Οι πόλεις του Όλιβερ Τουίστ

Standard

του Νίκου Μπελαβίλα

Άγγλοι άστεγοι αναζητούν καταφύγιο στους ξενώνες της κοινωνικής πρόνοιας. Έργο του Sir Luke Fildes (1843-1927), πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα (δημοσιεύτηκε στο τχ. 15 του «the books’ journal», Ιανουάριος 2012)

Στον Πειραιά είχαμε έναν άστεγο: τον Άγγελο. Ηλικιωμένος, άλλοτε Επονίτης, προσάραξε στα μέρη μας, στα χρόνια του ’70. Επιβίωνε με χαρτζιλίκι και ψευτομεροκάματα. Η παρέα των «Πολιτών του Πειραιά» και αργότερα του «Λιμανιού της Αγωνίας» υιοθέτησε τον Άγγελο, κι ο Άγγελος την παρέα. Τον ειδοποιούσαμε όταν εντοπιζόταν κανένα άδειο σπίτι για χειμερινή διαμονή,  τον φροντίζαμε με ρούχα τον χειμώνα, τον κερνούσαμε μεσημεριανό στην Πλατεία Κοραή, παρά τη γκρίνια των νεαρών σερβιτόρων. Ο Άγγελος ένιωθε την ανάγκη να ανταποδώσει. Στο πρώτο εκλογικό κέντρο του «Λιμανιού», παρών από το πρωί μέχρι το βράδυ, στις συγκεντρώσεις μας το ίδιο, χωρίς να του το έχουμε ζητήσει  ποτέ. Του ήταν αδύνατον να επανέλθει στην τακτοποιημένη ζωή. Χαμένος ή ενταγμένος μ’ ένα δικό του τρόπο σ’ ένα δικό του κόσμο, αρνιόταν να επιστρέψει στον κόσμο της νοικοκυροσύνης.

Αυτό δεν ήταν σπάνιο. Για την ψυχολογία της άρνησης επανένταξης των αστέγων των ευρωπαϊκών μητροπόλεων έχουν γραφτεί πολλά. Ένας καλός συγγραφέας, ο Τζωρτζ Ντόουζ Γκρην, έγραψε το 1994 ένα λογοτεχνικό θρίλερ –στα ελληνικά Τι αξία έχει η αλήθεια, ερημίτη μου;— για έναν αυτοεκτοπισμένο στο  Σέντραλ Παρκ της Νέας Υόρκης. Ο καμβάς επάνω στον οποίο στήνεται η κατ’ επίφαση αστυνομική πλοκή της ιστορίας είναι το βίωμα της εξαίρεσης, του μοναχικού αστέγου στη μεγάλη πόλη. Αυτά συνέβαιναν τότε, στις ευημερούσες δυτικές πρωτεύουσες, μεταξύ αυτών και στη δική μας. Άστεγοι ως αμελητέο ποσοστό, δείγματα άξια κοινωνιολογικών παρατηρήσεων, ευγενικές φιγούρες υιοθετημένες από συνανθρώπους.

***

Όταν πριν από μερικούς μήνες γράφτηκε πως η Αθήνα εισέρχεται σε ανθρωπιστική κρίση, η διατύπωση έμοιαζε υπερβολική, ίσως εκφοβιστική. Όταν τα μαγαζιά άρχισαν να κατεβάζουν ρολά το ένα μετά το άλλο, αναρωτιόμασταν τι κάνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Καταφεύγουν στα χωριά τους, μπαίνουν υπάλληλοι; Σε τι δουλειές, που δεν υπάρχουν; Όταν ένα πρωί διαπιστώσαμε πως η συνήθης  πιάτσα της ηρωίνης στην Πατησίων θύμιζε διαδήλωση με εκατοντάδες εξαθλιωμένους στριμωγμένους στα πεζοδρόμια, πως οι κοπέλες-θύματα του τράφικινγκ έκαναν πεζοδρόμιο στην 3ης Σεπτεμβρίου κατά δεκάδες, μέρα-μεσημέρι, πως άνθρωποι κοιμόντουσαν επάνω στις θερμαινόμενες από τον υπόγειο σταθμό σχάρες του Μετρό στην Ομόνοια, τότε άρχισε να φαίνεται πως η Αθήνα καταρρέει. Όχι για τους λόγους που διαλαλούν οι υπεύθυνοι της κρίσης, αλλά λόγω της φτώχειας, της οικονομικής και της κοινωνικής λεηλασίας στην οποία οδήγησαν τη χώρα. Συνέχεια ανάγνωσης

Είναι δυνατή η ρύθμιση του χώρου σε εποχή γενικευμένης απορρύθμισης;

Standard

 ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΡΥΘΜΙΣΤΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΑΘΗΝΑΣ/ΑΤΤΙΚΗΣ 2021

