Όμως εγώ παραδέχτηκα την ήττα…

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

 Άρθουρ Ντόουβ, «Κόκκινος ήλιος», 1935


Άρθουρ Ντόουβ, «Κόκκινος ήλιος», 1935

Ο τίτλος, καρφωμένος στο μυαλό μου εδώ και δυο βδομάδες, προσπαθεί να εκφράσει δύο βασικά, για μένα, πράγματα, προκειμένου να συνεχίσουμε: την ήττα και την παραδοχή της. Θα προσπαθήσω να τα εξηγήσω, μαζεύοντας τη σκέψη και τα κουράγια μου.

α) Λέμε όλοι, και σωστά, ότι η συμφωνία (θα) είναι κακή, απέχει από το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, συνιστά ήττα. Ασφαλώς. Όμως πρόκειται για κάτι πολύ παραπάνω. Όχι μόνο δεν ακυρώσαμε τα Μνημόνια, αλλά θα υπογράψουμε ένα καινούργιο· κι αυτό δεν είναι «λεπτομέρεια», αλλά σεισμός, καθώς η κατάργηση των Μνημονίων υπήρξε, τα τελευταία χρόνια, κορμός της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, συνεκτικό του στοιχείο και βασικός λόγος της ανόδου του. Έτσι, η ήττα πλήττει συνολικά τη δυνατότητα άσκησης πολιτικής εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ. Ας υποθέσουμε, λ.χ., ότι (αν και μοιάζει απίθανο σήμερα) χάνει τις επόμενες εκλογές· σε ποια βάση θα αντιπολιτευθεί και θα αντιπαλέψει το Μνημόνιο, αφού το έχει αποδεχθεί;

Υπάρχει, εδώ, μια ποιοτική διαφορά, σε σχέση με άλλες ήττες (ενός συνδικάτου, λ.χ.): η άσκηση της εξουσίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ, καθώς βρίσκεται στην κυβέρνηση, είναι αναγκασμένος –με όποιες «ρωγμές»– να εφαρμόσει τα αντίθετα από όσα έλεγε.

β) Η ήττα αφορά, αν και σε διαφορετικό βαθμό, όλους όσους υποστηρίξαμε το πολιτικό σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ. Ασφαλώς, ο ρόλος της Μέρκελ και του Σόιμπλε είναι καθοριστικός, και η όλη ιστορία αποκαλυπτική για την «υπαρκτή Ε.Ε.». Ωστόσο, αυτό δεν συνιστά άλλοθι, για να καταλήξουμε ότι, τελικά, εμείς δεν φταίμε. Όχι, δεν τα λέγαμε καλά· και το γράφω, ασφαλώς, και σε ό,τι με αφορά. Και η διάθεση ωραιοποίησης ή υπεκφυγής μου φαίνεται ό,τι χειρότερο· χρειάζεται, νομίζω, συναίσθηση, αναστοχασμός αλλά και, πώς να το πω, ταπεινότητα, συντριβή· όχι για να σκύψουμε το κεφάλι, αλλά για μπορούμε να κοιτάζουμε τους άλλους στα μάτια. Συνέχεια ανάγνωσης

2013, η χρονιά που τίμησε τα παντελόνια της

Standard

ΔΙΑΦΟΡΙΔΙΑ – ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ

της Αγγέλικας Ψαρά

Aπό το μπλογκ terminalcaseofwhimsy.blogspot.gr

Aπό το μπλογκ terminalcaseofwhimsy.blogspot.gr

Εντάξει. Τα κουβεντιάσαμε και φάνηκε να ομονοούμε. Συνεννοηθήκαμε, υποτίθεται, πως στους ασφυκτικούς καιρούς των μνημονίων, ο σεξισμός και η ομοφοβία γνωρίζουν πρωτοφανή έξαρση. Ας το επαναλάβω, κι ας επαναληφθώ: στα συμφραζόμενα της κρίσης, οι κοινωνικές και πολιτικές αναταράξεις που προκαλεί το περιβόητο καθεστώς δημοσιονομικής έκτακτης ανάγκης δεν οδηγούν απλώς σε σκλήρυνση των έμφυλων ιεραρχιών. Συνοδεύονται και από την όλο και ευκρινέστερη διάχυση στη δημόσια σφαίρα ακραία σεξιστικών, ομοφοβικών και ρατσιστικών λόγων και πρακτικών. Σε πείσμα των συνήθων ιεραρχήσεων, οι νέες αυτές πραγματικότητες δεν συνιστούν ένα αδιάφορο υποκεφάλαιο, μια ανώδυνη λεπτομέρεια, της τρέχουσας πολιτικοοικονομικής συγκυρίας. Φωλιάζουν στον σκληρό της πυρήνα και, ενδεχομένως, εγγυώνται τη συνοχή του.

