O αντιρατσισμός σαν μουρουνόλαδο – και ο ρατσισμός σαν σπάνια ζωονόσος

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

Έργο του Όσκαρ Κοκόσκα

Έργο του Όσκαρ Κοκόσκα

Την Τρίτη και την Παρασκευή παρακολούθησα, σχεδόν ολόκληρες, τις δύο συνεδριάσεις της Βουλής για το «αντιρατσιστικό νομοσχέδιο». Αν κάτι μου έκανε εντύπωση στις τοποθετήσεις των κυβερνητικών βουλευτών, ήταν η γλώσσα: η γλώσσα του στόματος, αλλά και η γλώσσα του σώματος. Γιατί αυτές οι δύο γλώσσες μας λένε πολλά για τη στάση της κυβέρνησης.

Ήταν φανερό ότι βουλευτές της Ν.Δ. ένιωθαν άβολα· σφίγγονταν. Σαν να σε βάζουν να καταπιείς μια κουταλιά μουρουνόλαδο, που δεν το θέλεις, έχει απαίσια γεύση, αλλά τι να κάνεις; Είναι αναγκαίο και ωφέλιμο, έτσι λένε οι μεγαλύτεροι (εν προκειμένω, οι Ευρωπαίοι). Κι αν ήταν στο χέρι σου δεν θα το ’παιρνες – και γι’ αυτό κοιτάς γύρω γύρω, μόλις βρεθείς μόνος να τρέξεις να το φτύσεις. Σαν να έβαζες, ας πούμε, βουλευτές του ΚΚΕ ή του ΣΥΡΙΖΑ να επιχειρηματολογούν πόσο λαμπρή είναι η μείωση των μισθών και η ιδιωτικοποίηση των αιγιαλών. Και έτσι οι Νεοδημοκράτες έλεγαν περί εναρμονισμού της νομοθεσίας και συγχρόνου πλαισίου, για τη «μακρά γενεσιουργό δημοκρατική παράδοση» της χώρας, τα «ελάχιστα κρούσματα» και άλλα τέτοια, σαν σε σχολική έκθεση. Και, βέβαια, για τις γενοκτονίες, τις γενοκτονίες, τις γενοκτονίες. Αλλά γι’ αυτές θα πω παρακάτω.

Με τους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ περνάγαμε σε άλλη επικράτεια. Εδώ κυριαρχούσε μια αίσθηση ανεμελιάς. Πλατσούριζαν ανάλαφρα στην καταγγελία του κακού –ή μάλλον κάκιστου– πράγματος που είναι ο ρατσισμός: πουλάκια (τσίου), λουλουδάκια, ένα προβατάκι που έβοσκε ξέγνοιαστο στο λιβάδι, μια λιμνούλα (αχ!), αντιρατσιστικά χαμομήλια και κυκλάμινα, λειμών θεσπέσιος ανθεάων, και κάπου στο βάθος, σαν καπνός, σαν ίσκιος, σαν δυσοίωνο μαύρο νέφαλο ο μπαμπούλας – εεε… συγγνώμη, ο Ρατσισμός (με ρω κεφαλαίο). Λες και δεν βρισκόμαστε στην Ελλάδα του 2014 με τη Μανωλάδα, τη δολοφονία του Λουκμάν, τα τάγματα της Χρυσής Αυγής και τόσα άλλα. Αν άκουγες λοιπόν μόνο τις ομιλίες των βουλευτών της συγκυβέρνησης είχες την αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε άλλο χωροχρόνο, αφού ο ρατσισμός αντιμετωπιζόταν σαν κάποια σπάνια ζωονόσος, η λύσσα λ.χ. – λίαν επικίνδυνη, αλλά ουσιαστικά ανύπαρκτη πια στην Ελλάδα, καθώς από το 2012, σύμφωνα με το ΚΕΕΛΠΝΟ έχουν καταγραφεί όλα κι όλα 48 κρούσματα σε κόκκινες αλεπούδες, σκύλους, γάτες και βοοειδή. Συνέχεια ανάγνωσης