 της Ελένης Πορτάλιου

 Το Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθήνας/Αττικής 2021 (Αύγουστος 2011) βρίσκεται ήδη εδώ και τρεις μήνες σε διαβούλευση. Το ΡΣΑ 1985, το οποίο θα αναθεωρηθεί, εκτιμήθηκε, από διαφορετικές οπτικές, ως ανεπαρκές ή/και ξεπερασμένο, ενώ είχε υπονομευτεί με έκτακτες παρεκκλίσεις και δεν είχε, εν πολλοίς, υλοποιηθεί εξαιτίας της απουσίας μελετών και πολιτικών εφαρμογής του. Εξέφραζε, πάντως, τις επιστημονικές κυρίως προσδοκίες για τη ρύθμιση του χώρου, με κριτήρια το δημόσιο συμφέρον, την περιφερειακή αποκέντρωση, την ισόρροπη ανάπτυξη, την περιβαλλοντική προστασία και την οικιστική αναβάθμιση. Είχε συχνά λειτουργήσει υποστηρικτικά στους αγώνες για την προστασία του περιβάλλοντος και την αναχαίτιση κερδοσκοπικών επιθέσεων στο χώρο της Αττικής.

Αθήνα, δεκαετία του 1960.

Το Χωροταξικό Σχέδιο Αττικής, που εκπονήθηκε επί υπουργίας Σουφλιά, έγινε αντικείμενο δριμείας κριτικής, κυρίως λόγω του υπερσυγκεντρωτισμού που αποδεχόταν και ενθάρρυνε στην περιφέρεια της Αττικής, και της πλήρους ασυμβατότητάς του με την περιβαλλοντική προστασία σε συνθήκες κλιματικής αλλαγής. Δεν θεσμοθετήθηκε τελικά.

Ο Οργανισμός Ρυθμιστικού Σχεδίου και Προστασίας Περιβάλλοντος Αθήνας εμφανίζεται τα τελευταία χρόνια, και πολύ περισσότερο πρόσφατα, χωρίς σοβαρό αντικείμενο παρέμβασης. Ακριβέστερα, ο χώρος της Αττικής μετασχηματίζεται με τον αυτόματο πιλότο της νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής και της γενικευμένη αυθαιρεσίας, με επιμέρους αποφάσεις υπέρ μεγάλων ιδιωτικών συμφερόντων, με διάχυση των λειτουργιών του αστικού στον εξωαστικό χώρο, με καταστροφή του περιβάλλοντος και της πολιτιστικής κληρονομιάς και απαξίωση του δημόσιου χώρου και των δημόσιων αγαθών ως κοινού πλούτου, προσβάσιμου και διαθέσιμου σε όλους. Συνέχεια ανάγνωσης

Κυρίαρχες πολιτικές και διεκδικήσεις «από τα κάτω» για τη ζωή στην πόλη

Standard

Εμπειρίες από τις ΗΠΑ και παραδείγματα από την Αθήνα

Συζήτηση με τον Ντέιβιντ Χάρβεϋ,με την ευκαιρία της επίσκεψής του στην Αθήνα, με μέλη της ομάδας EncounterAthens (http://encounterathens.wordpress.com/)

Ο David Harvey, καθηγητής του Τμήματος Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης (CUNY) και ένας από τους σημαντικότερους εκφραστές της κριτικής γεωγραφικής σκέψης, βρέθηκε στην Αθήνα την τελευταία εβδομάδα του Μαΐου ως προσκεκλημένος ομιλητής του Διεθνούς Αντιεξουσιαστικού Φεστιβάλ B-Fest. Πριν την ομιλία του αυτή, έδωσε ανοιχτή διάλεξη στα Σεμινάρια Ριζοσπαστικής Γεωγραφίας που οργανώνει ο Κωστής Χατζημιχάλης, καθηγητής στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο. Εκεί τον συναντήσαμε πρώτη φορά, ενώ αμέσως μετά βρεθήκαμε στο Σύνταγμα, στην πρώτη συγκέντρωση-λαϊκή συνέλευση της πλατείας. Εκείνες οι μέρες σημαδεύονταν επίσης από το ξέσπασμα της ρατσιστικής βίας σε κεντρικές γειτονιές και την ανακοίνωση του «Σχεδίου Δράσης για το Κέντρο της Αθήνας» από την κυβέρνηση και τη δημοτική αρχή. Η εκρηκτική επικαιρότητα των ημερών έδωσε το έναυσμα και τα ερεθίσματα για μια σειρά συναντήσεων, επισκέψεων στις γειτονιές του κέντρου και πολύωρων συζητήσεων, από τις οποίες μεταφέρουμε εδώ ένα μικρό αλλά χαρακτηριστικό απόσπασμα.

EncounterAthens

Lower Broadway, NYC, 2009. Φωτογραφία του Δημήτρη Μέλλου.

