Αμφίπολη: εικόνες από το μέλλον;

Standard

«ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ»: ΕΘΝΟΣ, ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ-1

του Σταθη Γκότση και της Ολγας Σακαλη

Για την ανασκαφή στην Αμφίπολη έχουν γραφτεί και ειπωθεί πολλά ως τώρα. Και θα ακολουθήσουν ασφαλώς περισσότερα, καθώς η αρχαιολογική έρευνα θα προχωρά. Ανεξάρτητα πάντως από τη σημασία του ίδιου του ευρήματος και την έκβαση της σχετικής επιστημονικής συζήτησης, μοιάζει να έχουν ήδη διαμορφωθεί οι συνθήκες που θα αφήσουν εφεξής το στίγμα τους στα αρχαιολογικά πράγματα του τόπου.

Ο εναγκαλισμός μιας εν εξελίξει ανασκαφής (και δη στα αρχικά της στάδια) από τον ίδιο τον πρωθυπουργό είναι ασφαλώς καινοφανής, όπως άλλωστε και ο επικοινωνιακός θόρυβος που ξέσπασε έκτοτε. Δεν ήταν ωστόσο τυχαία φαινόμενα. Είναι πλέον ορατό ότι η a priori σύνδεση του μνημείου με τον Μέγα Αλέξανδρο (ή… έστω με τον κύκλο του) αξιοποιείται από τους κυβερνώντες ως μια εξαιρετική ευκαιρία για άσκηση πολιτικής, τόσο εσωτερικής (σε μια περίοδο που μερικοί πιστεύουν ακόμη πως η ανάταξη του εθνικού φρονήματος μπορεί να υπερκεράσει τις κοινωνικές επιπτώσεις από τη μακροχρόνια μνημονιακή πολιτική) όσο και εξωτερικής απέναντι σε έναν αντίπαλο εθνικισμό, ακόμη και ως διπλωματικό χαρτί αναβάθμισης της διεθνούς εικόνας της χώρας.

Tζόρτζιο ντε Κίρικο, «Αριάδνη», 1913

Ανεξάρτητα από τα πρόσκαιρα επικοινωνιακά οφέλη που ενδεχομένως προσπορίζει στο κυβερνητικό στρατόπεδο, η περίπτωση της Αμφίπολης τείνει να συγκροτήσει ένα νέο μοντέλο ανασκαφικής έρευνας και διαχείρισης των μνημείων. Καταρχάς, το ίδιο το εύρημα σχεδόν «εκβιάζεται» να εκπληρώσει προσδοκίες (και προφητείες) τόσο ως προς το χαρακτήρα, τη χρονολόγηση και το περιεχόμενό του όσο και ως προς τους ρυθμούς με τους οποίους θα «αποκαλύψει τα μυστικά και την ταυτότητα του ενοίκου του». Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η επίκληση των βασικών αρχών δεοντολογίας φαντάζει ως ένας περίπου εμμονικός και σίγουρα απαρχαιωμένος λόγος μιας επιστημονικής συντεχνίας. Το προτεινόμενο νέο μοντέλο έχει διαμορφωθεί: οι προκαταρκτικές υποθέσεις εργασίας γίνονται θέσφατα εγκλωβίζοντας την ίδια την πορεία της έρευνας, ενώ η «αξία» του ευρήματος καθορίζεται από τη δυνατότητά του να συνδεθεί με μια αφήγηση ένδοξου εθνικού παρελθόντος, επώνυμων προσώπων ή εντυπωσιακού πλούτου. Τέλος, η ανασκαφική έρευνα οφείλει να προχωρά γρήγορα ή πάντως να προσαρμόζεται στους χρόνους που εξυπηρετούν συγκυριακές επιδιώξεις. Συνέχεια ανάγνωσης

Aρχαιότητα, εξουσία και εκπαίδευση

Standard

«ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ»: ΕΘΝΟΣ, ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ-2

 του Νίκου Παπαδημητρίου


Ζούμε σε μια χώρα όπου η αρχαιότητα χρησιμοποιείται από την εξουσία ποικιλοτρόπως: ως μέσο προσωπικής προβολής (βλ. Α. Σαμαράς), ως πεδίο συλλογικής προγονολατρίας («περιμέναμε 2300 χρόνια», κατά τον υπουργό Πολιτισμού, για τα ευρήματα της Αμφίπολης), ως ένδειξη φυλετικής υπεροχής («όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες αυτοί έτρωγαν βελανίδια», κατά τον πρώην υφυπουργό Ν. Αθανασόπουλο), ακόμη και ως μέσο νομιμοποίησης της κρατικής βίας (το πρόσφατο πογκρόμ εναντίον μεταναστών ως «Ξένιος Δίας» και παλαιότερα η Μακρόνησος ως «νέος Παρθενών»). Το ότι αυτό αντανακλά την υπέρμετρη σημασία του παρελθόντος για την ελληνική κοινωνία είναι βέβαιο. Το ερώτημα είναι γιατί συμβαίνει και πώς η εξουσία απέκτησε μια τόσο προνομιακή σχέση με την αρχαιότητα, ώστε να μπορεί να τη χρησιμοποιεί με τους πλέον στρεβλούς τρόπους.