Για τον «αντι-αντιρατσισμό» της συγκυρίας

Standard

του Δημήτρη Χριστόπουλου

Ρ. Λιχτενστάιν, «Εξπρεσιονιστικό κεφάλι, 3», 1980

Ρ. Λιχτενστάιν, «Εξπρεσιονιστικό κεφάλι, 3», 1980

Η δύσοσμη συγκυρία

Η εβδομάδα που πέρασε σημαδεύτηκε από την πρωτοφανή άρνηση της Νέας Δημοκρατίας να συναινέσει στην προώθηση του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Συναφείς «αντιρατσιστικές» νομοθεσίες αποτελούν πλέον κοινό τόπο στα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη, και μάλιστα σε αρκετά ήταν αποτέλεσμα πρωτοβουλιών κομμάτων που ανήκουν στον ίδιο πολιτικό χώρο με το κόμμα του κ. Σαμαρά. Όπως και να έχει, η Ν.Δ. κατάφερε και έκανε τη διαφορά στον χώρο της κεντροδεξιάς ευρωπαϊκής οικογένειας: στο όνομα της «ελευθερίας της έκφρασης»,  που τόσο ειλικρινά και αμερόληπτα την πονάει (όπως έδειξε με τη στάση της στις πρόσφατες διώξεις «βλάσφημων» έργων), η ελληνική συντηρητική παράταξη μάς γεννά, με τη θέση της, εφιαλτικές απορίες.

Από τη μια, έχουμε τα δεδομένα προβλήματα του νομοσχεδίου, που συνοψίζονται στην πλημμελή προστασία των θυμάτων ρατσιστικής βίας και την παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης από παραφθορές του εγκλήματος της άρνησης της γενοκτονίας.[1] Ωστόσο, πλέον, πριν από την όποια κριτική στα προβλήματα αυτά, χρέος του δημοκρατικού κόσμου είναι να ερμηνεύσει την «αντι-αντιρατσιστική» σπουδή της ελληνικής Δεξιάς και να θέσει τη Ν.Δ. ενώπιον των πολιτειακών της ευθυνών για τον εκφυλισμό της δημοκρατικής πολιτικής κουλτούρας στην Ελλάδα της κρίσης.  Αλήθεια, τι να φοβάται η ελληνική Δεξιά από ένα τέτοιο νομοσχέδιο που δεν φοβήθηκαν το ομογάλακτά της  κόμματα στην Ευρώπη; Μήπως βλέπει, κάπου στο βάθος, τον εαυτό της στη θέση του κατηγορούμενου; Συνέχεια ανάγνωσης

…και κάποια σε μπαλκόνι

Standard

ΑΝΤΙΚΛΙΜΑΚΑ

 της Ιωάννας Μεϊτάνη

 balkoniΠόσο επίμονη είναι η επικαιρότητα ορισμένων πραγμάτων. Και ειδικά της αδικίας. Άλλα παιδιά γλεντούν, τραγουδούν και χορεύουν / άλλα λευτεριά ζητούν κι από μικρά δουλεύουν. Κι έπειτα: Κάποια κοιτούν τον ουρανό, κάποια μπροστά σ’ οθόνη /κάποια παίζουν στο βουνό και κάποια σε μπαλκόνι / Κοίτα και πες μου αν μπορείς ποιο είναι τάχα τυχερό / τι θες να βρεις για να χαρείς και τι ’ναι τόσο φοβερό.*

Κι επειδή τέτοια πράγματα δεν γίνονται από μόνα τους, υπάρχουν κάποιοι να μας τα θυμίζουν, να μας δίνουν αφορμές. Μια τέτοια αφορμή δίνει η παράσταση «Μια γιορτή στου Νουριάν» που παίζεται στο θέατρο Πορεία. Για ανθρώπους από 6 χρονών και πάνω, όπως λένε οι συντελεστές. Άλλοι μαύροι, άλλοι λευκοί· όλα ίδια όμως τα παραμύθια. Κι αυτό δεν είναι παραμύθι, είναι μια ιστορία ρατσισμού της διπλανής πόρτας και ταυτόχρονα μια ιστορία ακύρωσης του ρατσισμού «από τα κάτω», όπως μας αρέσει να λέμε: χωρίς πολλά πολλά, χωρίς θεωρίες, μ’ ένα χαλί, μια πορτοκαλάδα, μ’ έναν φακό, με τέσσερα ευρώ που γίνονται δύο και μετά πάλι τέσσερα. Συνέχεια ανάγνωσης