Περπατήσαμε αρκετά σε γειτονιές όπως ο Άγιος Παντελεήμονας, η πλατεία Βικτωρίας και το Γεράνι, οι οποίες στοχοποιούνται από τον Τύπο και την κυβέρνηση ως «άβατα», ως «γκέτο» στο κέντρο της πόλης. Ποιες είναι οι σκέψεις σας γι’ αυτό;

 Νομίζω ότι, ιστορικά, η προσπάθεια κατασκευής ενός φαντασιακού για το χώρο έχει αποτελέσει σημαντικό κομμάτι των πολιτικών στρατηγικών. Και αυτό μπορείτε να το δείτε από την κλίμακα της γεωπολιτικής μέχρι την κλίμακα της πόλης. Η δαιμονοποίηση συγκεκριμένων περιοχών έχει υποστηρίξει από μεγάλης κλίμακας πολεμικές επιχειρήσεις μέχρι πρακτικές εκκαθάρισης των «ανεπιθύμητων» σε «κακές» γειτονιές των πόλεων. Πραγματικά όμως με εντυπωσιάζει η χρήση του όρου «γκέτο» εδώ. Ίσως θα έπρεπε να απαντήσετε στην κυρίαρχη ρητορική, επιστρατεύοντας λίγο χιούμορ.  Να θέσετε από την πλευρά σας πρόβλημα γκετοποίησης στις γειτονιές των πλουσίων: «Κάτι πρέπει να γίνει εδώ! Πρέπει να τονώσουμε τη διαφορετικότητα σ’ αυτές τις γειτονιές, που υποφέρουν από υπερβολική ομοιογένεια εισοδημάτων»! (γέλια).  Στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν χρησιμοποιούν πια τον όρο γκέτο. Αν κάποιοι ζουν σήμερα σε γκέτο είναι οι πλούσιοι κάτοικοι των πόλεων. Αναφέρομαι σε όλες εκείνες τις περίκλειστες κοινότητες πλουσίων, γνωστές ως «gated communities». Το Μανχάταν, για παράδειγμα, είναι σήμερα ένα γκέτο των πλουσίων. Αυτό προέκυψε όταν, στις περιοχές με αυξημένες συγκεντρώσεις μεταναστών, ασκήθηκαν πολιτικές διασποράς τους προς τα προάστια. Από την άλλη, οι μετανάστες που ζουν σήμερα στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν συγκροτούν μια ενιαία κατηγορία, αλλά  ένα πολύ διαφοροποιημένο σύνολο, από εργαζόμενους υψηλής κατάρτισης, που μπορεί να μένουν ακόμη και στο κέντρο του Μανχάταν, μέχρι πρόσφυγες, που συγκεντρώνονται αναγκαστικά σε προάστια χαμηλών εισοδημάτων. Επομένως, το να μιλήσει κανείς σήμερα γενικώς για μετανάστες που ζουν σε γκέτο δεν ευσταθεί, εφόσον κάθε μεταναστευτικός πληθυσμός είναι και εσωτερικά διαφοροποιημένος, κυρίως ταξικά. Συνέχεια ανάγνωσης

Η ρητορική της ανοικοδόμησης στον ελληνικό κινηματογράφο του ’60

Standard

της Άννας Πούπου

»]

Η εκρηκτική δεκαετία: ο κινηματογράφος της ανοικοδόμησης. […] Εάν ο κινηματογράφος της δεκαετίας του ’50 διστάζει ανάμεσα στη νοσταλγία της λαϊκής γειτονιάς και τους κλειστούς χώρους του μεσοαστικού διαμερίσματος, στην αρχή της καινούριας δεκαετίας ο κινηματογράφος θα γίνει η καλύτερη εικονογράφηση μιας πόλης υπό κατασκευή και θα υμνήσει τα αποτελέσματα της ανοικοδόμησης και της «ευημερίας», προβάλλοντας μια εξιδανικευμένη εικόνα της πρωτεύουσας από το κέντρο προς την περιφέρεια. Η κινηματογραφική γεωγραφία αλλάζει, ακολουθώντας τις αστικές μεταβολές: νέες περιοχές εμφανίζονται ως κινηματογραφικοί τόποι, νέα σύμβολα παίρνουν τη θέση των παλιών, ενώ μεταβάλλονται και οι τεχνικές κινηματογράφησης του αστικού χώρου. Στον εμπορικό κινηματογράφο εμφανίζονται όλο και πιο συχνά τα θέματα της αντιπαροχής, της ανάπτυξης νέων περιοχών των μεσαίων στρωμάτων, των αλλαγών στο χώρο κατοικίας, της αναπαράστασης των επαγγελμάτων της ανοικοδόμησης, της κερδοσκοπίας, της μεσιτείας και της αγοροπωλησίας ακινήτων, της τουριστικής εκμετάλλευσης του αθηναϊκού χώρου και της νέας εικονογραφίας της προβολής του ελληνικού τουρισμού, και γενικότερα όλα τα θέματα τα οποία συγκροτούν μια «ρητορική της ανοικοδόμησης». […] Συνέχεια ανάγνωσης