   Τα μιλήσαμε, λοιπόν. Αλλά τα συμφωνήσαμε; Καθώς ο καιρός περνά και η ατμόσφαιρα βαραίνει, πληθαίνουν και οι ενδείξεις ότι μία από τις επιπτώσεις της «κρίσης» –μία από τις επιπτώσεις της ή, μήπως, και έναν από τους υπόρρητους μηχανισμούς εδραίωσης και αναπαραγωγής της;– συνιστά και η σταδιακή επικράτηση ενός ιδιότυπου πολιτικού ιδιώματος βασισμένου στην πιο απροκάλυπτη ομοφοβία, στον πιο απενοχοποιημένο σεξισμό. Ασφαλώς και η γνησιότερη εκδοχή του επιθετικά «ανδρικού» αυτού ιδιώματος μπορεί εύκολα να διεκδικηθεί από τη Χρυσή Αυγή ή από πολιτικούς της συνομοταξίας του Φ. Κρανιδιώτη. Μην έχοντας, πάντως, φροντίσει να δημιουργήσει αποτελεσματικά αναχώματα, κανένας πολιτικός χώρος δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι παραμένει ανέγγιχτος από τη μολυσματική του επίδραση. Δεν ήταν έτσι λίγοι εκείνοι που μέσα στο 2013 έσπευσαν να καυχηθούν για τα τιμημένα παντελόνια τους. Τα τίμησαν, λοιπόν, τα παντελόνια τους –κατά δήλωσή τους, τουλάχιστον– βουλευτές και δημοσιογράφοι, ηθοποιοί και αθλητικοί παράγοντες. Έφτασε να τα τιμήσει και ο διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου.    

Άλφρεντ Γκόκελ, "Ο χορός του Ζορμπά"

Άλφρεντ Γκόκελ, «Ο χορός του Ζορμπά»

Εύκολο να προσληφθεί η βρακοφόρα αυτή επιδημία ως αναμενόμενη παρενέργεια της προϊούσας εξαχρείωσης της πολιτικής ζωής, του ευδιάκριτου πλέον εκφυλισμού της κοινοβουλευτικής κουλτούρας. Είναι, όμως, μόνον αυτό; Μήπως ταυτόχρονα έχουμε να κάνουμε με δημόσιους λόγους που αντλούν τη νομιμοποίησή τους από την υπόρρητη σύνδεσή τους με αρχαϊκές προϊδεάσεις και συγκαιρινούς φόβους για τους κινδύνους που συνεπάγεται η διασάλευση (και) της έμφυλης τάξης του κόσμου; Είναι βέβαιο ότι, σε συνθήκες ανασφάλειας και απόγνωσης, η προσφυγή σε κάποιες «προαιώνιες» σταθερές μπορεί και να λειτουργεί καθησυχαστικά. Γιατί, όσο κι αν μοιάζει παράδοξο, η υποταγή στις υποτιθέμενες επιταγές της «φύσης», με άλλα λόγια στο βιολογικό ή/και ανατομικό «πεπρωμένο», έχει και τις παρηγορητικές της πλευρές. Ας μην αποσυνδέσουμε, επομένως, το πολεμόχαρο αντριλίκι του δημόσιου πολιτικού λόγου από τη γενικότερη συντηρητική αναδίπλωση του τελευταίου καιρού. Ίσως έτσι μπορέσουμε να αποκρυπτογραφήσουμε και ορισμένους από τους μηχανισμούς που επέτρεψαν στη Χρυσή Αυγή να εδραιωθεί τόσο αποτελεσματικά σε συγκεκριμένες κατηγορίες ψηφοφόρων – κατά κύριο λόγο ανδρών. Στα συμφραζόμενα αυτά, ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά η γενικευμένη πλέον αναφορά στην «ελληνική οικογένεια» ως αποκλειστικό –όσο και φαντασιακό– δικαιούχο της όποιας κρατικής μέριμνας. Την ίδια ώρα, παντοδύναμες αποδεικνύονται και οι τρέχουσες –αν και παμπάλαιες– εννοιολογήσεις της μητρότητας ως απαράβατου προορισμού των γυναικών, βιολογικού όσο και κοινωνικού. Τυχαία αντιμετωπίζουν σήμερα ορισμένες γυναικείες κινήσεις τον τοκετό ως το απόλυτο γυναικείο δικαίωμα;

