Πέφτει η αυλαία για το το «Αμφι-Θέατρο»;

Standard

ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ Ι. ΑΣΔΡΑΧΑ, ΤΟΥ ΣΠ. ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΥ, ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΤΣΑ ΚΑΙ ΜΕΛΩΝ ΔΕΠ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΘΕΑΤΡΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

 

Ο Σπύρος Ευαγγελάτος

Η πρόσφατη απόφαση του Σπύρου Ευαγγελάτου να προχωρήσει στην αναστολή των εργασιών του «Αμφι-Θεάτρου», για οικονομικούς λόγους, είναι ένα γεγονός που όχι μόνο κινητοποίησε τους θεατρόφιλους και ευρύτερα τους ανθρώπους που νοιάζονται για τον πολιτισμό, αλλά επιπλέον φέρνει, με δραματικό τρόπο, στο προσκήνιο το μέγα ζήτημα της κρατικής χρηματοδότησης και πολιτικής για το θέατρο και τον πολιτισμό — που όλο και συχνότερα αντιμετωπίζονται ως «πολυτέλεια» από την πολιτεία. Όσον αφορά συγκεκριμένα το «Αμφι-Θέατρο», η συνεισφορά του στη θεατρική παιδεία και πολιτισμό μας είναι δεδομένη, στα τριάντα έξι χρόνια της λειτουργίας του. Θυμίζουμε ότι κάλυψε ένα μεγάλο φάσμα κλασικού ρεπερτορίου (από τους αρχαίους τραγικούς μέχρι Σαίξπηρ, Μολιέρο, Σίλλερ, Μπύχνερ, Ίψεν, Τσέχοφ, Πιραντέλο, Στρίντμπεργκ και πολλούς άλλους), ενώ πρέπει να τονιστεί και η παρουσίαση σχεδόν άγνωστων και πολύ λίγο παιγμένων έργων της νεοελληνικής γραμματείας (κρητικό θέατρο, Κατσαΐτης, Μοντσελέζε κ.ά.). Επίσης, δεν πρέπει να λησμονήσουμε τη διεθνή παρουσία του, καθώς τα περίφημα προγράμματά του, που συμπεριελάμβαναν, εκτός των άλλων στοιχείων και το πλήρες κείμενο. Ζητήσαμε την άποψη για το ζήτημα του Σπύρου Ευαγγελάτου, του σκηνογράφου Γιώργου Πάτσα (για πολλά χρόνια συνεργάτη του «Αμφι-Θεάτρου») και του ιστορικού Σπύρου Ι. Ασδραχά, παλαιού και καλού φίλου των «Ενθεμάτων». Δημοσιεύουμε επίσης ένα σχετικό κείμενο μελών ΔΕΠ του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Στρ. Μπ.

 

Το Αμφι-Θέατρο ή για Λακεδαιμονίους θα μιλάμε τώρα;

Του Σπύρου Ι. Ασδραχά

 

Αφίσα του Γιώργου Πάτσα για τον «Πλούτο» του Αριστοφάνη (1978)

Θεωρώ ότι είναι μια χαρακτηριστική πράξη πνευματικής αντίστασης η συνηγορία σας υπέρ του Αμφι-Θεάτρου, που το δημιούργησε ο Σπύρος Αντιόχου Ευαγγελάτος, η σκηνοθετική ευρηματικότητα του οποίου έχει τη συνέχειά της στην ιδιοπροσωπία της θυγατέρας του Κατερίνας.

Δεν είμαι θεατρολόγος και, το χειρότερο, από καιρό δεν παρακολουθώ αμέσως τις εκδηλώσεις της καλλιτεχνικής μας ζωής. Διαβάζω και ακούω περισσότερο παρά βλέπω και συμπαρίσταμαι. Ωστόσο, δεν είναι προπέτεια να διατυπώσω μια γνώμη, εκείνη του ερασιτέχνη ακροατή και δέκτη.

Δεν έχω, συνεπώς, την αρμοδιότητα να μιλήσω για το θεατρικό εγχείρημα του Σπύρου Ευαγγελάτου και της συντρόφου της ζωής του, της Λήδας Τασοπούλου. Θα πω μόνο ότι ο Σπύρος Ευαγγελάτος δεν είναι μόνο δημιουργικός άνθρωπος του θεάτρου και θεατρολόγος. Είναι συγχρόνως κάτοχος μιας ευρύτερης παιδείας, φιλολογικής και ιστορικής. Αυτή την παιδεία μεταρσίωσε σε πράξη αισθητική, ως σκηνοθέτης και επιλογέας των έργων που ανέβασε στο παλκοσένικο: ανήκουν σε πολλά θεατρικά είδη και σε επίσης πολλές εποχές. Αν δεν προδίδω το σκεπτικό του, νομίζω ότι γι’ αυτόν, όπως ανάμεσα σε άλλους και για τον Θεοδόση Μουστοξύδη, αντικείμενο της Αισθητικής δεν είναι η διατύπωση των κανόνων του Ωραίου, αλλά οι αντιλήψεις για το ωραίο και οι εφαρμογές τους: πρόκειται για πρόβαση ιστορική και για πρόσληψη από την πλευρά των δεκτών που προϋποθέτει την αίσθηση της Ιστορίας, δηλαδή την ποιοτική διαφορετικότητα της χρονικότητας, παρά την ύπαρξη ενός υφέρποντος ενοποιητικού νοήματος.