Ένα «όραμα» για την Αθήνα: η περίπτωση της πεζοδρόμησης της Πανεπιστημίου

Standard

της Δήμητρας Σιατίστα

Φωτογραφία του Σπύρου Δρίβα

Στις πρόσφατες προτάσεις των φορέων πολεοδομικού σχεδιασμού (ΟΡΣΑ, ΥΠΕΚΑ, μελέτες ειδικών) οι αναπλάσεις, νοούμενες κυρίως ως πεζοδρομήσεις και αναμορφώσεις πλατειών, εμφανίζονται ως κεντρικός άξονας για την αναζωογόνηση της Αθήνας. Aνάμεσα σε αυτές τις σχεδιαζόμενες παρεμβάσεις «αναβοσβήνει» η εμβληματική περίπτωση της πρότασης πεζοδρόμησης Πανεπιστημίου. Από τις αρχές του 2010 που –για άλλη μια φορά– κάνει την εμφάνισή της η πρόταση στις εφημερίδες, έχει αναπτυχθεί ένας, συγκρατημένος θα λέγαμε και περιστασιακός, διάλογος με επιχειρήματα υπέρ ή κατά της πρότασης. Διακρίνουμε δύο κατηγορίες επιχειρημάτων που στηρίζουν την πρόταση:

* Η αναβάθμιση της ποιότητας ζωής στο κέντρο με την αποφόρτισή του από το αυτοκίνητο και την αποφασιστική ενίσχυση του ρόλου της δημόσιας συγκοινωνίας, με στόχο την απόδοση χώρων σε πεζούς και ποδηλάτες.

* Η συμβολική σημασία των κτιρίων της νεοκλασικής τριλογίας (Βιβλιοθήκη, Ακαδημία, Πανεπιστήμιο) και η σύνδεση της διαδρομής αυτής με τις τουριστικές και εμπορικές διαδρομές της πόλης.

Αντίστοιχα, τα σημεία κριτικής μπορούν να συνοψιστούν σε τρεις άξονες: Συνέχεια ανάγνωσης

Η πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου και άλλες πολεοδομικές φαντασιώσεις για το κέντρο της πόλης

Standard

του Κωστή Χατζημιχάλη

Φωτογραφία του Σπύρου Δρίβα

Η πρόθεση της κυβέρνησης να προκηρύξει διεθνή αρχιτεκτονικό διαγωνισμό για τη πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου και η ευρύτατη δημοσιότητα του θέματος, με εκπομπές στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση και με δημοσιεύσεις στις εφημερίδες, έχει καλλιεργήσει υπερβολικές προσδοκίες, ακόμη και μύθους. Ακούμε και διαβάζουμε για τη «δημιουργία μια νέας συλλογικής ταυτότητας της πόλης μας», ότι η πολεοδομική παρέμβαση στην Πανεπιστημίου θα «δώσει νέα πνοή επαναφέροντας τους κατοίκους στο κέντρο», ακόμη και για «επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων» του κέντρου.

Δεν θα συζητήσω την προτεραιότητα του εγχειρήματος στη σημερινή δεινή οικονομική συγκυρία, σε μια πόλη που δεν έχει λύσει ακόμη το πρόβλημα των σκουπιδιών της. Δεν θα συζητήσω επίσης το κόστος των ερευνών που στηρίζουν την πρόταση και το κόστος του διεθνούς διαγωνισμού, με πιθανό αποδέκτη το αρχείο του ΥΠΕΚΑ, όπως συνέβη με τον αντίστοιχο για το αεροδρόμιο του Ελληνικού πριν εφτά χρόνια. Θέλω όμως να φωνάξω δυνατά ότι η πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου είναι ένα μεγάλο πολεοδομικό λάθος, δεν απαντά σε κανένα ουσιαστικό πρόβλημα του κέντρου, ενώ αντιθέτως θα ανατρέψει την ιστορική του ταυτότητα και θα δημιουργήσει σοβαρά κυκλοφοριακά και κοινωνικά προβλήματα στις γειτονικές περιοχές και στη περίμετρο του δακτυλίου. Εξηγούμαι.

Φωτογραφία του Σπύρου Δρίβα

Ένα μεγάλο πολεοδομικό λάθος

1. Η Πανεπιστημίου είναι σχεδιασμένη από το 19ο αιώνα ως ένα βασικό βουλεβάρτο-λεωφόρος της πόλης, ένας βασικός αστικός συντελεστής με ιστορικά χαρακτηριστικά διαμπερούς διέλευσης. Η μετατροπή του σε πεζόδρομο ανατρέπει τις ιστορικές καταβολές της λειτουργίας και του συμβολισμού της ως λεωφόρου και θα αναπαράγει το λάθος του πρόσφατου σχεδιασμού της Ομόνοιας που, από κυκλοφοριακός κόμβος-αναφορά της πόλης, έχει μετατραπεί σε μια αμήχανη, σκοτεινή διέλευση πεζών.