   Πολυκαιρισμένες αγκυλώσεις  ενδύονται σύγχρονο μανδύα και  συνυφαίνονται με τους δημόσιους λόγους της κρίσης. Σκέφτομαι πως το πρόβλημα δεν είναι μόνο –ή δεν είναι τόσο– η αορατότητα των νέων αυτών πραγματικοτήτων όσο η διαπίστωση της εσωτερικής τους συνάφειας. Ούτως ή άλλως, η συστηματική υπονόμευση της κληρονομιάς της μεταπολίτευσης συμπαρασέρνει κάμποσες δύσκολα κερδισμένες κοινωνικές ευαισθησίες, διευκολύνοντας, μεταξύ άλλων, το πέρασμα από την παραδοσιακή γελοιογράφηση του φεμινισμού στην απροκάλυπτη πλέον δαιμονοποίησή του. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο ΣΚΑΪ, ο Τράγκας και οι κριτικοί

Standard

του Γιάννη Σκλαβούνου

«Για τη νέα επίθεση, η μεταφυσική θα πρέπει να αισθάνεται περήφανη·

τη συγχέουν με τη σκέψη»

Μαξ Χορκχάιμερ, «Η νεότερη επίθεση κατά της μεταφυσικής»

Τζωρτζ Γκρος, «Ο προπαγανδιστής» (αλληγορία για τον Χίτλερ), 1928

Τζωρτζ Γκρος, «Ο προπαγανδιστής» (αλληγορία για τον Χίτλερ), 1928

Σε πολλούς προξένησε ίσως εντύπωση η απόφαση του ΣΚΑΪ να δώσει εβδομαδιαίο τηλεοπτικό βήμα στον Γιώργο Τράγκα. Καθώς το ζήτημα παρουσιάζει γενικότερο ενδιαφέρον, αξίζει να σταθούμε σ’ αυτό.

Ανάμεσα στις πολλές διαφοροποιήσεις εντός του λεγόμενου «αντιμνημονιακού χώρου», μπορούμε να ξεχωρίσουμε δύο διακριτούς πόλους: εκείνον των «ακροδεξιών συνωμοσιολόγων» και εκείνον των «κριτικών». Ο πρώτος πόλος είναι αυτός που εκπροσωπεί εν πολλοίς ο Γ. Τράγκας και οι εκπομπές του. Σκληρά και στείρα αντιμνημονιακός, με έντονο εθνικιστικό περιεχόμενο, λαϊκιστικός, συνθηματολογικός, αστήριχτος και με βασικό χαρακτηριστικό του την ακατάσχετη συνωμοσιολογία. Στο πλαίσιο αυτού του λόγου (discourse), οι Έλληνες παρουσιάζονται ως ένας περιούσιος λαός, ο οποίος δέχεται επίθεση από ξένες δυνάμεις που ορέγονται την Ιστορία του και τα δήθεν κρυμμένα κοιτάσματα πετρελαίου του, από τοκογλύφους κερδοσκόπους του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού (όπως ο Σόρος), από το εγχώριο «δοσίλογο» πολιτικό προσωπικό, τους Εβραίους και φυσικά τους μετανάστες — ενώ συχνά ως βασική αιτία της κατάστασης αναφέρονται οι περίφημοι «αεροψεκασμοί» (μάλιστα, το έναυσμα για να γραφεί αυτό το σχόλιο έδωσε η αφιερωμένη στους υποτιθέμενους αυτούς αεροψεκασμούς εκπομπή του Γ. Τράγκα, στις 9 Ιουνίου). Σε πολιτικό επίπεδο, αυτός ο χώρος εκφράζεται σε μεγάλο βαθμό από τον Πάνο Καμμένο και τους Ανεξάρτητους Έλληνες, αλλά και τη Χρυσή Αυγή.

Στον αντίποδα, υπάρχει ο πόλος των κριτικών. Σε πλήρη αντίθεση με τον προηγούμενο, εδώ εντάσσονται όσοι προσπαθούν να αρθρώσουν έναν κριτικό αριστερό λόγο που θα αντιπαρατεθεί στις ασκούμενες πολιτικές με τελείως διαφορετικό τρόπο. Γι’ αυτό τον λόγο (discourse), το κύριο διακύβευμα είναι η δημοκρατία: Λαμβάνοντας θέση και έχοντας ένα συγκεκριμένο χειραφετητικό ενδιαφέρον/συμφέρον, στέκεται απέναντι στην υποχώρηση της πολιτικής και την αντικατάστασή της από την τεχνοκρατική επιτελεστική διαχείριση, απορρίπτει τις ερμηνείες που θέλουν για όλα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα σήμερα να φταίνε συλλήβδην οι Έλληνες και η «αμαρτωλή μεταπολίτευση», προσπαθεί να προασπίσει το δημοκρατικό και κοινωνικό κεκτημένο της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας. Συνέχεια ανάγνωσης