Tζόρτζιο ντε Κίρικο, «Οι αρχαιολόγοι», 1968

Εν αρχή ην η ιδέα της αδιάλειπτης συνέχειας του έθνους από τους αρχαίους χρόνους έως σήμερα. Η ιδέα αυτή διαμορφώθηκε σταδιακά στη διάρκεια του 19ου αιώνα. Από τους πρώτους που επιχείρησαν μια τέτοια σύνδεση με στόχο την «εθνική αφύπνιση του γένους» ήταν ο Ρήγας Φεραίος στη Χάρτα του (1797), όπου περιέλαβε αρχαία τοπωνύμια δίπλα σε σύγχρονα, απεικονίσεις αρχαίων μαχών και νομισμάτων και άλλες ιστορικές αναφορές. Ο Ρήγας, βεβαίως, εμπνεόταν από τη Γαλλική Επανάσταση και οραματιζόταν μια καθολική εξέγερση εναντίον της οθωμανικής απολυταρχίας, στην οποία θα συμμετείχαν «Βούλγαροι κι Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί, αράπηδες και άσπροι με μια κοινή ορμή» (Θούριος).

Αυτή η κοινωνική διάσταση του «εθνικού» αγνοήθηκε, φυσικά, από τη βαυαρική μοναρχία, η οποία αντιμετώπισε την αρχαιότητα κυρίως ως μέσο προβολής της νέας της κτήσης στη Δυτική Ευρώπη. Ευνόησε την αρχαιολογία (θεσπίζοντας Αρχαιολογική Υπηρεσία και πανεπιστημιακή σχολή), όπως και τη νεοκλασική αρχιτεκτονική, την αρχαιοπρεπή ονοματοδοσία οδών και την ίδρυση νέων πόλεων δίπλα σε αρχαίες (π.χ. Σπάρτη, Ερέτρια), δεν επιχείρησε όμως να συνδέσει ευθέως την αρχαιότητα με το παρόν. Άλλωστε, η διδασκαλία της ιστορίας ήταν ακόμη προαιρετική στη βασική εκπαίδευση, οι δε ανασκαφές εστίαζαν αποκλειστικά στα κλασικά μνημεία της Αθήνας, ενώ κατάλοιπα άλλων εποχών (συμπεριλαμβανομένης της βυζαντινής) συχνά κατεδαφίζονταν προς χάριν του «οράματος του κλασικισμού». Συνέχεια ανάγνωσης

Το τέλος της αθωότητας

Standard

«ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ»: ΕΘΝΟΣ, ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ-3

 της Δέσποινας Καταπότη

Δεν είναι λίγα τα άρθρα στον Τύπο και το διαδίκτυο, τον τελευταίο καιρό, που επισημαίνουν ότι η επιστήμη της αρχαιολογίας έχει λειτουργήσει (πολλές φορές, και όχι μόνο στην περίπτωση του τύμβου Καστά) ως εργαλείο αναπαραγωγής της εθνικής αφήγησης. Η άποψη δεν είναι νεοφανής: τα τελευταία τριάντα –τουλάχιστον– χρόνια, σε πολλούς γνωστικούς κλάδους των ανθρωπιστικών επιστημών, πλην της αρχαιολογίας, η σχέση παρελθόντος και έθνους βρίσκεται στο επίκεντρο του ερευνητικού ενδιαφέροντος, αποτελώντας ένα από τα δημοφιλέστερα αντικείμενα μελέτης και ακαδημαϊκής παραγωγής. Δεν έχω, ασφαλώς, την πρόθεση να υποτιμήσω τον δικαιολογημένο προβληματισμό της αρχαιολογικής κοινότητας αναφορικά με τις τρέχουσες ιδεολογικοπολιτικές χρήσεις του τύμβου Καστά. Με προβληματίζει, ωστόσο, το ότι απέναντι στο ζήτημα της εθνικοποίησης του παρελθόντος, με (νέα) αφορμή την Αμφίπολη, η αρχαιολογική κοινότητα αντιτάσσει, ως λύση στο πρόβλημα, την επιστροφή στην επιστημονική διαδικασία: Αφήστε επιτέλους τους αρχαιολόγους να κάνουν τη δουλειά τους! Τι ακριβώς σημαίνει όμως αυτό;

06-catapoti

Tζόρτζιο ντε Κίρικο, » Ο κουρασμένος τροβαδούρος», 1960

Πριν λίγες μέρες, στο ιστολόγιό του Nomadic Universality, ο Άκης Γαβριηλίδης έθεσε το ίδιο ακριβώς ερώτημα. Και υποστήριξε ότι ο ρόλος της αρχαιολογίας στη διαδικασία συγκρότησης του εθνικού φαντασιακού στην Ελλάδα την καθιστά ουσιαστικά «μια επιστήμη χωρίς υποκείμενο και σκοπό». Εάν σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της, λέει ο Γαβριηλίδης, η αρχαιολογία υπήρξε μια θεσμοποιημένη πράξη καταστροφής του παρελθόντος και, επιπλέον, ο νόμιμος προστάτης της εθνικής πολιτισμικής κληρονομιάς, πόσο εφικτό είναι να διεκδικήσει λόγο ύπαρξης εκτός του πλαισίου του εθνικού «κτητισμού»; Κατά κανόνα, η απάντηση των αρχαιολόγων είναι ότι το έργο τους συνιστά, πάνω από όλα, μια επιστημονική πράξη, πέρα από θεωρίες και ιδεολογίες, η οποία μέσα από τη συστηματική μελέτη των εμπειρικών της δεδομένων επιτυγχάνει την ανασύσταση του παρελθόντος. Μπορούμε ωστόσο, σήμερα, να μιλάμε αβίαστα για μια «καθαρή», «αντικειμενική» επιστημονική διαδικασία; Συνέχεια ανάγνωσης