2. Είναι ο πιο φαρδύς δρόμος του κέντρου με επαρκέστατα πεζοδρόμια. Αντί της συνολικής πεζοδρόμησης θα μπορούσαν τα τελευταία να διευρυνθούν και να φυτευτούν, να δημιουργηθεί ποδηλατόδρομος και να επεκταθεί η γραμμή του τραμ, χωρίς να χάσει τη λειτουργία της λεωφόρου. Η παρέμβαση γίνεται εντελώς αποσπασματικά σε ένα μικρό τμήμα της πόλης, χωρίς συνολικότερο σχεδιασμό και με άγνωστες συνδέσεις με το υπό μελέτη νέο ρυθμιστικό της. Συνέχεια ανάγνωσης

Κοινωνικές συγκρούσεις και νέες συλλογικότητες στον χώρο

Standard

της Τόνιας Κατερίνη

Πριν λίγες εβδομάδες, τα «Ενθέματα» παρουσίασαν την έκθεση «Κενά και πλήρη. Η δυναμική της πόλης. Η περίπτωση του Αγ. Παντελεήμονα», που οργάνωσε η αρχιτεκτονική ομάδα της Κίνησης Κατοίκων του Έκτου Δημοτικού Διαμερίσματος Αθηνών. Είχαμε υποσχεθεί ότι θα επανέλθουμε, παρουσιάζοντας τη σημαντική αυτή επιστημονική και πολιτική δραστηριότητα. Σήμερα λοιπόν,  με μεγάλη χαρά, δημοσιεύουμε μια συζήτηση με πέντε μέλη της ομάδας και τρία σχετικά κείμενα που, με αφετηρία τη δραστηριότητα της Κίνησης, αναδεικνύουν γενικότερα ζητήματα σχετικά με τη γειτονιά, την καθημερινότητα, την πόλη και τις παρεμβάσεις πολιτών και πολιτείας.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Φωτογραφία του Σπύρου Δρίβα

Τα τελευταία δύο τουλάχιστον χρόνια έχει ξαναφουντώσει η συζήτηση για την υποβάθμιση του κέντρου της Αθήνας, με άξονα την αύξηση της εγκληματικότητας, της διακίνησης ναρκωτικών, της πορνείας, την αύξηση του ελλείμματος ασφάλειας. Ταυτόχρονα, επισημαίνεται ως πρόβλημα η αλλαγή της πληθυσμιακής σύνθεσης, με αύξηση των μεταναστών και εγκατάλειψη πολλών κατοικιών από τους παλαιούς κατοίκους τους. Πριν από λίγους μήνες, μάλιστα, η οργάνωση «Γιατροί του κόσμου» πρότεινε να αναλάβει μια πρωτοβουλία δράσης στο κέντρο της Αθήνας, στο πλαίσιο αυτού που οι παγκόσμιοι οργανισμοί χαρακτηρίζουν «ανθρωπιστική κρίση».

Τι όμως είναι αλήθεια από τα παραπάνω και τι κατασκευή, και πώς σχετίζονται με τις επίσημες στρατηγικές για την απάντηση στην κρίση που η συζήτησή τους βρίσκεται στο κέντρο της επικαιρότητας το τελευταίο διάστημα;

Η συζήτηση για την υποβάθμιση του κέντρου της Αθήνας έχει ξεκινήσει από τις αρχές της μεταπολίτευσης, με πρώτη ενέργεια από τη μεριά της πολιτείας το διάταγμα χρήσεων γης και προστασίας της Πλάκας, με αποτέλεσμα μια Πλάκα προστατευμένη, χωρίς οπτική και ηχητική ρύπανση, με ευρεία ανακαίνιση κτισμάτων, αλλά και με υψηλές αξίες γης και πλέον τόπο κατοικίας υψηλών εισοδημάτων. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 η συζήτηση αυτή βρέθηκε πάλι στο προσκήνιο, με έμφαση στην υποβάθμιση του ιστορικού κέντρου λόγω της ύπαρξης βιοτεχνίας και χονδρεμπόριου (τότε ξεκίνησε και η συζήτηση για την πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου). Η εκδίωξη και στη συνέχεια η παρακμή αυτών των χρήσεων στο ιστορικό κέντρο άνοιξε τον δρόμο για την σημερινή εξέλιξη της περιοχής του Ψυρρή. Εξάρχεια, Γκάζι , Μεταξουργείο, Γεράνι, Αγ. Παντελεήμονας, Φυλής ακολουθούν σε αυτή την συζήτηση. Σε αντίθεση με το Μεταξουργείο και το Γκάζι, τα Εξάρχεια αντιστάθηκαν στην επίθεση που ξεκίνησε το 1985, όταν εμφάνιζαν έντονα σημάδια παρακμής, χάρη στην υψηλή κοινωνική συσπείρωση των κατοίκων. Συνέχεια ανάγνωσης

Από τη γειτονιά στην πόλη: κενά κτίρια, καταγραφή και επανάχρηση

Standard

Η Τόνια Κατερίνη (αρχιτέκτων), εκ μέρους των «Ενθεμάτων», συζητάει με τους αρχιτέκτονες Γιάννη Βλαχάκη, Δανάη Ιωαννίδη, Θάλεια Νινιού, Γιώργο Νίνο και τον εικαστικό Νικόλα Κόσκορο, μέλη της αρχιτεκτονικής ομάδας της Κίνησης Κατοίκων του 6ου Διαμερίσματος (Στην αρχιτεκτονική ομάδα μετέχουν ακόμα η Χρυσάνθη Καστάνη, αρχιτέκτων, και η Ήρα Βλαχάκη  εικαστικός)

 Τόνια Κατερίνη: Πώς συναντήθηκε η Κίνηση Κατοίκων με την αρχιτεκτονική ομάδα;

Γιώργος Νίνος: Η πρωτοβουλία ήταν της Μαρίνας Βήχου. Μετά την ιστορία του πάρκου Κύπρου και Πατησίων, σκεφτόμασταν τι άλλο μπορούσαμε να κάνουμε. Διατυπώθηκε η ιδέα να καταγράψουμε τα αξιόλογα κτίρια του διαμερίσματος, ξεκινώντας από τον Αγ. Παντελεήμονα. Αρχίσαμε την άνοιξη του 2010· στην αρχή μετείχα μόνο εγώ σαν αρχιτέκτονας.

