H Ιστορία στο εδώλιο;

Standard

του Πολυμέρη Βόγλη

«Όποιος με πρόθεση, δημόσια, προφορικά ή διά του τύπου, μέσω του διαδικτύου ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο ή τρόπο, επιδοκιμάζει, ευτελίζει ή κακόβουλα αρνείται την ύπαρξη ή τη σοβαρότητα εγκλημάτων γενοκτονιών, εγκλημάτων πολέμου, εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, του Ολοκαυτώματος και των εγκλημάτων του ναζισμού που έχουν αναγνωριστεί με αποφάσεις διεθνών δικαστηρίων ή της Βουλής των Ελλήνων […] τιμωρείται»

(Νόμος 4285/2014, άρθρο 2)

Aντρέ Μασόν, «Πασιφάη», 1937

Aντρέ Μασόν, «Πασιφάη», 1937

Υπάρχει ελευθερία της επιστημονικής έρευνας στην Ελλάδα του 2015; Αυτές τις μέρες ο Χ. Ρίχτερ δικάζεται με βάση το παραπάνω άρθρο του αντιρατσιστικού Νόμου 4285 για τις απόψεις που διατυπώνει στο βιβλίο του σχετικά με τη Μάχη της Κρήτης και τη διεξαγωγή αντιποίνων από την πλευρά των Γερμανών σε βάρος του άμαχου πληθυσμού. Ο συγγραφέας δεν είναι ένας δήθεν ιστορικός (ή «ιστορικός», όπως περιγράφηκε). Για χρόνια διετέλεσε καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Μάνχαϊμ και έχει εκδώσει πολλές μελέτες για τη νεότερη και σύγχρονη ιστορία· ανάμεσά τους (στα ελληνικά): Δύο επαναστάσεις και οι επαναστάσεις στην Ελλάδα 1936-1946· Η επέμβαση των Άγγλων στην Ελλάδα: από τη Βάρκιζα στον εμφύλιο πόλεμο· Η ιταλο-γερμανική επίθεση εναντίον της Ελλάδος, Αύγουστος 1939 – Ιούνιος 1941· Ιστορία της Κύπρου κ.ά. Συνέχεια ανάγνωσης

Μια δυσάρεστη «δικαίωση»

Standard

Από τη δίωξη της βίας στη δίωξη της άποψης

του Βαγγέλη Καραμανωλάκη 

Στις αρχές του φθινοπώρου, πάνω από 150 ιστορικοί υπογράψαμε ένα κείμενο εναντίον των διατάξεων του αντιρατσιστικού νόμου που ποινικοποιούσαν την άρνηση του Ολοκαυτώματος, των γενοκτονιών, των εγκλημάτων πολέμου. Μεταξύ άλλων, λέγαμε ότι τα ιστορικά ζητήματα πρέπει «να είναι αντικείμενο επιστημονικού και νηφάλιου δημόσιου διαλόγου και όχι νομοθετικής ρύθμισης και ποινικής τιμωρίας, με κίνδυνο να φιμώνεται κάθε αντίθετη στην κυρίαρχη άποψη, ακόμα και αυτή η ιστορική έρευνα και διδασκαλία», ενώ επισημαίναμε ότι «οι προϋποθέσεις που θέτει το νομοσχέδιο, καθώς ενέχουν μεγάλη απροσδιοριστία και ρευστότητα δυστυχώς δεν αποτελούν εγγύηση».

Πάμπλο Πικάσο, σπουδή για το έργο «Ο μέθυσος», 1955

Πάμπλο Πικάσο, σπουδή για το έργο «Ο μέθυσος», 1955

Το κείμενο συνάντησε σημαντική αποδοχή, αλλά και σκληρή κριτική, με βασική αιχμή ότι υπερβάλλουμε και παρανοούμε τις σχετικές διατάξεις. Γράφτηκε, τότε, ότι ισχυριζόμαστε εσφαλμένα πως μπορεί να διωχθεί η άποψη, ενώ στην πραγματικότητα οι διατάξεις αφορούσαν την υποκίνηση σε βιαιότητες, την παρακίνηση σε απειλές και ύβρεις. Λίγους μήνες αργότερα, οι φόβοι μας δικαιώνονται πανηγυρικά – και αυτό, βέβαια, το λέω με μεγάλη λύπη και χωρίς καμιά «ικανοποίηση» για τη δικαίωση. Την προηγούμενη εβδομάδα μάθαμε ότι ο γερμανός ιστορικός Χάιντς Ρίχτερ, διώκεται από τον εισαγγελέα Ρεθύμνου, με βάση τις διατάξεις του αντιρατσιστικού νόμου, για τα όσα έγραψε στο βιβλίο του Η Μάχη της Κρήτης (το οποίο μεταφράστηκε το 2011 στα ελληνικά), καθώς συγκεκριμένες αναφορές στο βιβλίο του συνιστούν «άρνηση εγκλημάτων του ναζισμού σε βάρος του κρητικού λαού με εξυβριστικό περιεχόμενο». Συνέχεια ανάγνωσης

Για τον «αντι-αντιρατσισμό» της συγκυρίας

Standard

του Δημήτρη Χριστόπουλου

Ρ. Λιχτενστάιν, «Εξπρεσιονιστικό κεφάλι, 3», 1980

Ρ. Λιχτενστάιν, «Εξπρεσιονιστικό κεφάλι, 3», 1980

Η δύσοσμη συγκυρία

Η εβδομάδα που πέρασε σημαδεύτηκε από την πρωτοφανή άρνηση της Νέας Δημοκρατίας να συναινέσει στην προώθηση του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Συναφείς «αντιρατσιστικές» νομοθεσίες αποτελούν πλέον κοινό τόπο στα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη, και μάλιστα σε αρκετά ήταν αποτέλεσμα πρωτοβουλιών κομμάτων που ανήκουν στον ίδιο πολιτικό χώρο με το κόμμα του κ. Σαμαρά. Όπως και να έχει, η Ν.Δ. κατάφερε και έκανε τη διαφορά στον χώρο της κεντροδεξιάς ευρωπαϊκής οικογένειας: στο όνομα της «ελευθερίας της έκφρασης»,  που τόσο ειλικρινά και αμερόληπτα την πονάει (όπως έδειξε με τη στάση της στις πρόσφατες διώξεις «βλάσφημων» έργων), η ελληνική συντηρητική παράταξη μάς γεννά, με τη θέση της, εφιαλτικές απορίες.

Από τη μια, έχουμε τα δεδομένα προβλήματα του νομοσχεδίου, που συνοψίζονται στην πλημμελή προστασία των θυμάτων ρατσιστικής βίας και την παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης από παραφθορές του εγκλήματος της άρνησης της γενοκτονίας.[1] Ωστόσο, πλέον, πριν από την όποια κριτική στα προβλήματα αυτά, χρέος του δημοκρατικού κόσμου είναι να ερμηνεύσει την «αντι-αντιρατσιστική» σπουδή της ελληνικής Δεξιάς και να θέσει τη Ν.Δ. ενώπιον των πολιτειακών της ευθυνών για τον εκφυλισμό της δημοκρατικής πολιτικής κουλτούρας στην Ελλάδα της κρίσης.  Αλήθεια, τι να φοβάται η ελληνική Δεξιά από ένα τέτοιο νομοσχέδιο που δεν φοβήθηκαν το ομογάλακτά της  κόμματα στην Ευρώπη; Μήπως βλέπει, κάπου στο βάθος, τον εαυτό της στη θέση του κατηγορούμενου; Συνέχεια ανάγνωσης