Τούτο σημαίνει ότι η πλησμονή των μορφών οδηγεί στην ανατροπή τους, και συνολικώς στη διαφοροποίηση του περιεχομένου και της μορφής των έργων της Τέχνης, αλλά τούτο δεν σημαίνει ότι η επικράτηση μιας μορφής σβήνει τις υπόλοιπες, ότι η μόδα καταργεί το Πνευματικό συνεχές στο όνομα κάποιου διαχρονικού Ωραίου.

Αναμηρυκάζω αυτές τις κοινοτοπίες, για να πω ότι ο Σπύρος Ευαγγελάτος τόλμησε να αναπαραστήσει έργα εκτός μόδας και εκτός της αχρονικής αντίληψης για το απόλυτο Ωραίο: συμπεριφέρθηκε ως ιστορικός που θέλησε να εδραιώσει στο πεδίο του την ιστορικοκρατούμενη αυτογνωσία· δεν έκανε «μουσειακές» αναπαραστάσεις, αλλά μετέγραφε το θεατρικό κείμενο σε μια σύγχρονη, νομίζω ευρηματική, σκηνοθετική «γλώσσα».

 

Αφίσα του Γιώργου Πάτσα για τον «Γουανάκο» του Ψυχάρη (1980)

Για να ευοδωθεί αυτό το σχέδιο συναίρεσης του καθιερωμένου με το απολησμονημένο, δεν αρκούσαν τα οικονομικά και τα λογιστικά μιας επιχείρησης: χρειαζόταν η έγνοια μιας Πολιτείας που θα έκανε «επενδύσεις» στη διαμόρφωση ενός πολιτισμού χωρίς μακροχρονικούς ταμειακούς υπολογισμούς. Τούτο έλειψε σήμερα, παρεπόμενο μιας γενικότερης αποδόμησης που αναχωνεύεται στον λεγόμενο μαζικό πολιτισμό. Θα είμουν ο τελευταίος που θα έλεγε ότι η διατροφική σοφία που λέγεται πίτα ή πίτσα δεν είναι πολιτισμός· αλλά, μαζί με άλλους, θα έλεγα ότι η πίτσα και ο Σαίξπηρ δεν συνδέονται με ένα «ίσον».

Το Αμφι-Θέατρο, λοιπόν, σφαλίζει τα πορτοπαράθυρά του, ενώ άλλα πορτοπαράθυρα υψηλού πολιτισμικού περιεχομένου ανοίγουν διάπλατα με τη (δημοκρατική;) ελπίδα της οικονομικής ανταποδοτικότητας. Και πάλι, αν δεν παρερμηνεύω το σκεπτικό του Σπύρου Ευαγγελάτου, εκείνο το «αμφί» δήλωνε μια συμμετοχικότητα μέσω του παιχνιδιού της αμφισημίας. Αλλά για Λακεδαιμονίους θα μιλάμε τώρα;

 

H αναγκαστική αναστολή της λειτουργίας του «Αμφι-Θεάτρου»

του Σπύρου Ευαγγελάτου

Οδηγήθηκα στην αναγκαστική αναστολή της λειτουργίας του «Αμφι-Θεάτρου» για τρεις λόγους. Πρώτον, επειδή φέτος δεν θα δοθεί κρατική επιχορήγηση, από το Υπουργείο Πολιτισμού. Δεύτερον, επειδή το ενοίκιο (το κτίριο ανήκει σε ιδιώτη) είναι εξαιρετικά υψηλό, 9.000 ευρώ τον μήνα — δυσβάσταχτο ή, μάλλον, αβάσταχτο για μας. Τρίτον, επειδή δεν ενεκρίθη η πρότασή μας προς το Ελληνικό Φεστιβάλ να παρουσιάσουμε στην Επίδαυρο τον Φιλοκτήτη του Σοφοκλή, σε νέα μετάφραση του Κώστα Γεωργουσόπουλου, μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, σκηνικά και κοστούμια του Γιώργου Πάτσα, σκηνοθεσία δικιά μου, με τον Γιώργο Κιμούλη στον επώνυμο ρόλο. Αυτοί ήταν οι βασικοί λόγοι που με οδήγησαν στην απόφαση της αναστολής της λειτουργίας του «Αμφι-Θεάτρου». Συνέχεια ανάγνωσης