Τόνια: Πώς μπήκαν οι υπόλοιποι;

Μακέτα της αρχιτεκτονικής ομάδας, με τα κενά κτίρια, από την έκθεση στην γκαλερί "Ηώς"

Γιάννης Βλαχάκης: Ήταν κάπως σαν σκυταλοδρομία. Εγώ μετείχα σε μια ομάδα που ετοίμαζε την έκθεση «Κρυμμένη Αθήνα», στο TAF. Περπατώντας στην περιοχή, συνάντησα μια κυρία από την Κίνηση. Είχε τελειώσει η καταγραφή και οργανώσαμε τη συζήτηση «Τα κενά και τα πλήρη της πόλης: η περίπτωση του Αγ. Παντελεήμονα». Η ιδέα προήλθε από ένα γεγονός που μας εντυπωσίασε: από τα 376 καταγεγραμμένα κτίρια, τα 105 ήταν κενά. Έγινε μια πρώτη επεξεργασία από τον Ηλία Γιαννίρη, και στη συζήτηση, που συντόνισα εγώ, συμμετείχαν ο Θόδωρος Ρουμπάνης, ο Ηλίας Γιαννίρης, η Ελένη Πορτάλιου και ο Σταύρος Σταυρίδης. Η συζήτηση έθεσε πολλά ζητήματα σχετικά με την πόλη και την επανάχρηση των κτιρίων. Η πρόκληση ήταν πώς από τη μικρή κλίμακα περνάμε στη μεγάλη, από τη γειτονιά στην πόλη. Το εγχείρημα ξεκίνησε από ένα κίνημα συγκεκριμένων ανθρώπων του διαμερίσματος και προχώρησε και σε πιο θεωρητικό επίπεδο.

Ετοιμάζοντας τις εκθέσεις για την κρυμμένη Αθήνα, σκεφτήκαμε να γίνει μια έκθεση με το ίδιο θέμα για τον Άγιο Παντελεήμονα, όπου επεξεργαστήκαμε τα στοιχεία της καταγραφής με αρχιτεκτονικά μέσα: σχέδια, χάρτες, μακέτα και στατιστικές ταξινομήσεις. Εκεί δημιουργήθηκε η αρχιτεκτονική ομάδα της Κίνησης Κατοίκων.

Δανάη Ιωαννίδη: Η συγκεκριμενοποίηση της δουλειάς ολοκληρώθηκε με τη δεύτερη έκθεση, στη Χέυδεν. Εκεί άνοιξε μια συζήτηση με τους κατοίκους και τα μέλη της Κίνησης για το τι θα κάνουμε μετά, τι προοπτικές υπάρχουν.

Θάλεια Νινιού: Ο λόγος που επιλέξαμε τον Άγ. Παντελεήμονα ήταν τα κρυμμένα στοιχεία της περιοχής, που δεν φαίνονται πια, ενώ φαίνονται άλλα. Οι άνθρωποι της Κίνησης ήταν εκεί, ενθουσιασμένοι, καθώς στην αρχική καταγραφή δεν είχαν φανεί όλα τα στοιχεία που αναδείχτηκαν με τα διαγράμματα.

Γιώργος: Ήταν πολύ σημαντικό το υλικό της επεξεργασίας μετά την καταγραφή. Οι κάτοικοι το περίμεναν, και περιμένουν και τη συνέχεια, λ.χ. να ασχοληθούμε με ένα επόμενο κομμάτι του διαμερίσματος.

Γιάννης: Στα εγκαίνια έγινε χαμός. Το κοινό ήταν πολύ ευρύτερο από τα μέλη της Κίνησης, και ακόμη περισσότερο στη συζήτηση που οργανώθηκε μετά. Στο TAF το γεγονός ήταν πιο κοσμικό και εικαστικό.

Νικόλας Κόσκορος: Ας μην υποτιμούμε το εικαστικό. Το έκθεμα ήταν υπέροχο, ήταν το κέντρο της έκθεσης και τραβούσε τον κόσμο σαν μαγνήτης. Νομίζω ότι επικοινώνησε πολύ καλά το θέμα. Δεν ξέρω τι συνέπειες είχε, αν υπήρξε κάποια ευαισθητοποίηση, αλλά σίγουρα δεν ήταν ξένο σώμα.

Γιάννης: Η δουλειά μας έχει έναν ακτιβισμό, ο οποίος μπορεί να συνοδεύεται από μια εικόνα εικαστικά ενδιαφέρουσα. Παρ’ όλα αυτά, η παρέμβαση επιτόπου στον χώρο είναι αυτό που μας ενδιαφέρει περισσότερο.

