αλλαγή παραδείγματος», σε σχέση με τις αρχές που ρύθμιζαν τις οικονομικές λειτουργίες του κράτους κατά την πρώτη μεταπολεμική περίοδο.

Αφίσα του Αλέκου Φασιανού, για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας (ΑΣΚΙ)

Αφίσα του Αλέκου Φασιανού, για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας (ΑΣΚΙ)

Επίσης, δίνει τη δυνατότητα για αναστοχασμό σχετικά με την εσωτερική περιοδολόγηση της μεταπολιτευτικής σαρακονταετίας — πώς το αρχικό αίτημα για δημοκρατία και ομαλότητα υπήρξε ένας σπόρος από τον οποίο συνεχώς προκύπταν νέα αιτήματα για ευημερία, για αυτοπροσδιορισμό, που επικαιροποιούσαν διαρκώς τα αρχικά και τελικά διατηρούσαν στον προσκήνιο την έννοια της Μεταπολίτευσης μην επιτρέποντάς της να «τελειώσει». Ή, αντίθετα, τον μηχανισμό αντίθεσης και κριτικής στα αρχικά αιτήματα της Μεταπολίτευσης, που όμως τελικά και αυτός συντέλεσε στην παγίωσή της ως κοινό σημείο αναφοράς. Για παράδειγμα, το κείμενο του Παναγιώτη Ζεστανάκη για τις υποκουλτούρες της δεκαετίας του ’80, αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς εξετάζει την «απολιτική αντίδραση», ένα θέμα που δεν μπορεί να γίνει κατανοητό παρά μόνο στο πλαίσιο μιας συζήτησης που λαμβάνει υπόψη την υψηλή πολιτικοποίηση της Μεταπολίτευσης.

Προς την κατεύθυνση της κατανόησης των κοινών μοτίβων που διαπερνούν τη σαρακονταετία, το άρθρο στο οποίο στάθηκα είναι αυτό του Παναγή Παναγιωτόπουλου, που βλέπει τη Μεταπολίτευση ως μια περίοδο «προστατευόμενης δημοκρατίας» και το τέλος της ως ένα πέρασμα σε μια «ανασφαλή δημοκρατία». Η επιλογή της ορολογίας, η αμφιθυμία που κρύβει ο όρος προστατευόμενη, ή ο τρόπος που ο προσδιορισμός ανασφαλής εισάγει στη συζήτηση τη διάσταση της επισφάλειας (precarious), φωτίζει με έναν καινούργιο τρόπο ήδη γνωστές ιστορίες. Ταυτόχρονα, βέβαια, στο μέτρο που επιχειρεί να συνοψίσει μια περίοδο σε ένα θεωρητικό σχήμα, δημιουργεί πολύ μεγάλα ερωτηματικά, όπως για παράδειγμα αν η αίσθηση της ασφάλειας ήταν τόσο εμπεδωμένη συνολικά ή αν πρόκειται για μια εκ των υστέρων θεώρηση. Σε κάθε περίπτωση, διέκρινε κοινά μοτίβα, σε αντίθεση με τα περισσότερα κείμενα του τόμου. Και το διαπιστώνω όχι ως παρατήρηση, αλλά για να προχωρήσω τον προβληματισμό σχετικά με την περιοδολόγηση και συνεπώς την ιστορικοποίηση της περιόδου. Διότι έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς η αρχική ερευνητική εξαγγελία των επιμελητών τελικά πραγματοποιείται από τους μελετητές, ώστε να ανοίξει ένας νέος κύκλος επεξεργασίας και εκλέπτυνσής της.

Και οι δύο επιλογές, λοιπόν, πραγματοποιήθηκαν μόνο εν μέρει. Δηλαδή, στο σεμινάριο της Ερμούπολης τα πολύ αυστηρά χρονικά όρια ξεπεράστηκαν εκ των πραγμάτων στις ανακοινώσεις∙ αντίθετα, στον τόμο της Μεταπολίτευσης η αρχική διακήρυξη για μια συνολική θέαση της σαρακονταετίας πραγματώθηκε επιλεκτικά, καθώς οι δύο τελευταίες δεκαετίες υποεκπροσωπούνται. Εξαίρεση αποτελεί το κείμενο της Έφης Γαζή για τις μεταπλάσεις της εθνικής ιδεολογίας που έθεσε σε πρώτο πλάνο τη δεκαετία του ’90, καθώς και αυτό του Δημήτρη Χριστόπουλου για την εξέλιξη των θεσμών προστασίας των δικαιωμάτων. Αυτή η απουσία, ωστόσο, κάνει βάσιμο και το επιχείρημα που εκφράζει ο Ηλίας Νικολακόπουλος, προτείνοντας ως «τέλος» το 1989, ως μια στιγμή-τομή κατά την οποία οι προβληματισμοί που είχαν τεθεί στην αρχή της Μεταπολίτευσης έχουν πλέον απαντηθεί.

Αυτή η συμβολή –εσωτερικό αντάρτικο, ουσιαστικά, στον αρχικό προβληματισμό– αποτελεί κατά τη γνώμη μου και το μέτρο της πολυφωνίας του τόμου, ο οποίος δομήθηκε με τρόπο που επέτρεψε σε όλα τα λουλούδια να ανθίσουν. Επιπλέον, μας κατευθύνει να σκεφτούμε όχι τη Μεταπολίτευση πλέον, αλλά τις Μεταπολιτεύσεις, τις διαδοχικές αλλά και αντιπολιτευόμενες εμπειρίες χρόνου που αναδύονται καθώς αλλάζουμε τα ερωτήματά μας. Την άποψη αυτή υποστήριξε και ο Τάσος Κωστόπουλος σε πρόσφατο άρθρο του (Η Εφημερίδα των Συντακτών, 12.3.2016) επιβεβαιώνοντας ότι η συζήτηση για τα χρονικά όρια τελικά μας επιτρέπει να βρούμε τις νέες λαβές για να ψηλαφίσουμε το ίδιο το αντικείμενο του ενδιαφέροντός μας.

Η Ελένη Κούκη είναι υποψήφια δρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s