Ο Κάλβος δεν ήταν μόνο ποιητής και δεν ήταν μόνο Έλληνας

Standard

  Με την ευκαιρία της έκδοσης της «Αλληλογραφίας» του Α. Κάλβου (Μουσείο Μπενάκη, 2014)

Η κριτική κάθε άλλο φειδωλή στάθηκε απέναντι στη δίτομη Αλληλογραφία του Ανδρέα Κάλβου (τόμ. Α΄ 1813-1818, 502 σελ.· τόμ. Β΄ 1819-1869 και αχρονολόγητες επιστολές, 589 σελ.· εισαγωγή-επιμέλεια-σχολιασμός: Δημήτρης Αρβανιτάκης με τη συνεργασία του Λεύκιου Ζαφειρίου, Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 2014). «Έργο θεμελιώδους σημασίας, σταθμό στη μελέτη του ποιητή» χαρακτήρισε την έκδοση ο Μάριο Βίτι, για «σπουδαία έκδοση, τη σημαντικότερη, εκδοτικά, Αλληλογραφία που έχει εμφανιστεί στη χώρα μας», έκανε λόγο ο Νάσος Βαγενάς. Το ενδιαφέρον όμως των δύο τόμων δεν είναι μόνο φιλολογικό. Μέσα από το σώμα των επιστολών, την εκτενή εισαγωγή και τον συστηματικό σχολιασμό τους αναδύονται ολόκληροι κόσμοι: ο κόσμος των Επτανήσων και των Επτανησίων λογίων, η ιταλική και η ελληνική κουλτούρα, καθώς και η εθνική συνείδηση που θα αρχίσει να αναδύεται, οι διασταυρώσεις με τον Διαφωτισμό και τις συγκρούσεις του, το γλωσσικό ζήτημα. Μιλήσαμε γι’ αυτά με τον ιστορικό Δημήτρη Αρβανιτάκη, στον οποίο (σε συνέχεια πολλών προγενέστερων καλβικών και άλλων μελετημάτων του) χρωστάμε τη σπουδαία αυτή έκδοση.

Συνέντευξη του Δημήτρη Αρβανιτάκη

Τη συνέντευξη πήρε ο Στρατής Μπουρνάζος

Μιλάει για τον «Ιταλοέλληνα» λόγιο και ποιητή Κάλβο, τον κόσμο της Επτανήσου, τις έννοιες της πατρίδας, του λόγιου, του διανοούμενου

 

Μεγάλο μέρος των επιστολών, όπως αναφέρεις, ήταν γνωστό, ενώ ένα άλλο ήρθε τώρα στο φως. Τι κομίζει η δίτομη Αλληλογραφία;

Χρήστος Ρουσσέας, «Φανταστική προσωπογραφία του Ανδρέα Κάλβου»

Χρήστος Ρουσσέας, «Φανταστική προσωπογραφία του Ανδρέα Κάλβου»

Αλήθεια είναι ότι ένα μεγάλο μέρος των επιστολών είχε δημοσιευτεί. Συνήθως, όμως, πλην μιας εξαιρέσεως, επρόκειτο για σκόρπιες δημοσιεύσεις, με ελάχιστο σχολιασμό, κάποτε χωρίς μετάφραση. Το πιο σημαντικό, όμως, είναι –κι αυτό θέλει να θεραπεύσει ετούτη η δουλειά– ότι το υλικό αυτό ποτέ ως σήμερα δεν αξιοποιήθηκε πραγματικά. Αυτό συνδέεται, κατά τη γνώμη μου, με ένα ευρύτερο πρόβλημα των καλβικών σπουδών. Οι Έλληνες φιλόλογοι (γιατί οι φιλόλογοι έχουν ασχοληθεί με τον Κάλβο) αναζητούν πάντα τον Κάλβο των Ωδών: τον Έλληνα ποιητή των ελληνικών ποιημάτων. Όμως, η αλληλογραφία που διαθέτουμε αφορά σε πολύ μεγάλο βαθμό τον Κάλβο πριν γράψει τις Ωδές, ουσιαστικά από το 1812 μέχρι το 1822-23. Σ’ αυτά τα χρόνια, μέσα από τις επιστολές, τον παρακολουθούμε σχεδόν μέρα με τη μέρα. Από την περίοδο που δημοσιεύει τις Ωδές δεν σώζεται καμία επιστολή. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1820 και μετά, η αλληλογραφία παρουσιάζει, μέχρι στιγμής, μεγάλα χάσματα.

Για όποιον λοιπόν αναζητούσε ή αναζητά τον Κάλβο των Ωδών οι επιστολές μοιάζουν, αν όχι άχρηστες, πάντως δευτερεύουσας σημασίας. Έτσι, όταν το 1963 ο Μάριο Βίττι εξέδωσε τις πολύτιμες Πηγές για τη βιογραφία του Κάλβου, τη μόνη μέχρι σήμερα συστηματική εργασία, όπου περιέχεται μεγάλος αριθμός επιστολών της περιόδου 1813-1820 (δυστυχώς χωρίς μετάφραση και με ελάχιστο σχολιασμό), πολλοί αναρωτήθηκαν «και τι μας χρειάζονται τώρα όλα αυτά». Ο Κ.Θ Δημαράς, σε μια βιβλιοκρισία του, απάντησε: Βεβαίως και μας χρειάζονται για να κατανοήσουμε την προεργασία, το έργο «“από μέσα”, όχι, δηλαδή, στη στατική του συγκρότηση, αλλά γενετικά, στη διάπλασή του». Συνέχεια ανάγνωσης