Τόνια: Ξέρουμε ότι στην περιοχή υπάρχει μια ένταση. Εισπράξατε κάτι τέτοιο;

Γιώργος: Το αντίθετο. Οι άνθρωποι μας έβαζαν σπίτι τους, μας έλεγαν τις ιστορίες τους, μας έδιναν το τηλέφωνό τους, είχαν μια διάθεση πολύ φιλική που έδειχνε ενδιαφέρον για τη γειτονιά.

Τόνια: Γιατί επιλέξατε αυτό το κομμάτι του διαμερίσματος;

Γιώργος: Κάποιοι μέναμε εδώ και υπήρχε γνώση του κομματιού, και βέβαια γιατί η περιοχή έχει προβλήματα και είναι κάπως φορτισμένη. Θέλαμε να δείξουμε ότι, ανάμεσα στα προβλήματα, υπάρχει και κάτι άλλο που ο κόσμος δεν το ξέρει, να το προβάλουμε και να το διατηρήσουμε.

Τόνια: Έτσι εξηγείται και η επιλογή να καταγράψετε τα κτίρια μέχρι τον Πόλεμο;

Γιώργος: Ναι, αλλά υπάρχει και ένας πρακτικός λόγος: είναι δύσκολο για κάποιον μη ειδικό να καταλάβει αν ένα κτίριο είναι του ’50 ή του ’60.

Τόνια: Σε σχέση όμως με την ιδέα της επανάχρησης, το λέτε και στα κείμενά σας, υπάρχει και στα νεότερα κτίρια ένας εν δυνάμει σημαντικός κοινωνικός εξοπλισμός: άδεια καταστήματα, διαμερίσματα κλπ. Υπάρχει πρόθεση να καταγραφούν;

Θάλεια: Ασφαλώς, υπάρχουν και άλλα που πρέπει να καταγραφούν. Καταρχάς, οι ελεύθεροι χώροι, τους οποίους δεν τους αγνοήσαμε, αλλά προτιμήσαμε να δώσουμε περισσότερη σημασία στα κτίρια. Σκοπός μας είναι να επεκταθεί η καταγραφή σε όλο το εύρος του λανθάνοντος δυναμικού της περιοχής. Συνέχεια ανάγνωσης

Ιστορία της σύγχρονης Αθήνας: από τη μικρή στη μεγάλη κλίμακα

Standard

 της Λήδας Παπαστεφανάκη

Η Αθήνα αλλάζει και το χτες δεν λογαριάζει

Γιάννης  Πούλος

Φωτογραφία του Σπύρου Δρίβα

Ο ιστορικός της νεότερης εποχής, αλλά και ο ενήμερος πολίτης που περπατά στην Αθήνα, διαπιστώνει συχνά πόσο λίγο παρούσα  είναι η ιστορία στους δρόμους της, και, κυρίως, πόσο λίγο γνωρίζουν οι Αθηναίοι την ιστορία της πόλης τους. Η πολυπολιτισμική Αθήνα του 2011, η τεράστια αυτή μητρόπολη που απλώνεται άτακτα στο λεκανοπέδιο, μοιάζει μια πόλη σχεδόν χωρίς ιστορία, την ίδια στιγμή που πέφτει πάνω της βαριά η σκιά της αίγλης της κλασικής αρχαιότητας· μια πόλη την οποία η πλειονότητα των κατοίκων, παλαιών και νεότερων, επήλυδων και αυτοχθόνων, δεν αγαπά και δεν αναγνωρίζει σαν δική της.

Η μεταφορά της πρωτεύουσας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, το 1834, από το Ναύπλιο στην Αθήνα εξυπηρέτησε κυρίως ιδεολογικούς λόγους: ήταν μια αναφορά στη δόξα του αρχαίου κόσμου και συμβόλιζε τα ιδεώδη του νεότερου ελληνισμού·ο συμβολισμός αυτός αποτυπώθηκε στη διαμόρφωση του χώρου, στην προβολή των αρχαίων μνημείων, στον νεοκλασικισμό — προβλήθηκε δηλαδή στον χώρο η αρχαιοελληνική πτυχή της νεοελληνικής ταυτότητας. Όπως η καθαρεύουσα, επίσημη γλώσσα του κράτους, έτσι και η πρωτεύουσα επιζήτησε τη μία και μοναδική σχέση με την αρχαιότητα: μεταλλάχθηκε έτσι σε «καθαρεύουσα πόλη», αποτινάσσοντας κάθε μεταγενέστερη κληρονομιά, γυρεύοντας «να μηδενίσει τον ενδιάμεσο χρόνο».[1] Παράλληλα με την κυριαρχία του νεοκλασικισμού, μια ακόμα τάση διαμορφώθηκε στην πόλη: η κυριαρχία του ιδιωτικού. Τα κτίρια της Αθήνας του 19ου αιώνα είναι όλα αποτέλεσμα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και των δωρεών εκείνων που αργότερα θα ονομαστούν «εθνικοί ευεργέτες», ενώ την ίδια στιγμή απουσιάζουν –ώς τη δεκαετία του 1920– τα δημόσια μνημεία. Συνέχεια ανάγνωσης

Στο απόκεντρο της πόλης

Standard

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ

του Βαγγέλη Καραμανωλάκη

Πέριξ της Πλατείας Κουμουνδούρου. Φωτογραφία της Αγγελικής Χριστοδούλου

…κι όταν ακούω τους υποψήφιους δημάρχους των δήμων της Αττικής να μιλούν στην τηλεόραση για τάξη, καθαριότητα, ασφάλεια, κλείνω τον ήχο.

Γιατί είναι δεκαπέντε χρόνια που κατεβαίνω σχεδόν καθημερινά στο κέντρο, δεκαπέντε χρόνια τώρα που ζω και βλέπω τις αλλαγές που υπέστη η πλατεία Ομονοίας και η ενδοχώρα της. Δεκαπέντε χρόνια στα ΑΣΚΙ, στην πλατεία Κουμουνδούρου, είδα τα κορίτσια να διαδέχονται τα αγόρια στις πιάτσες, τις πρόχειρες σκηνές των Κούρδων και το βίαιο ξερίζωμά τους ένα πρωί, τους Αλβανούς και τελευταία τους Κινέζους εμπόρους να εκπορθούν κάθε μέρα άλλο ένα μαγαζί που οι ενοικιαστές του το εγκαταλείπουν. Έκλεισαν με τη σειρά η τράπεζα, το βιβλιοπωλείο, ο φούρνος της γειτονιάς για να αντικατασταθούν από κινέζικα ρουχάδικα. Εκεί που οι άνθρωποι δουλεύουν δωδεκάωρα με ελάχιστα χρήματα, για να γυρίσουν το βράδυ και να κοιμηθούν σε κάποιου είδους τρώγλη δέκα-δέκα μαζί. Είδα το τουριστικό «θαύμα» του Ψυρρή να στήνεται, ώσπου ήρθε η πρέζα να καλύψει τα χέρια, τα πόδια, κι όλα τα σημεία όπου μπορεί να τρυπηθεί ένα εξαθλιωμένο ανθρώπινο σώμα. Είδα γυναίκες να τραβάν τα παιδιά στην αγκαλιά τους την ώρα που τα πρεζόνια τσακώνονταν γύρω από το νιγηριανό βαποράκι, τις κοπέλες που φεύγουν από τις δουλειές τους όλες μαζί, μην τους τύχει κάτι στο δρόμο.

Είδα μια γειτονιά, ό,τι είχε μείνει από αυτήν, να αποσυντίθεται σταδιακά, διώχνοντας τους μόνιμους κατοίκους της, αφήνοντας τα σπίτια της να ερημώσουν. Σε έναν χορό στον οποίον συμμετέχουν όλοι: υπουργεία, αστυνομία, ο δήμαρχος Νικήτας Κακλαμάνης που περηφανεύεται για την καθαριότητα της πόλης του. Μόνο που όλα αυτά γίνανε μπροστά στα μάτια όλων μας. Και δεν το λέω ενοχικά. Ούτε γιατί θεωρώ ότι δεν έχει την ευθύνη το κράτος. Και βέβαια την έχει. Και μάλιστα τεράστια, έτσι που όλα μοιάζουν, προμελετημένα σχεδόν, να έχουν εγκαταλειφθεί, να βουλιάζουν σε ένα βρόμικο γκέτο.

 

Πέριξ της Πλατείας Κουμουνδούρου. Φωτογραφία της Αγγελικής Χριστοδούλου

Μα από την άλλη μεριά δεν μπορώ να μην σκεφτώ ότι δεκαπέντε χρόνια τώρα, βλέποντας την πλατεία από τα ΑΣΚΙ, σωπαίνω, ότι είκοσι και χρόνια που στεγάζεται ο Συνασπισμός σε αυτή την περιοχή, είναι σαν να μην μπορέσαμε να βρούμε κανένα δίαυλο επικοινωνίας με τους γύρω μας, με εκείνους που αντιστέκονται διεκδικώντας τη γειτονιά τους, προσπαθώντας να σταθούν ψύχραιμοι, την ώρα που οι κραυγές κυριαρχούν και τα κανάλια αναζητούν την καλύτερη θέα για το γύρισμα της φρίκης. Την ώρα που η γειτονιά τους έγινε το αποθετήριο των τακτοποιημένων δικών μας προαστίων, σαν να σπρώχνουμε τα σκουπιδάκια κάτω από το χαλί για να είναι καθαρό το δωμάτιο.

Μόνο που το δωμάτιο και πάλι δεν είναι καθαρό. Όχι γιατί ορδές τοξικομανών θα ανέβουν στην υπόλοιπη πόλη. Αλλά γιατί η φρίκη συνηθίζεται, γιατί η έκπτωση της ανθρώπινης ζωής και κυρίως της αξιοπρέπειας αγγίζει όλους εμάς και τα παιδιά μας, μας εθίζει σε αυτό που είναι ο φόβος ή η απόρριψη. Και αυτό δεν είναι ειδήσεις των οχτώ.